ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Του Ευκλείδη Τσακαλώτου (*)

Πριν από περίπου δέκα χρόνια έγραψα ένα άρθρο, που δημοσιεύθηκε στην Αυγή[1], το οποίο επιχειρούσε να περιγράψει τη διεθνή οικονομική κρίση με τη βοήθεια τριών διαγραμμάτων. Το πρώτο εξ αυτών παρουσίαζε τη διαρθρωτική ρήξη της σχέσης μεταξύ της αύξησης των μισθών και της αύξησης της παραγωγικότητας στην οικονομία των ΗΠΑ μετά τη διάλυση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ενώ οι δύο γραμμές του διαγράμματος αυξάνονταν σχεδόν πανομοιότυπα για τα εκατό χρόνια που προηγήθηκαν εκείνης της περιόδου, το διάγραμμα έδειχνε το βαθμό στον οποίο οι στάσιμοι μισθοί στη νέα εποχή δεν συμβάδιζαν με την αύξηση της παραγωγικότητας. Το δεύτερο διάγραμμα ήταν πιο γνωστό ως η μεγάλη αναστροφή[2] στην εισοδηματική ανισότητα, καθώς έδειχνε την αναστροφή στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού της σημαντικής μείωσης της ανισότητας που είχε συμβεί μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τέλος, ένα τρίτο διάγραμμα έδειχνε, και πάλι μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1970, την εντυπωσιακή αύξηση των χρηματοοικονομικών κερδών στο μερίδιο των συνολικών κερδών.

 

Το άρθρο ισχυριζόταν ότι υπήρχε μια απλή ιστορία πίσω από αυτά τα τρία διαγράμματα. Η νεοφιλελεύθερη απάντηση στην κρίση της δεκαετίας του 1970 ήταν  συγκεκριμένες πολιτικές που προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την κερδοφορία των επιχειρήσεων εις βάρος των μισθών και των κοινωνικών προγραμμάτων, με προφανές αποτέλεσμα την αύξηση της ανισότητας. Αυτό οδήγησε στην αλλαγή της μορφής της οικονομικής κρίσης, καθώς τα νοικοκυριά πάσχιζαν να τα βγάλουν πέρα και έτσι το πρόβλημα της ελλιπούς ζήτησης επανεμφανίστηκε. Έτσι τα νοικοκυριά οδηγήθηκαν στο να αυξάνουν τον δανεισμό τους, ένα φαινόμενο που οι αναλυτές, όπως ο Colin Crouch, ονόμασαν χρηματοοικονομικό κεϋνσιανισμό. Αυτό συνοδεύτηκε από το φαινόμενο της χρηματιστικοποίησης (finansialisation), το οποίο μπορούμε να το δούμε από την αύξηση του ποσοστού των χρηματοοικονομικών κερδών ως ποσοστό όλων των κερδών. Και φυσικά, αυτό, μαζί με τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, ιδίως την τιτλοποίηση, συνέβαλαν στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2009, καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας, υπό την πίεση ακραίων ανταγωνιστικών συνθηκών, δάνεισε σε νοικοκυριά τα οποία, όπως έγινε όλο και πιο προφανές, δεν ήταν ποτέ σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους[3].  

 

Δέκα χρόνια αργότερα τι έχουμε διδαχθεί από αυτή την εμπειρία; Έχουν αντιστραφεί οι τάσεις των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών; Έχουν ανταποκριθεί οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις προκλήσεις που οδήγησαν στην κρίση του 2009; Η απάντηση στα δύο τελευταία ερωτήματα είναι σε μεγάλο βαθμό αρνητική, ακριβώς επειδή οι βασικές μακροοικονομικές τάσεις δεν έχουν αντιστραφεί.

 

Αντιθέτως, οι τάσεις των θεμελιωδών μεγεθών, οι οποίες αναδείχτηκαν στην κρίση του 2009 όπως θα αποδείξουμε συνεχίζουν να ισχύουν. Και αυτό εγείρει σοβαρότατα ζητήματα για οποιαδήποτε οικονομική πολιτική σαν αυτή που ακολουθεί η κυβέρνηση της ΝΔ, πόσο μάλλον όταν η συγκεκριμένη παράταξη δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον να ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά.

 

Ας πάρουμε ένα πρώτο παράδειγμα. Εξακολουθούμε να ακούμε τους υπουργούς Οικονομικών να ισχυρίζονται[4] ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού ή η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι περιττές ή δευτερεύουσας σημασίας, διότι τελικά, η αύξηση των μισθών εξαρτάται από την αύξηση της παραγωγικότητας. Αλλά είναι ακριβώς αυτή η σχέση που έχει σπάσει τις τελευταίες δεκαετίες, όχι μόνο στις ΗΠΑ (Διάγραμμα 1) αλλά και σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες (Διάγραμμα 2).

 

Διάγραμμα 1: Η αποσύνδεση μεταξύ παραγωγικότητας και αμοιβής[5]

Διάγραμμα 2: Η εξέλιξη του μέσου μισθού και της παραγωγικότητας της εργασίας

 

Μπορούμε λοιπόν να διαπιστώσουμε ότι στις ανεπτυγμένες χώρες, οι μισθοί δεν ακολουθούν την αύξηση της παραγωγικότητας. Με άλλα λόγια δεν έχουμε καμία εγγύηση ότι στον σύγχρονο καπιταλισμό η αύξηση της παραγωγικότητας παρασύρει προς τα πάνω και τους μισθούς. Τι σημαίνει αυτό για την τρέχουσα συγκυρία; Η κυβέρνηση στην Ελλάδα ποντάρει σε ανάκαμψη από την πανδημία τύπου V. Ένα θέμα είναι ότι η ελληνική οικονομία θα ανακάμψει στο προ-πανδημίας ΑΕΠ αργότερα από άλλες οικονομίες. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι αυτό το V είναι απίθανο να είναι το ίδιο για όλους. Και πως θα μπορούσε αλλιώς, όταν η κυβέρνηση, αγνοώντας αυτές τις τάσεις, συνεχώς παρεμβαίνει, από το 2019, στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στις απολύσεις, στην ευελιξία στην αγορά εργασίας κ.ο.κ. με πολιτικές που είναι η αιτία αυτών των τάσεων. Αποδεικνύει με αυτόν τον τρόπο ότι για αυτήν οι ανισότητες δεν είναι πρόβλημα, αλλά αντίθετα η διατήρησή τους είναι στόχος.

 

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα αν αναλογιστούμε ότι η μεγάλη αναστροφή καλά κρατεί ενώ η κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύει ότι θα έχουμε οφέλη για την κοινωνία στο σύνολό της κάποια στιγμή στο μέλλον, χωρίς βέβαια κάποια χρονική δέσμευση για αυτό. Αν δει κανείς τις χώρες του ΟΟΣΑ θα δει ότι οι ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα. Το διάγραμμα 3 δείχνει ότι η ανισότητα στις ΗΠΑ μετά από μια μακρά περίοδο που περιορίστηκε σημαντικά (από το 1930 έως το 1970) άρχισε να αυξάνεται και πάλι από τότε. Ταυτόχρονα το διάγραμμα 4 δείχνει ότι αυτό το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, η ανάπτυξη των οικονομιών τα τελευταία 40 χρόνια ευνοεί κυρίως την αύξηση εισοδημάτων στα υψηλά και πολύ υψηλά δεκατημόρια. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς κοιτώντας ότι την περίοδο αυτή είχαμε μια μικρή αύξηση του εισοδήματος των πολύ φτωχών σε κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες (στα αριστερά όπως κοιτάμε το διάγραμμα), την ακόμα μικρότερη αύξηση των μεσαίων εισοδημάτων ιδίως σε ΗΠΑ και Ευρώπη στο κέντρο του διαγράμματος, και την εκρηκτική αύξηση των εισοδημάτων του πλουσιότερου 1% και 0.1%. Άρα η συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι ένα παγιωμένο φαινόμενο και αποτέλεσμα των συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Δεν αφορά μόνο τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων στην Ελλάδα και δη από τις πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Διάγραμμα 3: Η ανισότητα εισοδήματος στις ΗΠΑ. Δείκτης Gini 1913 – 2009

 

Διάγραμμα 4

 

Η ίδια ιστορία, και με τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων, φαίνεται αν εξετάσουμε τις εξελίξεις από την πλευρά του πλούτου. Στο διάγραμμα 5 φαίνεται η συνεχής αύξηση στο μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου του πάνω 1% (ακόμα πιο εντυπωσιακό για το πλουσιότερο 0,1% και 0,01%) και η σταδιακή μείωση του «μεσαίου» 40%.

 

 

Διάγραμμα 5: Η πορεία του παγκόσμιου πλούτου

 

Και πως αντιμετωπίζει η Νέα Δημοκρατία αυτή την παγκόσμια τάση ανισοτήτων, που μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί το κυρίαρχο φαινόμενο της εποχής μας; Με μείωση της φορολογίας των εταιρικών κερδών, μείωση στη φορολογία ακίνητης περιουσίας για τους πλούσιους – μέσω της παρέμβασης στον ΕΝΦΙΑ –αύξηση του αφορολόγητου στις γονικές παροχές. Ακόμη και στη φορολογία εισοδήματος η αναστολή της εισφοράς αλληλεγγύης (στον ιδιωτικό τομέα μόνο και χωρίς ταβάνι) ωφελεί μόνο αυτούς που έχουν εισοδήματα πάνω από 12.000 ευρώ το χρόνο (άρα εξαιρούνται οι χιλιάδες που λαμβάνουν τον βασικό μισθό ή και αρκετά παραπάνω) και ωφελεί σημαντικά τα υψηλά εισοδήματα που είχαν και την υψηλότερη επιβάρυνση.

 

Πιθανώς πρόκειται για μια επίμονη πεποίθηση στην υπόθεση trickle-down, την ατεκμηρίωτη πίστη ότι τελικά ο πλούτος των λίγων θα διαχυθεί και στους υπόλοιπους. Γιατί όπως φαίνεται από τα επόμενα τρία διαγράμματα η μείωση του φόρου των κερδών των επιχειρήσεων (διάγραμμα 6) και η μειώσεις του ανώτατου συντελεστή φόρου εισοδήματος (διάγραμμα 7) δεν συνοδεύτηκαν από την αύξηση των επενδύσεων (διάγραμμα 8) τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Πόσοι από τους πολίτες στην Ελλάδα και την Ευρώπη έχουν εικόνα ότι τα 40 χρόνια νεοφιλελευθερισμού οδήγησαν τις επενδύσεις σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα;

 

Πάνω σε αυτή την κατάσταση χτίζει η Νέα Δημοκρατία που δύο από τα τρία βασικά της προεκλογικά συνθήματα ήταν η χαμηλή φορολογία και οι υψηλό επίπεδο επενδύσεων, με το δεύτερο μάλιστα να παρουσιάζεται ως άμεσο αποτέλεσμα του πρώτου.

 

Διάγραμμα 6: Φορολογία κερδών επιχειρήσεων

 

 

Διάγραμμα 7: Ανώτατος συντελεστής φορολογίας εισοδήματος

 

 

Διάγραμμα 8: Καθαρός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου

 

Μια πιθανή εξήγηση για αυτό (θετική συσχέτιση στη μείωση φόρων στους πλούσιους και μειώσεις επενδύσεων) είναι ότι με την εργασία φθηνή και επισφαλή, οι επιχειρήσεις προτιμούν να χρησιμοποιούν περισσότερη εργασία από ότι να επενδύουν σε νέες τεχνολογίες. Άρα δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι μισθοί δεν κατάφεραν να συμβαδίσουν με την αύξηση της παραγωγικότητας, όπως είδαμε, αλλά και ότι η ίδια η αύξηση της παραγωγικότητας τα τελευταία χρόνια απέχει πολύ από το να είναι εντυπωσιακή. Περιττό να ειπωθεί ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν εμπλέκεται καν με τέτοια επιχειρήματα, με την ιδέα δηλαδή ότι οι χαμηλοί μισθοί και η ανισότητα δεν είναι μόνο κοινωνικά άδικες αλλά και επιζήμιες για την ανάπτυξη.

 

Μαζί με όλες αυτές τις εξελίξεις έχουμε και την αύξηση των χρεών όλων των μορφών. Στο διάγραμμα 9[6] βλέπουμε την αύξηση του ιδιωτικού χρέους σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Άρα τα νοικοκυριά συνεχίζουν  να αυξάνουν το δανεισμό τους για να μπορέσουν να καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται από τη στασιμότητα των εισοδημάτων τους.

 

Διάγραμμα 9: Ιδιωτικό χρέος (νοικοκυριά) και καθαρό διαθέσιμο εισόδημα

 

Επιπλέον, όπως δείχνουν τα διαγράμματα 10 και 11 και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο χρέος τόσο στις ΗΠΑ όσο και συνολικά στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ένα μέρος της εξήγησης αυτής της τάσης είναι ότι αντί για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, που τώρα καθίστανται ακόμη πιο επείγουσες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής, συνεχίζουν τις πρακτικές της χρηματοδότησης μέσω του χρηματοπιστωτικού τομέα, της επαναγοράς ιδίων μετοχών, των συγχωνεύσεων και των εξαγορών κ.ο.κ.

 

 

Διάγραμμα 10: Εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος και του χρέους των νοικοκυριών σε ένα δείγμα ανεπτυγμένων οικονομιών

Διάγραμμα 11: Μη χρηματοοικονομικό εταιρικό χρέος στις χώρες του ΟΟΣΑ Πηγή: OECD Economic Outlook, Volume 2017 Issue 2

Το ίδιο συμβαίνει και με το δημόσιο χρέος όπως φαίνεται και από το διάγραμμα 12

 

Διάγραμμα 12: Δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε ανεπτυγμένες χώρες 1970-2013

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η ταχεία αύξηση των κερδών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Όπως δείχνει το διάγραμμα 13 από το 1980 και μετά, στις ΗΠΑ, τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά πολύ περισσότερο από αυτά του μη-χρηματοπιστωτικού τομέα.

 

Διάγραμμα 13: Εξέλιξη των κερδών του χρηματοπιστωτικού τομέα (κόκκινο) και του μη-χρηπιστωτικού τομέα (μπλε), Δείκτης 1980=100

Φυσικά, αληθεύει εν μέρει ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την πραγματική οικονομία. Αλλά ταυτόχρονα η σύνδεση αυτή στην εποχή μας οδηγεί στο οικονομικό μοντέλο με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε: Οικονομίες που στερούνται τόσο δυναμικότητας όσο και κοινωνικής δικαιοσύνης, και με αύξηση όλων των μορφών χρέους (ιδιωτικού, επιχειρήσεων, δημοσίου)

 

Ο Wolfgang Streeck[7] υποστηρίζει ότι αυτές οι τάσεις αντιπροσωπεύουν μια συνεχή προσπάθεια δανεισμού από το μέλλον. Αντί να αντιμετωπίσουν τα οξυμένα ζητήματα αναδιανομής που έχουν μπροστά τους από τη δεκαετία του 1970, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προτίμησαν να παραμερίσουν προσωρινά το πρόβλημα, δανειζόμενοι οι ίδιοι και κάνοντας τα στραβά μάτια στην αύξηση του χρέους των υπολοίπων στην οικονομία.

 

Η κυβερνητική ρητορική φαίνεται να αγνοεί τις αδυναμίες ορισμένων από τους βασικούς ισχυρισμούς της: Οι χαμηλοί μισθοί και οι χαμηλοί φόροι δεν θα παρέχουν περισσότερες επενδύσεις και περισσότερη ανάπτυξη και δεν θα ωφελήσουν όλους (σημειώνω ότι η ανάπτυξη για όλους ήταν το προεκλογικό της σύνθημα). Οι παγιωμένες τάσεις στις οικονομίες των χωρών του ΟΟΣΑ υπονομεύουν την προσέγγισή της. Οι αναδιανεμητικές συγκρούσεις δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν κάτω από το χαλί. Η στήριξη της αύξησης των μισθών και τα μέτρα για την αντιστροφή των ανισοτήτων δεν είναι μόνο κοινωνικά δίκαια, αλλά ίσως ο μόνος τρόπος για ανάπτυξη και βιώσιμη και δίκαιη.

 

(*) Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, πρώην υπουργός Οικονομικών.

[1] «Τρία Διαγράμματα, Μια Ιστορία», Ειδική Έκδοση Οικονομία και Κρίση, Η Αυγή 28/2/2010

[2] Ο όρος και η ανάλυση του φαινομένου πρώτα έγινε από τον B. Harrison και E. Goldsmith The Great U-Turn Basic Books, 1988

[3] Αυτά τα επιχειρήματα επεκτάθηκαν στο Χωρίς Επιστροφή (ΚΨΜ, 2011) που γράψαμε μαζί με τον Χ. Λάσκο

[4] Με την κινητοποίηση πόρων θα αυξηθεί η ζήτηση εργασίας, θα βελτιωθεί η παραγωγικότητα και αυτό θα επιτρέψει οι μισθοί να αυξηθούν και να μειωθεί η ανεργία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη παρέμβαση για τις ανισότητες. 

Θ Σκυλακακης 29/7/2021

[5] https://www.epi.org/publication/understanding-the-historic-divergence-between-productivity-and-a-typical-workers-pay-why-it-matters-and-why-its-real/

[6] https://voxeu.org/article/our-changing-attitudes-towards-household-debt

[7] Πως θα τελειώσει ο καπιταλισμός, Πλέθρον, 2019

Του Μωυσή Ελισάφ (*)

«το βέλτιστον αεί, μη το ράστον άπαντας λέγειν».

(Δημοσθένης, «Περί των εν Χερρονήσω. 72)

 

 Κινδυνεύει η δημοκρατία; Η προφανής απάντηση είναι όχι. Τουλάχιστον για τις χώρες που επικρατεί. Αρκεί, για την αισιόδοξη αυτή απάντηση το γεγονός ότι ήδη μέχρι το 1970 υπήρχαν μόλις 35 δημοκρατίες με εκλογικές διαδικασίες, αριθμός που έκτοτε αυξάνονταν συνεχώς, για να φτάσει τις 120 το 2.000 με τη μεγαλύτερη επιτάχυνση να έχει σημειωθεί μετά το 1989. Από τα μέσα της 10ετίας του 2.000 η τάση αυτή άρχισε να αντιστρέφεται και ο συνολικός αριθμός να μειώνεται. Αντίθετα, ο αριθμός των απολυταρχικών χωρών  να αυξάνεται τις τελευταίες δυο 10ετίες, με την Κίνα, μάλιστα, να απειλεί και ως πρώτη οικονομική δύναμη τον πλανήτη όλο. Αλλά, κατά τον F. Fukuyama, στην ίδια κατηγορία θα μπορούσαν να ενταχτούν στις νεότερες εποχές και οι Β. Πούτιν της Ρωσίας, ο Ρ. Ερντογάν της Τουρκίας, ο Β. Όρμπαν της Ουγγαρίας, ο Γ. Κατσίνσκι της Πολωνίας ή τα ακόμη νεότερα λαϊκιστικά κινήματα, όρα Ντ. Τραμπ των ΗΠΑ, Τζόνσον της Αγγλίας, κ.λπ[1].  Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι η αρνητική απάντηση που επικαλεστήκαμε στην αρχή μάλλον είναι πολύ αισιόδοξη.

Το πιο ανησυχητικό, για την αντίστροφη αυτή τάση της δημοκρατίας, είναι το γεγονός ότι οι απειλές εναντίον της δεν προέρχονται τόσο από τους αντιπάλους της, αλλά προκύπτουν μέσα από τη λειτουργία των ίδιων των δημοκρατιών, είτε πρόκειται για  δήμο, κράτος ή ένωση κρατών. Η δημοκρατία υπόσχεται πολλά, συχνά, όμως επιτυγχάνει λίγα. Οι αιρετοί άρχοντες εξουσιοδοτούνται να επιλύουν τα προβλήματα της συνύπαρξης κατ’ επιθυμία της «βούλησης του λαού» και στη βάση του «κοινού συμφέροντος». Που σημαίνει να είναι ικανοί – και να το θέλουν – να αναζητούν την πράγματι δυσπροσέγγιστη, αν μη ανύπαρκτη, βούληση των πολλών, αλλά και τα εξίσου δυσπρόσιτα σημεία συνομολόγησης, ώστε τα κ ο ι ν ά   προβλήματα της συνύπαρξης να έχουν όσο γίνεται κ ο ι ν ή  απόφαση.

 Στην πράξη, όμως, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά και η υπονόμευση της δημοκρατίας αρχίζει από πολύ μακριά: Οι υποψήφιοι αιρετοί για να λάβουν το χρίσμα του αιρετού άρχοντα, συχνά επιλέγουν να είναι στο ακροατήριό τους ευχάριστοι παρά χρήσιμοι. Που σημαίνει συντάσσονται περισσότερο με την προσωπική ωφέλεια και όχι με την υπηρεσία του  δημόσιου συμφέροντος. Από το  σημείο αυτό αρχίζουν οι ρωγμές της δημοκρατίας. Η  συλλογική βούληση των πολιτών παροπλίζεται, όταν δεν παραμορφώνεται από αστήρικτες υποσχέσεις. Οι ίδιοι οι πολίτες  διολισθαίνουν προς τον «ήδιστο» λόγο και συνωστίζονται πίσω από δημαγωγούς τους οποίους ανακηρύσσουν σε βραχύβιους σωτήρες. Με συνέπεια η δημοκρατία να αιχμαλωτίζεται από ισχυρές ομάδες συμφερόντων, να εγκλωβίζεται σε μια άκαμπτη δομή και να καθίσταται ανίκανη πλέον να μεταρρυθμιστεί μόνη της.

 Άλλοι ισχυροί παράγοντες που κάνουν τα πράγματα δυσκολότερα για τη δημοκρατία είναι η ίδια  η φύση πολλών προβλημάτων,  όπως το προσφυγικό, η κλιματική αλλαγή, η διαρκώς παγκοσμιοποιούμενη οικονομία, η εφιαλτική διεύρυνση των ανισοτήτων κ.ά. προβλήματα που, ενώ δεν μπορούν να βρούνε τη λύση τους σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που τελικά χρεώνεται αρνητικά στη δημοκρατία, εξελίσσονται σχεδόν στα τυφλά, αφού, από την άλλη πλευρά, προσκρούουν στην έλλειψη δημοκρατικά αξιόπιστων υπερεθνικών κέντρων, όπου θα μπορούσε να αναζητηθεί η λύση τους.  Γεγονός που κάνει τον πολίτη, πηγή κάθε εξουσίας, να στρέφεται όλο και περισσότερο προς το καταφύγιο του εαυτού του και να απομακρύνεται από τη δυσθεώρητη άλλωστε ιδέα του συλλογικού συμφέροντος.

 Η παραπάνω κατάσταση δυσχεραίνεται περισσότερο και από τον δημόσιο λόγο, είτε πρόκειται για τα εθνικά κοινοβούλια ή τα δημοτικά συμβούλια:  Ένας λόγος που κυρίως στόχο δεν έχει το πρόβλημα και τις δυσχέρειές του, αλλά πρωτίστως την εξουδετέρωση του διαφορετικού. Όπου ο διάλογος μεταβάλλεται σε εργαλείο κατίσχυσης. Δεν διερευνά αλλά καταγγέλλει. Επιδίδεται κυρίως σε μια σκληρή αντιπαράθεση αναπόδεικτων και ανυποστήρικτων «βεβαιοτήτων». Από ’δω οι άγγελοι από εκεί οι δαίμονες και αντιστρόφως. Η δημόσια ζωή εξαντλείται σε μονομαχίες. Η αναζήτηση μιας συνολικής ευρυγώνιας οπτικής με στόχο τον πολύπλευρο φωτισμό του προβλήματος, αλλά και την ενημέρωση του πολίτη, σχεδόν δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ο λόγος περνάει στις κάθε είδους «διασημότητες». Πέστε και ασημαντότητες, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης. Οι μονόλογοι θριαμβεύουν. Το πνεύμα περνάει στα απόκεντρα, όταν δεν περνάει στην παρανομία.

Στη δημοκρατία υπάρχουν – και ευτυχώς – διαφορετικές απόψεις. Δεν υπάρχουν όμως αντίπαλοι. Αντίπαλος διαρκής είναι τα προβλήματα των πολιτών. Που δυστυχώς γίνονται όλο και πιο περίπλοκα. Αντίπαλος είναι η πραγματικότητα. Ατσάλινη, αναλλοίωτη. Και όσο και αν συχνά στα  πολιτικά μπαλκόνια φτιασιδώνεται από τους πολιτικούς καιροσκόπους, όσο και αν η ομίχλη της ιδιοτέλειας συχνά σκεπάζει τα όρια του πραγματικού με το επινοημένο, όσο και αν αποφεύγουμε να δεχτούμε το βάρος της αλήθειας και της δικής μας ευθύνης και προσφεύγουμε σε ανύπαρκτους πολιτικούς μεσσίες, η πραγματικότητα μένει εκεί ασάλευτη και καραδοκεί. Και τελικά στέλνει τους λογαριασμούς.

Μη λησμονούμε ότι αυτορρυθμιζόμενη σταθεροποίηση της κοινωνίας δεν υπάρχει. Μόνο η προώθηση του κοινού καλού μπορεί να μας βγάλει από την έρημο των αχαλίνωτων προσωπικών φιλοδοξιών. Αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει προηγουμένως η έννοια του δημόσιου συμφέροντος να ενσωματωθεί σε μεγάλο ποσοστό στον συλλογικό τρόπο σκέψης των ανθρώπων που απευθύνεται. Να γίνει μέρος των πεποιθήσεών τους. Περισσότερο από αναγκαίο είναι η έννοια του κοινού καλού να ενσωματωθεί χωρίς εκπτώσεις στο σύνολο των αντιπροσώπων, ανεξάρτητα από τις όποιες  πολιτικές διαφορές. Και κάτι ακόμη, χωρίς π ο λ ι τ ι κ ή δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει κ ο ι ν ω ν ι κ ή δημοκρατία.

Τέλος, οι άνθρωποι που δημιουργούν την Ιστορία είναι οι ίδιοι που τελικά την αγνοούν. Και είναι οι ίδιοι που οραματίζονται την αυτονομία όπου ριζώνει και βλασταίνει η δημοκρατία. Αλλά είναι και πάλι οι ίδιοι που με τις πράξεις τους ακυρώνουν την αποτελεσματικότητά της. Με αποτέλεσμα η δημοκρατία εξαιτίας των αντιφάσεων που καλλιεργεί στο εσωτερικό της να συνοδεύεται από διαρκή μείωση της αποτελεσματικότητας της. Και να ανοίγει την πόρτα  στην άποψη ότι τελικά δεν μπορούμε να αυτοκυβερνηθούμε. Ήτοι, δεν κάνουμε χωρίς τσοπάνη.

(*) Ο Μωυσής Ελισάφ είναι Δήμαρχος Ιωαννίνων, Καθηγητής Παθολογίας του Τμήματος Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

 

[1] Βλ.Francis  Fukuyama, Ταυτότητα, μτφρ.Σ. Γαβαλάς, εκδ. Ροπή 2020, σ. 31

Του  Δημήτρη Λιάκου (*)

Η ανακοίνωση της χορήγησης ενός έκτακτου πακέτου της τάξης των 338,5 εκατ. ευρώ όπως ήταν αναμενόμενο συγκέντρωσε την προσοχή όλων, πολιτικών δυνάμεων και μέσων ενημέρωσης. Και θα προκαλούσε έκπληξη η μη αποδοχή του ως θετική εξέλιξη από την πλευρά των κομμάτων. Όλοι το καλωσόρισαν, τονίζοντας ότι στην επικείμενη συζήτηση στο κοινοβούλιο θα το υπερψηφίσουν. Οι επιμέρους διαφωνίες που καταγράφηκαν αφορούσαν το μέγεθος και τη στόχευση του, ενώ δεν έλειψαν οι συγκρίσεις και η υπενθύμιση σχολίων που είχαν συνοδεύσει αντίστοιχες αποφάσεις σε προηγούμενα χρόνια.

Η συγκεκριμένη ανακοίνωση – απόφαση του πρωθυπουργού ήρθε τρεις ημέρες μετά την κατάθεση του Προϋπολογισμού την προηγούμενη Παρασκευή 19/11, με το εν λόγω ποσό να μην συμπεριλαμβάνεται στις προβλέψεις του. Το πρώτο σημείο που αξίζει να υπογραμμισθεί είναι η «ανακάλυψη» επιπρόσθετου δημοσιονομικού χώρου εντός 72 ωρών. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν όντως υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια.

Προτού απαντηθεί, αξίζει να κάνουμε μια μικρή αναδρομή στην δημοσιονομική πορεία της τελευταίας διετίας.

Η αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της πανδημικής κρίσης ήταν αναγκαία και απαραίτητη. Η Ελλάδα με βάση τα επίσημα στοιχεία έλαβε περίπου 43 δισ.€ δημοσιονομικά μέτρα, κατατάσσοντας την πρώτη στις δαπάνες κατά κεφαλήν στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με το ΔΝΤ αυτά τα μέτρα άγγιξαν το 17,5%/ΑΕΠ έναντι 3,8%/ΑΕΠ του μέσου όρου στην Ε.Ε.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι μεγάλα ποσά σε όρους ΑΕΠ έδωσαν η Γερμανία, που  δαπάνησε 15,3%, η Ιρλανδία 11,5%, η Ιταλία 10,9%, η Ολλανδία 10,3% και η Γαλλία 9,6% του ΑΕΠ. Αρκετές χώρες προτίμησαν να ενισχύσουν τις επιχειρήσεις τους μέσω προγραμμάτων εγγυήσεων, που στην περίπτωση της χώρας μας ανήλθαν στο 3,7% του ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, η ύφεση που κατέγραψε η ελληνική οικονομία το 2020 (-9%) ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη, ενώ η φετινή ανάκαμψη (+6,9%) θα είναι η τρίτη μεγαλύτερη, σύμφωνα με τις φθινοπωρινές εκτιμήσεις της Κομισιόν.

Ένα δεύτερο σημείο που προκύπτει από τα παραπάνω δεδομένα, είναι η μειωμένη αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών δαπανών σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα-επίπτωση επί των αναπτυξιακών ρυθμών, γεγονός που ελάχιστα προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολιτικών και μέσων ενημέρωσης.

Το τρίτο στοιχείο που προκύπτει είναι η σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους, είναι η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση στο σύνολο της ΕΕ, τη στιγμή που ήδη είχαμε το μεγαλύτερο χρέος σε όρους ΑΕΠ στο σύνολο της Ευρώπης. Με βάση τις προβλέψεις του Προϋπολογισμού, το δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί το 2021 στο 197,1% επί  του ΑΕΠ από 206,3% επί του ΑΕΠ το προηγούμενο έτος. Το σύνολο, δε,  των αναλυτών αναγνωρίζουν ως καθοριστική την παρέμβαση της ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά ομολόγων, γεγονός που κρατάει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα το κόστος αναχρηματοδότησης. Να υπογραμμισθεί επίσης ότι η κυβέρνηση συνεχίζοντας -ορθά κατά τη γνώμη του γράφοντος- την πολιτική των προκατόχων της, διακρατά υψηλά ταμειακά διαθέσιμα που σύμφωνα με τις δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού Οικονομικών κινούνται στα επίπεδα των 39 δισ. ευρώ. Στα σενάρια αλλαγής στάσης των κεντρικών τραπεζών, λόγω της επανεμφάνισης και του ενδεχομένου διατήρησης των πληθωριστικών πιέσεων, και διακοπής του προγράμματος του pandemic QE από την ΕΚΤ χωρίς τη λήψη κάποιας ειδικής ρήτρας για τη χώρα μας (λόγω μη επενδυτικής βαθμίδας), γίνεται αντιληπτός ο βαθμός των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσουμε.

Σημείο τέταρτο, με βάση τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού το έλλειμμα του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης θα ανέλθει στο 9,6%/ΑΕΠ στο τέλος του τρέχοντος έτους. Σε επίπεδο πρωτογενούς αποτελέσματος το έλλειμμα θα αγγίξει το 7% με βάση του κανόνες ESA και το 7,3% με βάση τη μεθοδολογία της ενισχυμένης εποπτείας. Πρακτικά λοιπόν το ανακοινωθέν πακέτο, ασφαλώς και δεν αποτελεί «μέρισμα» από την δημοσιονομική υπεραπόδοση, όπως ορθώς έγινε στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά γίνεται μέσω της αύξησης του ελλείμματος, για να το θέσουμε απλά, με δανεικά.

Την ίδια στιγμή η εξελισσόμενη ενεργειακή κρίση απειλεί νοικοκυριά αλλά και επιχειρήσεις. Και αν το «πακέτο ενίσχυσης» η κυβέρνηση το εντάσσει για επικοινωνιακούς λόγους στα μέτρα «απορρόφησης» του κόστους ενέργειας από τα φυσικά πρόσωπα, για τις επιχειρήσεις δεν λαμβάνεται καμία ουσιαστική μέριμνα παρόλο που θα κληθούν να «σηκώσουν» το μεγαλύτερο βάρος στην προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας και της απασχόλησης τα επόμενα έτη -προσέγγιση που θα μπορούσε να εξεταστεί ως εναλλακτική. Αλλά, μπροστά στην επικοινωνία και το όφελος του πρόσκαιρου, φαίνεται ότι η ουσία δεν έχει καμία τύχη…

Τυχόν σύγκριση με αντίστοιχες πρακτικές του παρελθόντος, που οδήγησαν στην περιπέτεια της προηγούμενης δεκαετίας, ασφαλώς είναι εύστοχη.

Το πολιτικό σύστημα έχει μπει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και οτιδήποτε φαντάζει ως φιλολαϊκό μέτρο γίνεται αποδεκτό με ενθουσιασμό με την όποια κριτική να περιορίζεται στο εύρος και την εκάστοτε περίμετρο του. Τα λάθη των προηγούμενων δεκαετιών από ότι φαίνεται δεν μας έχουν γίνει διδάγματα, ενώ επιπρόσθετα δεν συνειδητοποιούμε ότι τέτοιες αποφάσεις ενδεχομένως να αδυνατίζουν τη θέση μας στην επικείμενη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Όποιος δε αναδεικνύει αυτή τη διάσταση απειλείται με εξοστρακισμό, για να θυμηθούμε μέρος της ιστορίας αυτού του τόπου.

(*) Ο Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος, πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ.

 

Του Δημήτρη Καιρίδη (*)

Η τουρκική απειλή έγινε πρόσφατα απειλητικότερη.

Η προσπάθεια να ενσωματωθεί το Βαρώσι στα κατεχόμενα, αποδεικνύει την πρόθεση της Τουρκίας να καταστήσει το απαράδεκτο καθεστώς στην Κύπρο ακόμα χειρότερο. Μάλιστα, η πρότασή της για δυο κράτη εκεί, επιτείνει τη διχοτόμηση, που βάναυσα επέβαλε το 1974, και υπονομεύει κάθε προοπτική για λύση του Κυπριακού.

 

Ταυτόχρονα, η επιστολή του Μόνιμου Αντιπροσώπου της στα Ηνωμένα Έθνη προς τον ΓΓ του ΟΗΕ θέτει ευθέως και χωρίς περιστροφές ζήτημα Λωζάνης. Η Τουρκία αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάνης όχι μόνο στα ανατολικά αλλά και στα δυτικά της. Προχωρά δε στον ανήκουστο ισχυρισμό ότι η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, και τα απορρέοντα από αυτήν κυριαρχικά δικαιώματα πέριξ αυτών, τελούν υπό τη διαλυτική αίρεση της μη στρατικοποίησής τους.

 

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια σαφή αναβάθμιση της τουρκικής επιθετικότητας και απειλής. Η Τουρκία μπορεί να παραμένει προσηλωμένη, προσχηματικά και προσωρινά, στην «επίθεση γοητείας» προς τη Δύση, και, κυρίως, τις ΗΠΑ αλλά επιμένει στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και στην προσπάθεια μονοπώλησης και πλήρους επικυριαρχίας της Ανατολικής Μεσογείου.

 

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, αξίζει να επαναξιολογηθεί η θέση και ο ρόλος της Ελλάδας στους αμερικανικούς και, ευρύτερους, δυτικούς σχεδιασμούς στην περιοχή. Πολλοί θεωρούν ότι η Τουρκία παραμένει πολύτιμη και πως κανείς στη Δύση δεν θέλει να τη χάσει. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια αλλά με μια ενδιαφέρουσα και πολύτιμη προσαρμογή.

 

Η Τουρκία δεν είναι πια το μοντέλο δημοκρατίας για τον μουσουλμανικό κόσμο, όπως κάποτε διαφημίζονταν. Ούτε ο Ερντογάν είναι ο μεταρρυθμιστής ηγέτης που θα εκσυγχρόνιζε την Τουρκία. Είναι προφανές ότι η Τουρκία έχει στραφεί σε πορεία αυτονόμησης από τη Δύση, κάτι που έχει να κάνει τόσο με σημαντικές δομικές αλλαγές που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια διεθνώς όσο και με συγκεκριμένες προσωπικές επιλογές του εθνο- και ισλαμο-λαϊκιστή Ερντογάν. Εν ολίγοις, η κεμαλική περίοδος, 1923-2001, μετατρέπεται, σιγά-σιγά, σε μια παρένθεση. Και η Τουρκία επιστρέφει, μαζί με την υπόλοιπη Ασία, στην αντιπαράθεσή της με τη Δύση.

 

Παρόλα αυτά, η Τουρκία συνεχίζει να αποτελεί έναν χρήσιμο «προφυλακτήρα» για τις ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας, της Κίνας, του ριζοσπαστικού Ισλάμ κ.ο.κ. Όμως, έχει χάσει την αξιοπιστία της. Γι’ αυτό, οι ΗΠΑ και η Δύση χρειάζονται έναν άλλον «προφυλακτήρα» έναντι της τουρκικής προβληματικότητας. Κι αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από την Ελλάδα. Χάρη στην αναξιοπιστία της Τουρκίας, η γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον αναβαθμίζεται. Η Ελλάδα καθίσταται το ισχυρό ανάχωμα σε μια πιθανή περαιτέρω οπισθοχώρηση της Τουρκίας προς την Ασία. Κι αυτό δημιουργεί μεγάλες ευκαιρίες αλλά και κινδύνους για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

 

Ποτέ άλλοτε το κλίμα για την Ελλάδα δεν ήταν τόσο θετικό στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η αναβαθμισμένη διεθνής θέση της μαζί με τη δραστηριοποίηση του ελληνοαμερικανικού λόμπι έχουν καταστήσει την Ελληνίδα πρέσβη στις ΗΠΑ περιζήτητη και ανάμεσα στους δέκα πιο ακριβοθώρητους ξένους διπλωμάτες στην αμερικανική πρωτεύουσα. Η επιρροή του Γερουσιαστή Μπομπ Μενέντεζ, του δεύτερου πιο σημαντικού Αμερικανού, μετά τον Πρόεδρο, στις εξωτερικές υποθέσεις της υπερδύναμης, χάρη στην προεδρία της πανίσχυρης Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, έχει αποδειχτεί καταλυτική υπέρ της ελληνικής υπόθεσης.

 

Χρέος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι να αξιοποιήσει τις διευρυμένες δυνατότητες που ο Μενέντεζ και οι άλλοι φίλοι της Ελλάδας μας δίνουν. Το κλειδί είναι να μην λύσουμε το πρόβλημα «Τουρκία» εμείς γι’ αυτούς αλλά εκείνοι να μας βοηθήσουν να λύσουμε το πρόβλημα «Τουρκία» για ‘μας. Με άλλα λόγια, πρέπει περισσότερο εκείνοι να είναι χρήσιμοι σε εμάς και λιγότερο εμείς σε αυτούς…

 

(*) Ο Δημήτρης Καιρίδης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βουλευτής ΝΔ, Βορείου Τομέα Αθηνών

 

Του Βαγγέλη Αρεταίου

Μέσα σε ένα δυσοίωνο κλίμα μόνιμης έντασης και βαθιάς πόλωσης, η Τουρκία οδεύει προς μια μεγάλη αλλαγή, χωρίς ωστόσο κανείς ακόμα να μπορεί να προβλέψει ούτε το «πως» ούτε το «πότε» θα γίνει η μετάβαση στη νέα, μετα-Ερντογάν κατάσταση. Παράλληλα με αυτά τα δυο ερωτήματα, το τρίτο επίσης καίριο, ίσως ακόμα πιο κρίσιμο, ερώτημα, είναι το «ποιος». Υπάρχει αντιπολίτευση που μπορεί να πάρει τα ηνία της χώρας και να την επαναφέρει σε τροχιά κανονικότητας; Θα μπορέσουν να κυβερνήσουν οι «κεμαλιστές» και αν ναι, θα το κάνουν με τους παραδοσιακούς δογματισμούς και τις αυταρχικές και ελιτίστικες παρωπίδες τους ή μήπως κάτι αλλάζει;..

Κάτι αλλάζει αναμφισβήτητα στην καρδιά της τουρκικής αντιπολίτευσης.

Η αλλαγή είναι τόσο βαθιά όσο είναι οι αλλαγές και οι μεταλλάξεις στην τουρκική κοινωνία. Μια κοινωνία που, σε πείσμα του Ερντογάν και των ιδεολόγων του, εκσυγχρονίζεται βαθιά και υιοθετεί έναν ουσιαστικά εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής και αντίληψης, παρά την επιφανειακή έξαρση της ορατότητας του Ισλάμ, που προωθείται συστηματικά από το καθεστώς. Οι βαθιές αλλαγές στην κοινωνία παρασέρνουν αναπόφευκτα και την αντιπολίτευση, που την διαπερνά μια ισχυρή δυναμική μετάλλαξης -τόσο το «κεμαλικό» Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) όσο και το «νεο-εθνικιστικό» Καλό Κόμμα (ΙΥΙ) της Μεράλ Ακσενέρ αλλά και τον ευρύτερο χώρο των «ισλαμιστών», κυρίως με το DEVA του Αλί Μπαμπατζάν και των Κούρδων με το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP).

Τα σημαντικά κόμματα της τουρκικής αντιπολίτευσης βρίσκονται σε μια μία διαδικασία μετασχηματισμού του πάλαι ποτέ άκαμπτου πολιτικού και ιδεολογικού τους περιεχομένου, προσαρμόζοντάς το έτσι ώστε να γίνει προοδευτικά πιο εύκαμπτο και συμπεριληπτικό. Η πορεία τους μοιάζει με εκείνη της «Αργούς»: Ανανεώνει διαρκώς τον εξοπλισμό της καθώς ταξιδεύει χωρίς να αλλάξει το όνομά της. Στο τέλος, κάτω από το ίδιο όνομα υπάρχει ένα εντελώς διαφορετικό πλοίο.

Η δυναμική αυτή ανατρέπει πλέον τους συσχετισμούς δυνάμεων καθώς την τελευταία περίοδο, και για πρώτη φορά, τα δυο μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης, CHP και ΙΥΙ, έχουν καταφέρει όχι μόνο να θεμελιώσουν και να ενισχύσουν την συμμαχία τους, την «Συμμαχία του Έθνους», αντιστεκόμενα στα αλλεπάλληλα πλήγματα που μάταια προσπαθεί να τους φέρει ο Ταγίπ Ερντογάν αλλά και να θέτουν πλέον αυτά τον τόνο και τον ρυθμό του δημόσιου διαλόγου και της επικαιρότητας.

Όπως όλα δείχνουν, η επόμενη κυβέρνηση της χώρας, αν δεν είναι πάλι του ΑΚΡ, θα σχηματιστεί από ένα συνασπισμό κομμάτων. Κάτι που, για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα, είναι η καλύτερη επιλογή.

Το CHP και το ΙΥΙ είναι σήμερα τα δυο μεγαλύτερα κόμματα που έχουν σαφώς καλύτερη ικανότητα να αφουγκράζονται τις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας από ότι το ΑΚΡ.

Μετά το 2010 και την ανάληψη της προεδρίας του CHP από τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, το κόμμα έχει εισέλθει σε μια μακρά περίοδο βαθιών μετασχηματισμών και αυτό γίνεται σαφές από τα σημαντικά -και ιστορικά για τα δεδομένα του CHP- ανοίγματα προς τους Κούρδους και το HDP, που τους αντιμετωπίζει ως στρατηγικούς συμμάχους. Εξίσου ριζοσπαστικά ανοίγματα έχει κάνει το κόμμα και προς τους «ισλαμιστές», προσπαθώντας να αποτινάξει από πάνω του το στίγμα ενός σκληροπυρηνικού αντι-ισλαμικού κεμαλισμού. Η ομάδα με τη μεγαλύτερη επιρροή εντός του κόμματος είναι σήμερα οι σοσιαλδημοκράτες, ενώ οι εθνικιστές είναι σημαντικά εξασθενημένοι. Η πολιτική ταυτότητα του CHP βρίσκεται υπό διαρκή πίεση να αλλάξει, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει πιστότερα τον σύνθετο χαρακτήρα της τουρκικής κοινωνίας. Το κόμμα είναι σε μια μη αναστρέψιμη πορεία μετάλλαξης η οποία επιταχύνεται διαρκώς.

Η Μεράλ Ακσενέρ στο ΙΥΙ καταβάλει και αυτή μια τεράστια προσπάθεια να μετατοπίσει το κόμμα της προς την κεντροδεξιά και μακριά από τον σκληρό εθνικισμό των Γκρίζων Λύκων ενώ κάνει πολύ σημαντικά ανοίγματα σε ανθρώπους που προέρχονται από τον φιλελεύθερο χώρο και έχουν σαφώς φιλο-δυτικό προφίλ.

To DEVA του Αλί Μπαμπατζάν έχει επίσης αποκρυσταλλώσει την παρουσία του, η οποία βρίσκεται μεν ακόμα περίπου στο 3-5% δημοσκοπικά αλλά αποτελεί πόλο μετασχηματισμού του πολιτικού Ισλάμ. Είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα, με έναν από τους βασικούς πυλώνες του να περιγράφεται ως «ορθολογικός πατριωτισμός, υπέρ της Ε.Ε. και της επίλυσης του κουρδικού ζητήματος».

Το HDP βρίσκεται σε μια πολύ διαφορετική φάση, καθώς λειτουργεί μόνιμα κάτω από την απειλή της δικαιοσύνης ενώ ένα πολύ μεγάλο μέρος των στελεχών του βρίσκεται στις φυλακές. Έχει όμως και αυτό, ήδη από το 2014, εισέλθει στην ευρύτερη διαδικασία μετασχηματισμού του κουρδικού κινήματος που το έχει φέρει πολύ πιο κοντά στην καρδιά της τουρκικής πολιτικής.

Όλες αυτές οι αλλαγές και η διαδικασία μετασχηματισμού ιδεολογιών, αφηγημάτων και πολιτικών συμπεριφορών καθιστούν την αντιπολίτευση σοβαρή εναλλακτική;

Αναμφισβήτητα ναι. Διότι παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα εσωτερικές αντιστάσεις, «πειρασμοί», νοσταλγίες του παρελθόντος και προσωπικές φιλοδοξίες, τα σημαντικά κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν αναπτύξει και πλέον αποκρυσταλλώσει την ικανότητα τους να εναρμονίζονται με τις ανάγκες της κοινωνίας. Και η κοινωνία σήμερα προσδοκά πολιτική και οικονομική σταθερότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια και διακυβέρνηση με θεσμούς και κράτος δικαίου. Τα ανοίγματα που αυτά τα κόμματα κάνουν προς τον «Άλλο», τον «ισλαμιστή», τον Κούρδο ακόμα και τον ομοφυλόφιλο, αποτελούν σημαντικά δείγματα της βούλησης των ηγεσιών τους να φέρουν μια ομαλοποίηση στην  Τουρκία.

Στο εσωτερικό θα προσπαθήσουν να φέρουν κοινωνική συμφιλίωση και ομαλοποίηση της διακυβέρνησης.

Στην εξωτερική πολιτική, η άποψη ότι το μέλλον μιας σταθερής και αναπτυσσόμενης Τουρκίας περνά μέσα από την επαναφορά της χώρας σε μια φιλοδυτική τροχιά, έχει κάνει και αυτή τον δρόμο της στους λαβύρινθους των εσωτερικών μετασχηματισμών των κομμάτων της αντιπολίτευσης και όπως όλα δείχνουν έχει, πλέον, αποκρυσταλλωθεί. Η ουσία ορισμένων πάγιων διεκδικήσεων της Τουρκίας, όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά, δεν αναμένεται να αλλάξει αν τα κόμματα αυτά έρθουν στην εξουσία. Αλλά σίγουρα θα αλλάξει ο τόνος και, εφόσον υπάρξει πάλι η προοπτική μιας Τουρκίας σε μια φιλο-δυτική, φιλο-ευρωπαϊκή τροχιά, προφανώς θα αλλάξουν και οι προτεραιότητες της Άγκυρας. 

Για μια λεπτομερή ανάλυση των δυναμικών στο CHP, IYI και DEVA, διαβάστε: The Times They Are AChangin’ ? , των Γιώργου Αγγελετόπουλου και Ευάγγελου Αρεταίου, εδώ.

Του  Αλέκου Κρητικού (*)

Στην πρόσφατη παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης σχεδόν μονοπωλήθηκε από το διόλου ευκαταφρόνητο ύψος χρηματοδότησης – 32 δισ. ευρώ – και από τα ακόμη μεγαλύτερα ποσά που αυτό αναμένεται να κινητοποιήσει. Μικρότερο ήταν το ενδιαφέρον για τα έργα που θα χρηματοδοτηθούν, ενώ πολύ λιγότερη προσοχή δόθηκε στις μεταρρυθμίσεις που προβλέπει το σχέδιο. Η λάμψη των 32 δισεκατομμυρίων δεν επέτρεψε να φωτισθούν επαρκώς οι μεταρρυθμίσεις αυτές όπως και μια σειρά άλλων νέων δεδομένων που δημιουργεί  η θέσπιση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Όπως όμως αναφέρει η σχετική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος – και υπενθυμίζει η Ειρήνη Χρυσολωρά στην «Καθημερινή» της 2.4.2021 –  οι μεταρρυθμίσεις του σχεδίου ανάκαμψης θα αυξήσουν το ελληνικό ΑΕΠ κατά 2,6% και οι επενδύσεις κατά 4,3%. Πάνω δηλαδή από το ένα τρίτο της προβλεπόμενης στο σχέδιο ανάκαμψης αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ (6,9%) θα οφείλεται στις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες μάλιστα εν γένει δεν συνεπάγονται δημοσιονομικό κόστος, ενώ οι επενδύσεις θα απαιτήσουν 32 δισεκατομμύρια ευρώ.

Οι μεταρρυθμίσεις του σχεδίου ανάκαμψης δεν πρέπει να  συγχέονται με τις «αιρεσιμότητες» που προβλέπονταν και συνεχίζουν να προβλέπονται στα ΕΣΠΑ. Η διαφορά τους από τις «αιρεσιμότητες» είναι ότι εκείνες ήταν προϋποθέσεις (conditionalities) για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ενώ οι μεταρρυθμίσεις είναι οργανικό και αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της αναπτυξιακής προσπάθειας. Και αυτό είναι το σημαντικό καινοτομικό στοιχείο που εισάγουν στον αναπτυξιακό σχεδιασμό. Στη μελέτη της ΤτΕ επισημαίνεται μάλιστα ότι «σε αντίθεση με την τελικά παροδική οικονομική επέκταση που χρηματοδοτείται από επιχορηγήσεις και δάνεια, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οδηγούν σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας». Αξίζουν επομένως μεγαλύτερου ενδιαφέροντος  οι μεταρρυθμίσεις

Υπάρχουν όμως και άλλες, ακόμη λιγότερο φωτιζόμενες, πτυχές της νέας πραγματικότητας που δημιουργεί το Ταμείο Ανάκαμψης. Μια από αυτές είναι ότι το νέο ταμείο εγκαταλείπει τις επί τριάντα χρόνια εδραιωμένες διαχειριστικές πρακτικές των διαρθρωτικών ταμείων, οι οποίες, από ρηξικέλευθες αρχικά μεταρρυθμίσεις εξελίχθηκαν σταδιακά σε αγκυλώσεις και τροχοπέδη της υλοποίησης των ΕΣΠΑ, πανευρωπαϊκά και όχι μόνο στη χώρα μας, και εισάγει εντελώς διαφορετικές διαδικασίες. Έτσι, για παράδειγμα, μαζί με τα εθνικά σχέδια ανάκαμψης εγκρίνονται ταυτοχρόνως και τα περιλαμβανόμενα σε αυτά έργα, σε αντίθεση με τα ΕΣΠΑ, μετά την έγκριση των οποίων πρέπει να ακολουθήσει η υποβολή και έγκριση επιχειρησιακών προγραμμάτων, η εξειδίκευση των προγραμμάτων αυτών και συνήθως και κάποια άλλα στάδια μέχρι να εγκριθούν, σε διαδοχικές δε φάσεις, τα προς χρηματοδότηση έργα. Είναι προφανές ότι οι όντως  πολύ σφιχτές προθεσμίες υλοποίησης των σχεδίων ανάκαμψης αλλά και στόχοι που αυτά καλούνται να υπηρετήσουν δεν μπορούσαν να συμβιώσουν με αυτές τις πρακτικές. Είναι δε λογικό να αναμένεται ότι η νέα προσέγγιση που ακολουθείται στο Ταμείο Ανάκαμψης θα επηρεάσει σημαντικά, αν όχι και καθοριστικά, τις μελλοντικές διαδικασίες στην «παραδοσιακή» πολιτική συνοχής της ΕΕ.

Αποτέλεσμα της νέας αυτής προσέγγισης είναι και η ανακατανομή ρόλων στο εσωτερικό των οργάνων της ΕΕ. Τη διαπραγμάτευση του κανονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης ανέλαβαν οι υπουργοί Οικονομικών, αφαιρώντας τον ρόλο αυτό από τους παραδοσιακούς παίκτες που ήταν τα υπουργεία αναπτυξιακού σχεδιασμού. Αντιστοίχως, είσστο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής και Αστικής Πολιτικής (REGIO) δεν έχει, πρακτικά, ρόλο στον σχεδιασμό και την υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και αμυντικά εξαντλεί το ενδιαφέρον της στη διασφάλιση του σαφούς διαχωρισμού (demarcation) μεταξύ δράσεων ΕΣΠΑ και δράσεων Ταμείου Ανάκαμψης, αντί να αναζητεί και να επιδιώκει την αναγκαία συμπληρωματικότητα. Ούτε όμως  Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (ECFIN), παρ’ όλο που της επιφυλάχθηκε σημαντικότερος ρόλος, κέρδισε την πρωτοκαθεδρία. Η σολομώντεια λύση που επελέγη ήταν η δημιουργία μιας ειδικής Task Force υπό τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.

Η ανάθεση κεντρικού ρόλου στους υπουργούς Οικονομικών, στην προαναφερόμενη Task Force και δευτερευόντως στην Γ.Δ. ECFIN, συνεπάγεται κριτήρια σχεδιασμού που δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκην με αυτά της παραδοσιακής πολιτικής συνοχής, όπως τουλάχιστον εννοούσε και περιέγραφε την πολιτική αυτή η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η είσοδός τους στον χώρο αυτό σηματοδοτεί την εισαγωγή στα σχέδια ανάκαμψης  μιας άλλης αντίληψης για την ανάπτυξη, με διαφορετικές προϋποθέσεις και προτεραιότητες, πιθανότατα επιβεβλημένες από την πρωτοφανή συγκυρία, που δεν θα πρέπει όμως να προσλάβουν χαρακτηριστικά μονιμότητας. Τα ΕΣΠΑ, που βρίσκονται σε στάδιο έγκρισης και θα ακολουθήσει η εξειδίκευσή τους, πρέπει να κληθούν να καλύψουν το «έλλειμμα» που ενδεχομένως θα προκύψει σε όρους αντιμετώπισης περιφερειακών ανισοτήτων.

Επανερχόμενοι στα καθ’ ημάς, ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η όλη επιχείρηση σύνταξης και υλοποίησης του εθνικού σχεδίου ανάκαμψης τέθηκε υπό την ευθύνη του πρωθυπουργού. Χάρις σε αυτή την πρωτοβουλία, κατέστη εφικτή η σύνταξη και υποβολή εντός των προθεσμιών ενός σχεδίου που συγκεντρώνει πολλά θετικά σχόλια και προβάλλεται ως πρότυπο προς μίμηση στις Βρυξέλλες αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η διαδικασία αυτή πρέπει και μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα κάθε φορά που απαιτείται να αναληφθεί μια προσπάθεια εθνικών διαστάσεων, όπως συνέβη και στην περίπτωση της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Και η ανάπτυξη της χώρας είναι αναμφιβόλως εθνικών διαστάσεων υπόθεση. Είναι λοιπόν υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι αν είχε ακολουθηθεί μια ανάλογη διαδικασία στα διαδοχικά Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και στα ΕΣΠΑ , η ποιότητα, η ταχύτητα υλοποίησής τους και, εν τέλει, η προστιθέμενη αξία τους, θα ήταν μεγαλύτερες;

Το όλο εγχείρημα έχει όμως και κάποιες άλλες παράπλευρες απώλειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις οποίες επίσης κρύβει η λάμψη των δισεκατομμυρίων. Μια από αυτές είναι ο διαφαινόμενος κίνδυνος αποδυνάμωσης, αν όχι εγκατάλειψης, βασικών αρχών της μεγάλης μεταρρύθμισης του 1988, όπως η ανάπτυξη μέσω ολοκληρωμένων προγραμμάτων και η εγκαθίδρυση της εταιρικής σχέσης, με την οποία το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ανοίχθηκε για πρώτη φορά στις υπο-κρατικές οντότητες. Είναι σαφές ότι η συγκυρία και οι προθεσμίες δεν επέτρεπαν την τήρηση αυτών των αρχών, δεν θα είναι όμως σκόπιμη η οριστική απομάκρυνση από αυτές στη μετά την κρίση περίοδο.

(*) Ο Αλέκος Κρητικός διετέλεσε στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενικός Γραμματέας στα υπουργεία Ανάπτυξης και Εσωτερικών, είναι Ειδικός Σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

 

της Δρ. Φοίβης Κουντούρη (*)

Η διάσκεψη των μερών της Σύμβασης-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, γνωστή ως COP, συνιστά ένα πολύ σπουδαίο γεγονός τόσο για τους ηγέτες των χωρών, όσο και για τους επικεφαλής μεγάλων ιδιωτικών οργανισμών, καθώς ο σκοπός της είναι να συμβάλλει στην κινητοποίηση των παγκόσμιων προσπαθειών και να θέσει το διεθνές πλαίσιο δράσης για την συγκράτηση της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη κατά μέγιστο +1,5ο C σε σύγκριση με την προβιομηχανική περίοδο. Η επιστήμη είναι ξεκάθαρη, ότι η αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από 1,5 βαθμό θέτει εκατομμύρια ανθρώπους σε κίνδυνο από απειλητικούς για τη ζωή καύσωνες, πλημμύρες και φτώχεια. Επιπλέον, απειλεί με εξαφάνιση κοραλλιογενείς υφάλους στους οποίους βασίζονται ολόκληρα οικοσυστήματα παγκοσμίως. Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερες πόλεις να βυθίζονται. Και αυτό είναι μόνο η αρχή. Για να αποφευχθούν οι συνέπειες αυτές, πρέπει να επιτύχουμε μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050.

Στην 26η Διάσκεψη των Μερών για την Κλιματική Αλλαγή των Ηνωμένων Εθνών (COP26), που έλαβε χώρα μεταξύ 1-12 Νοεμβρίου στη Γλασκώβη της Σκωτίας, συμμετείχα ως Πρόεδρος της Ευρωπαικής Επιστημονικής Ένωσης Οικονομολόγων του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων, της μεγαλύτερης επιστημονικής ένωσης στον κόσμο που πραγματεύεται την διάδραση φύσης και κλίματος-οικονομίας-κοινωνίας. Βασικός στόχος της COP26 ήταν να συμφωνηθούν κρατικοί στόχοι μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, που να εξασφαλίσουν κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050. Τι καταφέραμε;

Καταρχήν, όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τουλάχιστον 23 χώρες, μεταξύ των οποίων πέντε από τις πιο ρυπογόνες χώρες στον κόσμο[1], δηλαδή Πολωνία, Ινδονησία, Νότια Κορέα, Βιετνάμ και Ουκρανία, ανέλαβαν νέες δεσμεύσεις για τη σταδιακή κατάργηση της παραγωγής ενέργειας με χρήση άνθρακα. Περίπου 40 χώρες[2] υπέγραψαν δέσμευση για σταδιακή κατάργηση της χρήσης άνθρακα και τη μετάβαση τους σε καθαρή ενέργεια μέχρι το 2050. Δυστυχώς, οι μεγαλύτεροι ρυπαντές, δηλαδή ΗΠΑ, Κίνα και Ινδία, δεν συνυπέγραψαν αυτή τη Συμφωνία. Παρόλα αυτά, αν ληφθούν υπόψη και οι πρόσφατες δεσμεύσεις μηδενισμού του ισοζυγίου άνθρακα της Ινδίας έως το 2070, της Κίνας έως το 2060, της Σαουδικής Αραβίας έως το 2060, και της Νιγηρίας έως το 2060, είναι εφικτός ο περιορισμός της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας στους +1,8ο C μέχρι το τέλος του αιώνα[3].  Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην συμφώνησαν να σταματήσουν την χρήση άνθρακα στο εσωτερικό τους, αλλά υποσχέθηκαν να σταματήσουν τη χρηματοδότηση πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα στο εξωτερικό[4]. Είναι πολύ αισιόδοξο το μήνυμα που περνάει από την ανακοίνωση της Συμφωνίας μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ για ενίσχυση της μεταξύ τους συνεργασίας για το κλίμα την επόμενη δεκαετία[5]. Όπως επίσης ότι παρά το γεγονός ότι οι Πρόεδροι Κίνας και Ρωσίας απουσίαζαν από τη Σύνοδο, οι εκπρόσωποι τους συμμετείχαν σε όλες τις συζητήσεις[6]. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές χώρες και εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι Ford, General Motors, Mercedes Benz, Volvo, ανακοίνωσαν την πρόθεση τους  να σταματήσουν να πωλούν βενζινοκίνητα ή πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα μετά το 2035[7].

 

Εικόνα 1 Κάρολος, Πρίγκιπας της Ουαλίας – Τζον Κέρι, Ειδικός Απεσταλμένος του Προέδρου των ΗΠΑ για το Κλίμα – Τζο Μπάϊντεν, Πρόεδρος των ΗΠΑ

Περισσότερες από 100 χώρες δεσμεύτηκαν για μείωση των παγκόσμιων εκπομπών μεθανίου κατά 30% έως το 2030. Το μεθάνιο είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παράγοντας που συμβάλλει στην υπερθέρμανση του πλανήτη μετά το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) και διαρρέει στην ατμόσφαιρα σε πολύ μεγάλες ποσότητες από τους χώρους υγειονομικής ταφής, τα ζώα και τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, οι τρεις χώρες με τις μεγαλύτερες εκπομπές μεθανίου στον κόσμο, Κίνα, Ρωσία και Ινδία (Εικόνα 2) δεν συνυπέγραψαν, με αποτέλεσμα η επίτευξη του στόχου +1,5ο C να τίθεται σε αμφιβολία. Οι τρέχουσες εθνικές δεσμεύσεις για την απαλλαγή από τις εκπομπές (Εθνικά Καθορισμένες Συνεισφορές, ή NDCs), που έγιναν στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού, δεν επαρκούν για να διατηρήσουν τη μέση άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη σε λιγότερο από +1,5°C. Για την επίτευξη αυτού του στόχου θα χρειαστούν επιπλέον μειώσεις 17-20 Gt CO2 και μείωση 40% στις εκπομπές μεθανίου. Η έκθεση της Επιτροπής Ενεργειακής Μετάβασης (ETC) περιγράφει τεχνολογικά εφικτές ενέργειες που θα μπορούσαν να κλείσουν αυτό το χάσμα ώστε οι χώρες να μπορέσουν να μπουν στην τροχιά του +1,5°C[8].

Εικόνα 2 Ορισμένοι από τους μεγαλύτερους ρυπαντές μεθανίου δεν συνυπέγραψαν τη δέσμευση μείωσης των εκπομπών του. Πηγή: Climate watch, 2020 © FT

Αναφορικά με τα δάση και τη χρήση γης, 133 χώρες, μεταξύ των οποίων -και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία- η Ρωσία και η Βραζιλία, που συλλογικά αντιπροσωπεύουν το 90% της παγκόσμιας δασικής κάλυψης υπέγραψαν τη σχετική Διακήρυξη των Ηγετών[9], η οποία φιλοδοξεί «να σταματήσει αλλά και να αντιστρέψει την απώλεια δασών και την υποβάθμιση της γης έως το 2030». Αυτό που είναι ανησυχητικό, είναι ότι με εξαίρεση την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα άλλα κράτη δεν έχουν μετατρέψει τις υποσχέσεις τους σε Νόμους ή Κανονισμούς, και δεν έχουν ακόμη αναπτύξει σαφή και λεπτομερή τεχνολογικά και οικονομικά μονοπάτια, ώστε να είναι εφαρμόσιμες, ενώ πολλές έχουν προγραμματίσει την εκκίνηση τους για πολύ αργότερα[10].

Εικόνα 3 Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Αντόνιο Γκουτέρες, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών

Μια άλλη επιτυχία της COP26 ήταν η εντυπωσιακή δραστηριοποίηση επιχειρήσεων και  χρηματοπιστωτικών οργανισμών για χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων με σκοπό να μηδενιστούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Το σύνολο των κεφαλαίων παγκοσμίως που έχει δεσμευτεί για μηδενισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ξεπερνάει πλέον τα 130 τρισεκατομμύρια δολάρια, από μόλις 5 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2019, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία παρέλαβαν από κοινού την Προεδρία της COP26 από τη Χιλή και την Ισπανία[11]. Αυτή η άνευ προηγουμένου κινητοποίηση είναι ιστορικής σημασίας. Η μεγάλη πρόκληση όμως που υπάρχει είναι η μετατροπή αυτών των δεσμεύσεων μηδενισμού, σε συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια με σαφείς στόχους και ορόσημα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η η ανακοίνωση του Ιδρύματος Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (IFRS Foundation) στην COP26, αναφορικά με τη δημιουργία ενός Διεθνούς Συμβουλίου Προτύπων Αειφορίας (ISSB). Η πρόθεση είναι να δημιουργηθεί μια πλήρης βάση προτύπων πληροφόρησης που θα καλύπτουν τις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των διεθνών επενδυτών για υψηλής ποιότητας πληροφόρηση για θέματα που αφορούν το κλίμα, αλλά και ζητήματα Περιβαλλοντος, Κοινωνικής Ευθύνης και Διακυβέρνησης (ESG), που θα χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, αξιοπιστία και συγκρισιμότητα.

Σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA)[12], το 70% των μειώσεων των εκπομπών που απαιτούνται έως το 2030 για να διατηρηθεί ο στόχος του +1,5ο C μένει εκτός των τρεχουσών δεσμεύσεων των κυβερνήσεων. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στον ιδιωτικό τομέα, όπου περισσότερες από 2 στις 3 εταιρείες να προτίθενται να ευθυγραμμιστούν με το μηδενισμό του ισοζυγίου άνθρακα από το 2030, αναβάλλοντας ουσιαστικά την προσπάθεια κατά μια δεκαετία, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και το κόστος μείωσης[13].

Ένα άλλο θέμα που τέθηκε στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων είναι αυτό των αγορών άνθρακα, που αποτυπώνεται στο άρθρο 6 της Συμφωνίας του Παρισιού (COP21, 2015)[14]. Οι διαφωνίες σε αυτό το ζήτημα, περιστρέφονται κατά κύριο λόγο γύρω από δύο διαστάσεις: Πρώτον, θέσπιση κανόνων τόσο για τις κυβερνήσεις όσο και για τους φορείς του ιδιωτικού τομέα και δεύτερον, εάν και πώς θα αξιοποιηθούν τυχόν έσοδα για τη στήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών. Για το πρώτο, η διασφάλιση της ακεραιότητας της αγοράς είναι απαραίτητη, το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να θεσπιστούν συγκεκριμένοι κανόνες για το συμψηφισμό ρύπων (offsetting) ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα greenwashing. Για το δεύτερο, δηλαδή το θέμα της αναδιανομής των εσόδων, παραμένουν διαφωνίες σχετικά με το αν κάποια από τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν από τις αγοραπωλησίες άνθρακα θα πρέπει να κατευθυνθούν προς τις αναπτυσσόμενες χώρες για τη στήριξη των προσπαθειών τους για το κλίμα. Οι διαφωνίες αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι δεν έχει εκπληρωθεί η υπόσχεση παροχής στις τελευταίες χρηματοδοτικής στήριξης 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως έως το 2020.

Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι τόνισαν την αναγκαιότητα να ενταχθεί η «κλιματική εκπαίδευση» ως μέρος των προγραμμάτων σπουδών. Κατά τη συνάντηση των Υπουργών Παιδείας με τη Νεολαία, 23 χώρες υπέβαλαν εθνικές δεσμεύσεις για εκπαίδευση για το κλίμα, συμπεριλαμβανομένων των σχολείων μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών και η τοποθέτηση του κλίματος στην καρδιά των εθνικών τους προγραμμάτων σπουδών[15]

Εικόνα 4 Στην COP26 παραβρέθηκε και η Γκρέτα Τούνμπεργκ

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε την COP26 είναι «Απώλειες και ζημιές (Loss and Damage που αφορά κυρίως τα Μικρά Νησιωτικά Αναπτυσσόμενα Κράτη (SIDS) τα οποία αδυνατούν να ανταπξέλθουν στην αποκατάσταση των ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα ή να προσαρμοστούν για να αποτρέψουν περαιτέρω καταστροφές, χωρίς εξωτερική οικονομική βοήθεια. Σε ένα προσχέδιο συμφωνίας για την COP26 που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Παρασκευή, συμπεριλαμβάνεται για πρώτη φορά ένας τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος μέσω της δημιουργίας ειδικού Οργανισμού για αυτό το σκοπό. Ωστόσο, το προσχέδιο δεν προβλέπει τη δημιουργία ενός σχετικού ταμείου[16].

Τέλος, στην COP26 υπήρχε μέρα ειδικά αφιερωμένη στα ζητήματα των Φύλων, όπου υπογραμμίστηκαν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις γυναίκες και τα κορίτσια του κόσμου, καθώς είναι γεγονός ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι μεγαλύτερες για τις γυναίκες από ότι στους άντρες. Μάλιστα, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, η πλειοψηφία των ανθρώπων που εκτοπίζονται λόγω της κλιματικής αλλαγής είναι γυναίκες[17]. Eίναι χαρακτηριστικό ότι οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να χρηματοδοτήσουν με 14 εκατομμύρια δολάρια (ή 12,1 εκατ. ευρώ) το Ταμείο Δράσης Ισότητας των Φύλων και να «επενδύσουν 3 εκατομμύρια δολάρια για τη στήριξη των αγροτισσών στην Ανατολική Αφρική ώστε να προσαρμοστούν στις κλιματικές επιπτώσεις». Αρκετές ακόμα χώρες, όπως η Βολιβία, ο Καναδάς, ο Ισημερινός, η Γερμανία και η Σουηδία, περιέγραψαν τα σχέδια τους για πιο ευαίσθητες ως προς το φύλο πολιτικές για το κλίμα[18].

Είχα τη χαρά και την τιμή να συμμετέχω ως ομιλήτρια στη  συζήτηση που οργάνωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση Οικονομολόγων Περιβάλλοντος και Πόρων (EAERE), η οποία επικεντρώθηκε σε τεχνολογικά, οικονομικά και πολιτικά μονοπάτια μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα. Στους ομιλητές περιλαμβάνοντας υψηλού επιπέδου εκπρόσωποι του Ακαδημαϊκού χώρου, Παγκόσμιων Φορέων Προτυποποίησης, Επιχειρήσεων και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων. Στους συμμετέχοντες περιλαμβάνονταν οι:

Η δική μου παρέμβαση αφορούσε το Θαλάσσιο Χωρικό και Δυναμικό Σχεδιασμό για μια αειφόρο Γαλάζια Ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της ναυτιλίας, της παράκτιας και υπεράκτιας παραγωγής ενέργειας και της προστασίας του θαλάσσιου οικοσυστήματος.

 

Εικόνα 5 Eu Hybrid Side Event At Cop26 – Climate Neutrality And Biodiversity: Renewables Assets, Reporting Standards And Sustainable Finance

 

Επίσης, μίλησα στην ενότητα «Economic Response Toward Covid-19 Resilience» του Zero Emissions Solutions Conference που οργάνωσε το UN Sustainable Development Solutions Network – Europe του οποίου είμαι συμπρόεδρος. Εκεί συζητήθηκαν οι τρόποι με τους οποίους μια πράσινη και ψηφιακή Ευρώπη μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα των οικονομιών και των κοινωνιών, απέναντι σε μελλοντικές οικονομικές υφέσεις και περιβαλλοντικές προκλήσεις. Το UN SDSN αποτελεί το μεγαλύτερο παγκόσμιο δίκτυο (με περισσότερα από 1500 πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα ως μέλη) για την προώθηση των επιστημονικών και τεχνολογικών Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού της εφαρμογής των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs).

Εικόνα 6 Zero Emissions Solutions Conference by SDSN

Συμμετέχω στο θεσμικό παρατηρητήριο των COPs από το 2000. Αυτή είναι η πρώτη φορά που επιστρέφω αισιόδοξη. Γιατί; Επειδή έχουμε φτάσει σε εκείνο το τεχνολογικό στάδιο στο οποίο οι κλιματικά ουδέτερες τεχνολογίες είναι πολύ φθηνότερες από τα ορυκτά καύσιμα, και αυτό κάνει τις επιχειρήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να βλέπουν τον πλούτο των ευκαιριών σε επενδύσεις που είναι ουδέτερες για το κλίμα. Την ίδια στιγμή, δυστυχώς, οι επιπτώσεις των καταστροφών που σχετίζονται με το κλίμα γίνονται αισθητές στο ευρύ κοινό, γεγονός που ασκεί πίεση στους πολιτικούς. Συνδυαστικά λοιπόν, διακρίνω μια άνευ προηγουμένου επιχειρηματική-οικονομική-πολιτική δυναμική για τη μετάβαση σε έναν κλιματικά ουδέτερο και ανθεκτικό κόσμο. Το πλέγμα Επιστήμης – Τεχνολογίας – Κοινωνίας των Πολιτών και ειδικά η νεολαία, μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε όλα!

(*) Η Φοίβη Κουντούρη είναι Καθηγήτρια στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών and Διευθύντρια στο “Εργαστήριο Έρευνας στην Κοινωνικό-Οικονομική και Περιβαλλοντική Αειφορία” (ReSEES) του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών; Διευθύντρια της Μονάδας Αειφόρου Ανάπτυξης (SDU) και του EIT Climate-KIC Hub Ελλάδος, του Ερευνητικού Κέντρου Τεχνολογίας της Πληροφορίας “ΑΘΗΝΑ”; Εκλεγμένη πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Οικονομολόγων Περιβάλλοντος και Πόρων (EAERE); Εκλεγμένο μέλος της Παγκόσμιας Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (WAAS); Συνδιευθύντρια του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης Ευρώπης (UN SDSN Europe) και Ελλάδος (UN SDSN Greece). Επίσης είναι μέλος της εθνικής επιτροπής για τη Κλιματική Αλλαγή. Προσωπική ιστοσελίδα: phoebekoundouri.org

 

 

 

[1] UNCCC UK 2021 (04 Nov 2021), End Of Coal In Sight At Cop26, https://ukcop26.org/end-of-coal-in-sight-at-cop26/?utm_source=sendinblue&utm_campaign=COP26%20Daily%20Bulletin%2007&utm_medium=email

[2] UNCCC UK 2021 (04 Nov 2021), Global Coal To Clean Power Transition Statement https://ukcop26.org/global-coal-to-clean-power-transition-statement/

[3] Commentary by Dr Fatih Birol, Executive Director IEA (4 November 2021), COP26 climate pledges could help limit global warming to 1.8 °C, but implementing them will be the key https://www.iea.org/commentaries/cop26-climate-pledges-could-help-limit-global-warming-to-1-8-c-but-implementing-them-will-be-the-key

[4] The New York Times (04 Nov 2021), Over 40 Countries Pledge at U.N. Climate Summit to End Use of Coal Power https://www.nytimes.com/2021/11/04/climate/cop26-coal-climate.html

[5] BBC News, COP26: China and US agree to boost climate co-operation, https://www.bbc.com/news/science-environment-59238869

[6] BBC News, COP26: Why Russia and China president no attend climate change meeting for GLasgow, Scotland, https://www.bbc.com/pidgin/59145866

[7] AP News (10 Nov 2021), Efforts to cut car, plane and ship emissions get small boost, https://apnews.com/article/climate-science-technology-lifestyle-business-e93613b519222eae7680e1d441f9fc5d

[8] Energy Transitions Commission (ETC), September 2021, Keeping 1.5°C Alive: Actions for the 2020s, https://www.energy-transitions.org/publications/keeping-1-5-alive/

[9] UNCCC UK 2021 (02 Nov 2021), Glasgow Leaders’ Declaration On Forests And Land Use, https://ukcop26.org/glasgow-leaders-declaration-on-forests-and-land-use/

[10] Time, The World’s Top Carbon Emitters Now All Have Net Zero Pledges. Most of Them Are Too Vague, https://time.com/6113845/net-zero-climate-pledge-impact/

[11] S&P Global (03 Nov 2021), COP26: Capital committed to net-zero emissions surges to $130 trillion: GFANZ, https://www.spglobal.com/platts/en/market-insights/latest-news/energy-transition/110321-cop26-capital-committed-to-net-zero-emissions-surges-to-130-trillion-gfanz

[12] IEA, Net Zero by 2050 A Roadmap for the Global Energy Sector, https://iea.blob.core.windows.net/assets/deebef5d-0c34-4539-9d0c-10b13d840027/NetZeroby2050-ARoadmapfortheGlobalEnergySector_CORR.pdf#page=34

[13] Standard Chartered, Zeronomics, Financinf the transition to a net-zero world, https://www.sc.com/en/insights/zeronomics/ 

[14] United Nations, 2015, Paris Agreement, https://unfccc.int/sites/default/files/english_paris_agreement.pdf#page=9

[15] UNCCC UK 2021 (05 Nov 2021), Υoung people demand action to protect their futures at COP26, https://ukcop26.org/young-people-demand-action-to-protect-their-futures-at-cop26/

[16] Reuters (12 Nov 2021), Vulnerable states call climate loss and damage deal ‘bare minimum’, https://www.reuters.com/business/cop/vulnerable-states-call-climate-loss-damage-deal-bare-minimum-2021-11-12/

[17] UN Fact Sheet, Women, Gender Equality and Climate Change, https://www.un.org/womenwatch/feature/climate_change/downloads/Women_and_Climate_Change_Factsheet.pdf

[18] Euronews (10/11/2021), COP26: Five takeaways as the ‘sexism’ of climate change is discussed, https://www.euronews.com/green/2021/11/09/cop26-five-takeaways-as-the-sexism-of-climate-change-is-discussed

Του Γιάννη Παναγόπουλου (*)

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο που προωθεί η Κυβέρνηση έχει επικοινωνηθεί ως μια νομοθετική πρωτοβουλία που, όπως διατείνεται, «ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων και την ενίσχυση της προστασίας τους». Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που εμπεριέχει διατάξεις που εάν εφαρμοστούν θα δημιουργήσουν μεγάλη φαυλότητα στην αγορά εργασίας και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα θα πέσουν θύματα εργοδοτικών αυθαιρεσιών και καταχρήσεων, δίχως το κράτος να μπορεί να τους παράσχει καμία απολύτως εγγύηση προστασίας.

Υπάρχουν πολλές διατάξεις για τις οποίες η ΓΣΕΕ έχει εκφράσει με τεκμηριωμένο τρόπο τις αντιρρήσεις της. Εγώ θα περιοριστώ σε τρεις. Διατάξεις, όπως αυτές της διευθέτησης του χρόνου εργασίας με ατομική συμφωνία, διευκόλυνσης των απολύσεων με ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος αλλά και η μετατροπή του ΣΕΠΕ σε Ανεξάρτητη Αρχή, δεν αδικούν μόνο τον κόσμο της μισθωτής εργασίας αλλά και την εικόνα της ίδιας της χώρας, η οποία περνά το μήνυμα ότι δεν σέβεται διεθνείς συμβάσεις που εδώ και δεκαετίες έχει αποδεχθεί και κυρώσει.

Κάτω από το πέπλο ορισμένων θετικών ρυθμίσεων, «κρύβεται» η προώθηση σειράς αντεργατικών μέτρων, τα οποία, αν θα τεθούν σε ισχύ, επιπρόσθετα των μνημονιακών μέτρων που ψήφισαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, θα λειτουργήσουν σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Συγκεκριμένα, για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας που κανονικά σχετίζεται με τις τακτικές (λόγω φύσης της παραγωγικής διαδικασίας) ή έκτακτες (λόγω ξαφνικού ή απρόβλεπτου γεγονότος) ανάγκες των επιχειρήσεων, και η οποία μέχρι σήμερα εφαρμοζόταν με συλλογική συμφωνία, το νέο εργασιακό νομοσχέδιο εντάσσει επιπρόσθετα την ατομική διευθέτηση που ουδόλως σχετίζεται με αυτή τη διαδικασία.

Οι εργαζόμενοι χωρίς την κάλυψη της συλλογικής εκπροσώπησης σε καμία περίπτωση δεν είναι ισότιμοι διαπραγματευτικά με τον εργοδότη. Την ίδια στιγμή είναι βέβαιο ότι θα ενισχυθούν και φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου. Σε χώρους που θα υπάρχει οργανωμένη, ισχυρή και με επιρροή στους εργαζόμενους συνδικαλιστική οργάνωση, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί με ατομική σύμβαση εργασίας. Σε διπλανή επιχείρηση όμως, δίχως συλλογική εκπροσώπηση των εργαζομένων, ο εργοδότης με ευκολία θα επιβάλει απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, με βάση τις οποίες θα ανταγωνίζεται όλους όσοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να λειτουργήσουν σε βάρος των δικαιωμάτων του προσωπικού τους.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι η «ευελιξία» στην εργασία, θα καθορίζει πλέον τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων. Άραγε είναι επιδιωκόμενη απ’ όλους μια τέτοια «παράκαμψη» των συλλογικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών; Δεν θα είχε μεγαλύτερη αξία αντί ατομικών συμβάσεων εργασίας, να ενισχυθεί η κουλτούρα συλλογικής διαπραγμάτευσης στις οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών; Προτάσεις υπάρχουν, θέληση όμως;

Διευκολύνονται οι απολύσεις

Επιπλέον, εισάγονται διατάξεις που απελευθερώνουν ουσιαστικά τις απολύσεις και στερούν κάθε προστασία στους εργαζόμενους. Διατάξεις με τις οποίες γίνεται επίδειξη ασέβειας προς την Ελληνική Δικαιοσύνη, αφού απομειώνεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη ισχύς της δικαστικής εξουσίας και αναιρείται η υποχρέωση  επαναπασχόλησης του εργαζομένου, ως συνέπεια της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και της υπερημερίας του εργοδότη. Η επιστροφή στη θέση εργασίας αποτελεί μέτρο αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του εργαζομένου, που έχει υποστεί την άκυρη απόλυση. Η απώλεια της θέσης εργασίας ιδίως στις περιπτώσεις που έχει διαπιστωθεί η ακυρότητα της απόλυσης, ασφαλώς δεν μπορεί να θεραπευθεί με την καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης που εισάγει η νέα ρύθμιση.

Επίσης, η νέα ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να διορθώσει λάθη και παραλείψεις του, ματαιώνοντας τις συνέπειες από την ακυρότητα της απόλυσης και την υπερημερία του που αυτή συνεπάγεται, καθιστώντας τη δίκη που άνοιξε ο εργαζόμενος άνευ αντικειμένου και στερώντας του κάθε προστασία. Πραγματικά όλα αυτά συνιστούν πρόοδο ή έρχονται και προστίθενται στην υπάρχουσα ήδη αποσάθρωση του ισχύοντος πλαισίου του δικαίου της καταγγελίας;

Τέτοιες ρυθμίσεις λοιπόν θα προκαλέσουν τεράστια προβλήματα στον κόσμο της εργασίας και της παραγωγής, όταν μάλιστα προωθείται ταυτόχρονα και η μετατροπή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας σε Ανεξάρτητη Αρχή. Άλλη μια παρέμβαση που μας εκπλήσσει αρνητικά. Αντί το Σ.ΕΠ.Ε να αποτελεί στενή επιτελική δομή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, αντί να εμπλουτιστεί και να θωρακιστεί ώστε να είναι ένα αποτελεσματικό εργαλείο επιβολής του νόμου απέναντι στην παραβατικότητα και τα φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού, μέσω της καταστρατήγησης της εργατικής νομοθεσίας, η Κυβέρνηση απεκδύεται της πολιτικής ευθύνης ελέγχου των εργοδοτικών παραβάσεων.

Ειδικά για το θέμα αυτό η Κυβέρνηση προχωρά νομοθετεί ενώ γνωρίζει τις απορρέουσες, από τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 81, υποχρεώσεις του Ελληνικού Κράτους. Ενώ γνωρίζει ότι για τη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις επιταγές της ΔΣΕ 81 έχουν εκδοθεί αποφάσεις και συστάσεις προς την Ελλάδα από τα όργανα ελέγχου του ILO. Ενώ γνωρίζει ότι στο πρόσφατο παρελθόν παρασχέθηκε εκτενής τεχνική βοήθεια από το ILO για την Επιθεώρηση Εργασίας και την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας. Από αυτή την βοήθεια που παρασχέθηκε από το ILO προέκυψε η τριμερής συμφωνία Κράτους, εργαζομένων και εργοδοτών για τον Οδικό Χάρτη για την αδήλωτη εργασία, με ειδικές κομβικές δράσεις και λογοδοσία του Υπουργείου Εργασίας και του Σ.ΕΠ.Ε. ως προς την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος στοχευμένων ελέγχων.

Η σημασία της απεργίας της 10ης Ιουνίου

Με βάση τα παραπάνω, ο βασικός κορμός των προωθούμενων ρυθμίσεων είναι εκτός εργασιακής και κοινωνικής πραγματικότητας στην Ελλάδα. Όπως επίσης, προκύπτει καθαρά ότι εξυπηρετεί συμφέροντα που δεν εξασφαλίζουν την πρόοδο της χώρας με όρους οικονομικής και κοινωνικής αποτελεσματικότητας, ισότητας και δικαιοσύνης, ούτε και την επίτευξη βασικών αρχών του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Πυλώνα και βασικών στόχων της Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ, για τους οποίους έχει δεσμευθεί η Ελλάδα. Παράλληλα ενέχουν σοβαρότατα ζητήματα παραβιάσεων ευρωπαϊκών και διεθνών κανόνων, που δεσμεύουν τη χώρα.

Εμείς έχουμε τοποθετηθεί εκτενώς για το σύνολο των διατάξεων, έχουμε ενημερώσει τους εργαζόμενους, έχουμε καταθέσει και εγγράφως τις διαφωνίες μας σε σχετικό υπόμνημα στο αρμόδιο Υπουργείο. Θα συνεχίσουμε την προσπάθεια να εισακουστούμε και να υπάρξουν τροποποιήσεις, βελτιώσεις και απάλειφες στο νομοσχέδιο. Ταυτόχρονα όμως έχουμε έτοιμα προς χρήση όλα τα εργαλεία άσκησης των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων. Ως κοινωνικός διαπραγματευτής, η ΓΣΕΕ μπαίνει με την ίδια δυναμική και στο διάλογο, αλλά και στην άσκηση της απαιτούμενης κοινωνικής πίεσης για την επίτευξη βελτιώσεων υπέρ του κόσμου της εργασίας. Καλούμε λοιπόν τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενες να δώσουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ στη ΓΣΕΕ και τις οργανώσεις των εργαζομένων, δια της μαζικής συμμετοχής τους στην απεργία της 10ης  Ιουνίου που έχει προκηρύξει η Συνομοσπονδία, αλλά και στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που έχουν προγραμματιστεί για την ίδια μέρα.

(*) Ο Γιάννης Παναγόπουλος είναι πρόεδρος της ΓΣΕΕ

 

Του Παύλου Τσίμα

Λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2005 ο βρετανικός βορράς έζησε κάτι που έμοιαζε με βιβλική καταστροφή. Μεγάλες πολυήμερες καταιγίδες, που προκάλεσαν καταστροφικές πλημμύρες, τις «πλημμύρες του αιώνα», με απολογισμό δέκα νεκρούς και μισό δις λίρες ζημιές. Δέκα χρόνια αργότερα, παραμονές Χριστουγέννων 2015, το ίδιο φαινόμενο χτύπησε τις ίδιες πάνω-κάτω περιοχές, με μεγαλύτερη ένταση, λιγότερα ανθρώπινα θύματα και περισσότερες υλικές ζημιές. Μα ενώ την πρώτη φορά, το 2005, η φυσική καταστροφή δεν είχε πολιτική μετάφραση- η κυβέρνηση κατηγορήθηκε, φυσικά, για αμέλεια ως προς την επάρκεια των υποδομών, αλλά κανείς δεν της απέδωσε ευθύνη- το 2015 οι πλημμύρες προκάλεσαν πολιτικό σεισμό. Τα media- και, φυσικά, τα social media, που είχαν στο μεταξύ μπει στο παιχνίδι- επιτέθηκαν βιαίως στην κυβέρνηση, ζητούσαν παραιτήσεις και καταλόγιζαν πολιτικές ευθύνες. Κι έτσι, ενώ το 2005 η κυβέρνηση Μπλερ, λίγο μετά τις πλημμύρες, κατέγραψε την τρίτη συνεχόμενη εκλογική της νίκη, οι πλημμύρες του Δεκεμβρίου 2015 οδήγησαν σε πολιτική κρίση, ενίσχυσαν τα επιχειρήματα υπέρ του Brexit («αν δεν μας έπαιρναν τα λεφτά οι Βρυξέλλες, θα είχαμε καλύτερες υποδομές») και λίγους μήνες αργότερα η κυβέρνηση Κάμερον έπεφτε, μετά από το αρνητικό αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος που είχε η ίδια εφεύρει.

Μπορεί, λοιπόν, μια φυσική καταστροφή- πλημμύρα, σεισμός ή πυρκαγιά- να ρίξει μια κυβέρνηση; Η απάντηση είναι, ναι μπορεί. Αλλά αυτό δεν εξαρτάται τόσο από την ένταση ή τις συνέπειες της καταστροφής, ούτε καν από την ποιότητα της κρατικής αντίδρασης στην καταστροφή (η κυβέρνηση Κάμερον το 2015 δεν έκανε τίποτε διαφορετικό απ’ ότι η κυβέρνηση Μπλερ το 2005, κι όμως έπεσε). Εξαρτάται κυρίως από τον βαθμό νομιμοποίησης μιας κυβέρνησης, από την κοινωνική δυσαρέσκεια που έχει, για άλλους λόγους, τυχόν συσσωρευτεί, από την ένταση της κοινωνικής πόλωσης που έχει διαμορφωθεί. Οι πλημμύρες του Δεκεμβρίου 2015 επιτάχυναν την πτώση του Κάμερον, επειδή είχε συσσωρευτεί η εύφλεκτη ύλη της πυρκαγιάς του Brexit, που ξέσπασε έξι μήνες αργότερα.

Σημαίνει αυτό ότι μια αποτυχημένη επιχειρησιακή ή επικοινωνιακή διαχείριση μιας καταστροφής δεν παίζει ρόλο; Όχι, βέβαια. Υπάρχουν παραδείγματα πολλά, αλλά το πιο πρόσφατο και οικείο είναι οι ελληνικές εκλογές του 2007. Όταν είχαν προκηρυχθεί, τον Αύγουστο, αναμενόταν να τις κερδίσει ο Καραμανλής με περίπατο. Μετά την αξιοθρήνητη επιχειρησιακά και γελοία επικοινωνιακά διαχείριση των μεγάλων, φονικών πυρκαγιών που ξέσπασαν μετά την προκήρυξή τους, η εκλογική νίκη απέδωσε μια οριακή (και μοιραία ως προς την διαχείριση της ελαύνουσας οικονομικής κρίσης) πλειοψηφία. Ο κανόνας, πάντως, είναι ότι αν μια φυσική καταστροφή οδηγήσει σε πολιτική κρίση, αυτό συμβαίνει για λόγους που δεν συνδέονται με την ίδια την καταστροφή ή την διαχείρισή της. Παράδειγμα οι μεγάλοι σεισμοί σε Κωνσταντινούπολη και Αθήνα το 1999. Εκεί, στην Τουρκία, οι φονικοί σεισμοί ήταν η χαριστική βολή στο κεμαλικό καθεστώς κι ένα επιπλέον ελατήριο ανόδου του Ταγίπ Ερντογάν. Εδώ, γενικά, ενίσχυσαν την εικόνα διαχειριστικής επάρκειας της κυβέρνησης Σημίτη και την βοήθησαν να κερδίσει, λίγους μήνες αργότερα, για πρώτη και τελευταία φορά από την μεταπολίτευση, μια τρίτη στη σειρά εκλογική νίκη για το ίδιο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ.

Επειδή, λοιπόν, κυκλοφορεί ευρέως το- πολιτικά μη ορθό, μα αναπόφευκτο- ερώτημα αν η τραγωδία της φωτιάς που ζούμε, με άγνωστη ακόμη έκβαση και αβέβαιο απολογισμό- μπορεί να κλονίσει πολιτικά την κυβέρνηση Μητσοτάκη (όπως ελπίζει κι επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ και φοβάται το Μαξίμου), η απάντηση είναι πως αν αυτό συνέβαινε, θα συνέβαινε για λόγους άλλους, άσχετους με την ανείπωτη καταστροφή που ζούμε, πάντως ευρύτερους αυτής.

Σημαίνει αυτό ότι η καλή προετοιμασία, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και η σωστή πολιτική/επικοινωνιακή διαχείριση μιας συμφοράς, που αγγίζει τον πυρήνα της ζωής των ανθρώπων ή την μοίρα μιας χώρας, δεν «μετρά» ή «μετρά» λίγο σ’ έναν πολιτικό απολογισμό μιας κυβέρνησης; Όχι, βέβαια. Ή μάλλον ναι, αν θεωρεί κανείς ότι η πολιτική είναι μόνον ένα παιχνίδι εξουσίας και τα πολιτικά κόμματα είναι- όπως έλεγε ένας πολιτικός ηγέτης με το πνευματικό και ηθικό εκτόπισμα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ- κάτι σαν ανώνυμες εταιρείες που δεν παράγουν πια ιδέες, προτάσεις για πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, αλλά μόνον στρατηγικές κατάκτησης εξουσίας, την οποία διανέμουν ως μέρισμα στους μετόχους τους. Τον Μπερλινγκουέρ σκέφτομαι κάθε φορά που σε μια συμφορά σαν αυτή που ζούμε βλέπω κάποιους να νοιάζονται μόνον για το πώς θα μεταγραφεί η συμφορά στο βιβλίο πολιτικών εσόδων-εξόδων.