Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ταχύτητα, όπου η γεωπολιτική επηρεάζει εξίσου με τη γεωγραφία τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, οι Μεσαίοι και Νότιοι Διάδρομοι συνιστούν ένα νέο, εξελισσόμενο δίκτυο ευρασιατικής συνδεσιμότητας. Από την Κεντρική Ασία έως την Ανατολική Μεσόγειο, οι διαδρομές αυτές επανακαθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μετακινούνται αγαθά, ενέργεια και δεδομένα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, προσφέροντας αξιόπιστες εναλλακτικές απέναντι στις υπερφορτωμένες ή πολιτικά ευάλωτες οδούς του Βορρά.
Ο Μεσαίος Διάδρομος, η διακαυκάσια οδός που ενώνει την Κίνα με την Ευρώπη μέσω Καζακστάν, Κασπίας, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργίας και Τουρκίας, αναδεικνύεται πλέον ως μια ανθεκτική και πολιτικά πιο ουδέτερη επιλογή. Η αποσταθεροποίηση των παραδοσιακών βόρειων οδών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία κατέδειξε την ανάγκη για διαφοροποίηση. Ο Μεσαίος Διάδρομος όχι μόνο παρακάμπτει εμπόλεμες ζώνες, αλλά ενισχύει τη συνεργασία περιοχών που επιδιώκουν σταθερότητα και ανάπτυξη.
Παράλληλα, ο Νότιος Διάδρομος λειτουργεί ως η ενεργειακή αρτηρία της Ευρώπης. Με επίκεντρο την περιοχή της Κασπίας και τη Μέση Ανατολή, μεταφέρει φυσικό αέριο μέσω των αγωγών South Caucasus, TANAP και TAP προς την ΕΕ, ενώ επεκτείνεται δυναμικά προς την καθαρή ενέργεια με σχέδια ηλεκτρικής και υδρογονοενεργειακής διασύνδεσης. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για έναν ενεργειακό διάδρομο, αλλά για ένα πλαίσιο βαθύτερης συνεργασίας ανάμεσα στην Ευρώπη και τους νότιους εταίρους της.
Σε αυτό το νέο σύστημα συνδεσιμότητας, η Κύπρος διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο. Η γεωγραφική της θέση στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής την καθιστά απαραίτητο πυλώνα του Νότιου Διαδρόμου. Λειτουργεί ως ασφαλές σημείο επιχειρήσεων, ως κόμβος τηλεπικοινωνιών και ως κεντρικό τμήμα του EuroAsia Interconnector, που συνδέει Ισραήλ, Κύπρο και Ελλάδα με το ευρωπαϊκό δίκτυο ηλεκτρισμού. Η συμβολή της Κύπρου στην ενεργειακή και ψηφιακή ασφάλεια της Ευρώπης είναι καθοριστική.
Για την Ελλάδα, οι δύο αυτοί διάδρομοι αποτελούν μια μοναδική ευκαιρία στρατηγικής αναβάθμισης. Τα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Αλεξανδρούπολης και του Ηρακλείου μετατρέπονται σε πολυτροπικούς κόμβους που συνδέουν την Κασπία, τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά. Ο Πειραιάς παραμένει βασική πύλη της Ασίας προς την Ευρώπη, ενώ η Αλεξανδρούπολη αποκτά αυξανόμενη σημασία ως ενεργειακός και διαμετακομιστικός κόμβος.
Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να συμμετέχει σε αυτό το υπό διαμόρφωση ευρασιατικό δίκτυο· πρέπει να στοχεύει στη στρατηγική ένταξή της ως αναπόσπαστου και καθοριστικού κρίκου. Η γεωπολιτική της θέση ( στο δυτικό άκρο του Μεσαίου Διαδρόμου και στο κέντρο του Νότιου) όχι μόνο το επιτρέπει, αλλά το επιβάλλει. Η χώρα έχει όλα τα εφόδια για να αποτελέσει τον ευρωπαϊκό πυλώνα ενός συστήματος που ενώνει ηπείρους, αγορές και ενεργειακές υποδομές.
Η γεωγραφία της Ελλάδας και της Κύπρου, που κάποτε θεωρήθηκε περιορισμός, εξελίσσεται σήμερα στο μεγαλύτερο στρατηγικό τους πλεονέκτημα. Μαζί διαμορφώνουν τον νοτιοανατολικό άξονα ενός νέου χάρτη συνδεσιμότητας που ενοποιεί την Ευρώπη με την Ασία και τη Μεσόγειο. Σε έναν κόσμο πολλών ανακατατάξεων, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι απλοί κρίκοι της αλυσίδας· είναι οι αναγκαίοι πυλώνες της νέας ευρασιατικής αρχιτεκτονικής.
Σε αυτό το υπό διαμόρφωση ενεργειακό και γεωπολιτικό δίκτυο, η Ελλάδα δεν πρέπει να περιοριστεί στον ρόλο του διαύλου. Οφείλει να εξελιχθεί σε σταθμό και σε γεωστρατηγικό κόμβο πολυδιάστατης συμμετοχής στην ενέργεια, τις μεταφορές, την ψηφιακή συνδεσιμότητα και τη διπλωματία. Μόνο έτσι θα αξιοποιήσει στο έπακρο τη θέση και τις δυνατότητές της στον νέο ευρασιατικό χάρτη.
(*) Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι πρώην Επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης