ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Η Ευρώπη βρίσκεται στην σοβαρότερη μετά το 1945 συνολική και, δίχως υπερβολή, υπαρξιακή κρίση, με τις πιο αδύναμες κυβερνήσεις των τελευταίων 10ετιών.

Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών στη Γαλλία αποδυνάμωσαν τον Μακρόν και η διακομματική εμβέλεια του ιδίου και της παράταξης του στις εκλογές του 2017 θυμίζει μακρινό παρελθόν. Εάν δεν αναζητήσει κοινωνική και πολιτική συναίνεση, ο Μακρόν θα αντιμετωπίσει ισχυρή κοινωνική και πολιτική διαμαρτυρία εν μέσω οξύτατης κρίσης.

Στη Βρετανία η πρόσφατη εσωκομματική ανταρσία έχει ακυρώσει στην πράξη την άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Τζόνσον. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά για τον ένοικο της Ντάουνιγκ Στρητ, καθώς όλο και περισσότεροι δεν προεξοφλούν μόνον την ήττα των Συντηρητικών στις επόμενες εκλογές οπότε κι αν γίνουν αλλά κι ότι ο Τζόνσον δεν θα ολοκληρώσει τη θητεία του.

Στη Γερμανία κυβερνά ο πρώτος στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας τρικομματικός συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Φιλελευθέρων, που -όπως κατέδειξε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία- δυσκολεύτηκε  πολύ να διαμορφώσει ενιαία στάση έναντι της Μόσχας. Εύλογα τίθεται ερώτημα για τις αντοχές της κυβέρνησης Σολτς, σε περίπτωση που οι περιστάσεις απαιτήσουν ανατροπές στις δημοσιονομικές ισορροπίες στην χώρα αλλά και στο σύνολο της Ευρωζώνης.

Τέλος, στην Ιταλία, παρά το ειδικό ευρωπαϊκό ηγετικό βάρος του Ντράγκι, είναι έντονη η αβεβαιότητα καθώς την άνοιξη του 2023 λήγει η θητεία της Βουλής και, με τα σημερινά δεδομένα, κάθε άλλο παρά δεδομένο μπορεί να θεωρηθεί ένα αποτέλεσμα που θα εγγυάται τη σταθερότητα.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν η συνεχής αύξηση της αποχής στις εκλογικές αναμετρήσεις και η συνεχής κατάτμηση του κομματικού τοπίου με τα μεγαλύτερα κόμματα εξουσίας να κινούνται γύρω στο 25%.

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καλείται μόνο να πληρώσει τη μερίδα του λέοντος από τις παρενέργειες της εισβολής του Πούτιν στην Ουκρανία αλλά και να διαχειρισθεί την πρώτη πολεμική σύγκρουση δύο κυρίαρχων κρατών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας τις πιο αδύνατες κυβερνήσεις των τελευταίων 10ετιών.

Τέλειωσε χθες τα μεσάνυχτα η εβδομάδα που στην Γαλλία άρχισε με δυο συναγερμούς να χτυπάνε από το πρωί της Δευτέρας.

Ο ένας στις υπηρεσίες Πολιτικής Προστασίας της χώρας θέτοντάς τες σε κόκκινη επιφυλακή ενόψει του πρωτοφανούς για την εποχή καύσωνα, που μετά από μια εξίσου πρωτοφανή περίοδο ξηρασίας αναμενόταν να κορυφωθεί μέσα στο Σαββατοκύριακο φτάνοντας σε σαραντάρια.

Ο άλλος στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, όπου πριν από την πρωινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου και υπό το φως μιας ενδελεχέστερης  ανάλυσης των εκλογικών αποτελεσμάτων της περασμένης Κυριακής οι επιτελείς του Προέδρου Μακρόν συνειδητοποίησαν  κατόπιν εορτής ότι όλα είχαν πάει στραβά στον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών.

Η αποχή,  που είχε αναδειχθεί σε πρώτο κόμμα και με διαφορά, δεν είχε πλήξει, όπως υπολόγιζαν, μόνον τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Είχε πλήξει εξίσου, αν όχι περισσότερο, τα κόμματα του προεδρικού συνασπισμού πλην εκείνων που είχαν κρατήσει μεγαλύτερες αποστάσεις από τις επιλογές του Μακρόν .

Μεγάλα αστικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένου του Παρισιού, που θεωρούνταν μέχρι σήμερα φέουδα της μακρονίας, είχαν χαθεί.

Οι συσχετισμοί του 2017 είχαν ανατραπεί. Ο πολιτικός χάρτης είχε αλλάξει. Η ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Η έκτασή της παρέμενε απροσδιόριστη, αλλά  σίγουρα δημιουργούσε μια εντελώς νέα πολιτική πραγματικότητα.

Κανένας, βέβαια, δεν είχε βγει κερδισμένος, αφού ούτε ο Μελανσόν είχε πλησιάσει το στόχο να συγκεντρώσει μια πλειοψηφία που θα τον οδηγούσε στην Πρωθυπουργία, ούτε η Λε Πεν έπιασε τον δικό της στόχο να αποκτήσει μια κοινοβουλευτική ομάδα 100 βουλευτών.

Ούτε όμως και η απόλυτη πλειοψηφία ήταν διασφαλισμένη από τον Μακρόν.

Οι επιτελείς του θα έπρεπε τώρα να τεθούν και αυτοί σε κόκκινη επιφυλακή σπεύδοντας να αποκαταστήσουν όσες από τις μεγάλες ζημιές που είχε υποστεί η προεδρική παράταξη μπορούσαν να αποκατασταθούν και να διορθώσουν όσα από τα πολλά και μεγάλα λάθη τους προλάβαιναν να διορθώσουν μέσα σε μια εβδομάδα αρχίζοντας από το σοβαρότερο που είχαν διαπράξει σβήνοντας τις μηχανές μετά τις προεδρικές εκλογές και πιστεύοντας ότι, κατά τα ειωθότα της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, οι βουλευτικές εκλογές θα είχαν απλώς  διαδικαστικό χαρακτήρα.

Είχαν αγνοήσει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων που έδειχναν ότι μετά την πανηγυρική ανανέωση της θητείας του Μακρόν σχηματιζόταν μια νέα ευρύτατη πλειοψηφία πολιτών (της τάξης του 75%) που, ανεξαρτήτως κομματικής προτίμησης και ιδεολογικής τοποθέτησης, έβρισκαν πολύ θελκτική την ιδέα του ηγέτη της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λυκ Μελανσόν να μετατραπεί η δευτερεύουσας σημασίας αναμέτρηση των βουλευτικών εκλογών σε τρίτο γύρο της πρωτεύουσας που ήταν αυτή των προεδρικών και που είχε επιβεβαιώσει την απόλυτη κυριαρχία  του Μακρόν.

Το προεδρικό περιβάλλον είχε πιστέψει ότι η δυναμική των προεδρικών εκλογών ήταν αμετάστρεπτη, αφού ο Μακρόν ήταν ο πρώτος Πρόεδρος της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας που είχε καταφέρει να επανεκλεγεί χωρίς προηγουμένως να έχει υποχρεωθεί να συνυπάρξει με μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία διαφορετικής πολιτικής προέλευσης. Δεν φανταζόντουσαν ότι θα μπορούσε  να γίνει και ο πρώτος Πρόεδρος που θα έβλεπε την πλειοψηφία του να συρρικνώνεται μετά την επανεκλογή του!

Ο ίδιος ο Μακρόν είχε αναλώσει τρεις ολόκληρες εβδομάδες αναζητώντας μετά την επανεκλογή του τον Πρωθυπουργό και την σύνθεση της κυβέρνησης με την οποία θα εγκαινίαζε την νέα του θητεία.

Η δυστοκία του ερμηνεύτηκε αρχικά ως αναζήτηση των ισορροπιών ενός σχήματος ικανού να της δώσει μια νέα πνοή. Οι τελικές ωστόσο επιλογές του μάλλον ματαίωσαν τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί παρά ενθουσίασαν με την πρωτοτυπία τους.

Μπορεί ο διορισμός μιας γυναίκας στη θέση του Πρωθυπουργού και η πλαισίωσή της με ένα υπουργικό συμβούλιο χαμηλότερου μέσου όρου ηλικίας, τεχνοκρατικού προφίλ και με γυναίκες αγνώστων στο ευρύ κοινό λοιπόν στοιχείων να συνιστούσαν μια κάποια καινοτομία, αλλά κατά τα άλλα ούτε η αριστερή προέλευση της Ελιζαμπέτ Μπόρν ούτε η τολμηρή αντικατάσταση του συντηρητικού αντιισλαμιστή υπουργού Παιδείας από τον γνωστό για τις αντισυμβατικές και αντιρατσιστικές απόψεις διανοούμενου Παπ Εντυαέ ήταν αρκετές για να πείσουν ότι η νέα πενταετία Μακρόν δεν θα ήταν μια από τα ίδια.

Ήταν, πάντως,  αμφίβολο αν θα μπορούσε να δώσει τον τόνο που έλειπε από την άλλωστε πολύ σύντομη προεκλογική περίοδο. Όπως ήταν ακόμα περισσότερο αμφίβολο αν η απόφαση του Μακρόν να μην συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν και να αποφύγει την άμεση εμπλοκή του σε προεκλογικές πολιτικές αντιπαραθέσεις θα μπορούσε ποτέ να συμβάλει είτε στην αύξηση του ενδιαφέροντος των ΜΜΕ για την εξέλιξή της είτε στην κινητοποίηση της κοινής γνώμης για την τροπή της.

Παραταύτα φαίνεται ότι επρόκειτο περί μιας συνειδητής απόφασης. Δεν υπαγορεύτηκε μόνον από την ανάγκη να εξοικονομηθεί ο χρόνος και η ενέργεια που ο Μακρόν ήθελε να διαθέσει στην εξωτερική πολιτική, την γαλλική προεδρία της Ε.Ε. και πάνω από όλα στην κρίση της Ουκρανίας. Η τελευταία συνεχίζει μέχρι σήμερα να επισκιάζει αδιαλείπτως την λοιπή επικαιρότητα. Αλλά δεν ήταν για αυτόν μόνον τον λόγο που ο Μακρόν παρέμεινε μέχρι το τέλος του πρώτου γύρου ο αφανής ήρωας των βουλευτικών εκλογών.

Ήταν κυρίως διότι προφανώς εκτίμησε ότι η αφάνειά του θα συνέβαλε στην «αναισθητοποίηση» του εκλογικού σώματος, στην αποτροπή της δημιουργίας ενός αντιμακρονικού μετώπου και στον κατευνασμό των πολιτικών πνευμάτων και παθών που είχαν εξαφθεί ενόψει των προεδρικών εκλογών, είχαν προκαλέσει βαθιά ρήγματα στα έγκατα της κουρασμένης από τις αλλεπάλληλες  και πολύμορφες κρίσεις γαλλικής κοινωνίας και είχαν ενισχύσει τις τάσεις που την ωθούσαν ολοταχώς στα άκρα.

Το μακρονικό κέντρο ήταν καταγεγραμμένο ως τέτοιο άκρο. Ακόμα και πιο ένθερμοι υποστηριχτές δεν αρνούνταν τα ακραία χαρακτηριστικά του. Εξάλλου ήταν ο ριζοσπαστισμός του  που πριν από πέντε χρόνια το είχε μετατρέψει σε σάρωθρο του κατεστημένου κομματικού συστήματος της χώρας.

Τώρα όμως η ανάλυση των επιτελών του ήταν ότι όσο λιγότερο θόρυβο έκαναν, όσο πιο υποτονική θα ήταν η καμπάνια τους, όσο περισσότερο απέφευγαν να δραματοποιήσουν το διακύβευμα των βουλευτικών εκλογών, τόσο πιο παθητικό θα παρέμενε το εκλογικό σώμα και πιο πιστό στις συνήθειες που είχε αποκτήσει να εφαρμόζει μηχανικά τον κανόνα της ευθυγράμμισης της προεδρικής με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Στην μεταπολεμική ιστορία της προεδροκεντρικής γαλλικής δημοκρατίας ο κανόνας αυτός γνώρισε μόνον τρεις εξαιρέσεις. Η τελευταία μάλιστα ήταν πριν από είκοσι χρόνια. Δεν υπολόγιζαν καθόλου ότι θα μπορούσε να υπάρξει και μια τέταρτη και μάλιστα με το ρίσκο να οδηγήσει την χώρα σε ακυβερνησία.

Ήταν εξάλλου πασιφανές ότι μεταξύ του αριστερού, χαρισματικού αλλά συγκρουσιακού ριζοσπάστη Ζαν-Λυκ Μελανσόν, που ζητούσε (αντισυνταγματικά) από τους Γάλλους  να τον εκλέξουν Πρωθυπουργό, και του φιλόδοξου εκσυγχρονιστή αλλά κυριαρχικού Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν,  στον οποίο μόλις είχαν δώσει (πανηγυρικά) την εντολή να συνεχίσει ηγούμενος του κράτους και μαχόμενος για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, δεν υπήρχε τίποτα το κοινό.  Ούτε σε επίπεδο προσωπικοτήτων ούτε επίπεδο προγραμμάτων.

Τις τρεις φορές που στο παρελθόν οι Γάλλοι υποχρέωσαν τον Πρόεδρό τους να μοιραστεί τις υπερεξουσίες του και να συγκυβερνήσει με πρωθυπουργό από αντίπαλο στρατόπεδο δεν υπήρχε μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης το χάσμα που πλέον χωρίζει τους ακροαριστερούς  μελανσονικούς από τους κεντρώους μακρονικούς. Τους ένωναν οι κοινές αντιλήψεις που είχαν για την Ευρώπη και για τον ρόλο του επιταχυντή που η πατρίδα τους φιλοδοξούσαν να παίξει στην διαδικασία για την πολιτική ενοποίησή της. Αυτή η συναντίληψη ήταν τόσο ουσιώδης  που έκανε πιο εύκολη την συνεννόηση μεταξύ των συγκυβερνώντων και λιγότερο προβληματική την συγκατοίκησή τους.

Η έλλειψη αυτής της συναντίληψης μεταξύ μελανσονικών και μακρονικών έκανε τους ιθύνοντες των τελευταίων να πιστεύουν ότι ήταν απίθανο να επιβεβαιωθεί το δημοσκοπικό εύρημα σύμφωνα με το οποίο ήταν δυνατό να επανεμφανισθεί μια συντριπτική πλειοψηφία πολιτών πρόθυμων να ξανακάνουν για τέταρτη φορά το πείραμα της συγκατοίκησης, έστω και αν αυτή τη φορά το πιθανότερο  ήταν να οδηγήσει την χώρα σε πλήρη ακυβερνησία.

Γι’ αυτό και ούτε καν προσπάθησαν να δραματοποιήσουν το διακύβευμα των βουλευτικών εκλογών.

Άρχισαν να το κάνουν μόνον από την Δευτέρα το πρωί, όποτε την τελευταία στιγμή ο ίδιος ο Μακρόν αποφάσισε, μπροστά από το αεροπλάνο, που θα τον μετέφερε στην Ρουμανία, την Μολδαβία και τελικά την Ουκρανία, να απευθυνθεί στον γαλλικό λαό καλώντας τον να αναδείξει μια στιβαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και να αποτρέψει τον κίνδυνο στην διεθνή αταξία να προστεθεί και μια γαλλική μετεκλογική.

Την ιδια μέρα οι μεγαλοι τενόροι της προεδρικής πλειοψηφίας, ο πρώην Πρωθυπουργός του Εντουάρ Φιλίπ, ο αρχηγός του συνεργαζόμενου κεντρώου Modem Μπαϋρού και ο Προεδρος της Βουλής Ρισάρ Φεράν, σε δραματικούς τόνους, λάμβαναν  θέσεις μάχης στα ΜΜΕ και αποστολές διάσωσης της προεδρικής απόλυτης πλειοψηφίας στην Εθνοσυνέλευση.

Αυτές τις ώρες η αναμέτρηση του δεύτερου γύρου βρίσκεται σε εξέλιξη. Το πιθανότερο είναι να προσλάβει μορφή δημοψηφίσματος υπέρ ή κατά του Μακρόν. Σίγουρα πάντως υπέρ ή κατά της συγκατοίκησης.

Σε αυτή την περίπτωση η απόλυτη προεδρική πλειοψηφία θα κρέμεται κυριολεκτικά από μια κλωστή. Ίσως, όμως, να είναι αυτό και οι αρχηγοί των συνιστωσών της που τελικά θα την σώσουν. Αυτό, ωστόσο, θα σημάνει για τον Μακρόν το τέλος της παντοδυναμίας του και μιας άλλης μορφής συγκατοίκηση. Πράγμα που κατά πάσα πιθανότητα θα τον κάνει να εκπληρώσει μια ώρα αρχύτερα την προεκλογική του δέσμευση περί αλλαγής μεθόδου διακυβέρνησης.

 

Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι αντιμέτωπες με ένα νέο κύμα εισαγωγών στα νοσοκομεία ως αποτέλεσμα των υποπαραλλαγών της Όμικρον, καθώς τα επίπεδα ανοσίας πέφτουν και οι περιορισμοί πανδημίας αίρονται.

Η υποπαραλλαγή της Όμικρον ΒΑ.5 αφορά το 80% των νέων μολύνσεων στην Πορτογαλία και στη Γερμανία οι μολύνσεις από την ίδια υποπαραλλαγή έχουν διπλασιαστεί. Οι εισαγωγές στα νοσοκομεία έχουν επίσης αυξηθεί σε χώρες όπως η Γαλλία και η Αγγλία.

Οι ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο οι χώρες πλέον να μην μπορούν να εντοπίσουν νέες μεταλλάξεις και να αντιδράσουν άμεσα, επειδή τα συστηματικά τεστ έχουν μειωθεί. Αυτό, επισημαίνουν, μπορεί να οδηγήσει σε νέα κύματα στο άμεσο μέλλον, που θα ασκήσουν πίεση στα Εθνικά Συστήματα Υγείας και ενδεχομένως να είναι δύσκολο να περιοριστούν.

Ο Lawrence Young, ιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Warwick υπογραμμίζει πως η ανησυχία είναι μεγάλη καθώς δεν είμαστε πλέον σε επιφυλακή.

Ο επικεφαλής επιτήρησης στο ECDC, Piotr Kramarz, είπε ότι οι υποπαραλλαγές BA.4 και BA.5 μπορούν να παρακάμπτουν την προστασία που προσφέρει η νόσηση  ή ο εμβολιασμός, γεγονός που τις καθιστά κυρίαρχες έναντι προηγουμένων παραλλαγών. Οι ΒΑ.4 και ΒΑ.5 δε φαίνεται να οδηγούν σε σοβαρή νόσηση αλλά είναι μεγάλο το ενδεχόμενο των επαναλοιμώξεων. Ακόμα και τριπλά εμβολιασμένοι άνθρωποι νόσησαν παρ’ ότι τα δεδομένα δείχνουν ότι τα εμβόλια παρέχουν μεγάλη προστασία για τα χειρότερα πιθανά σενάρια.

Η ισχύς της ΒΑ.5 είναι πιο εμφανής στην Πορτογαλία όπου καταγράφεται μεγάλη αύξηση στις εισαγωγές στα νοσοκομεία τον τελευταίο μήνα, αύξηση αντίστοιχη με αυτή της Όμικρον τον περασμένο Ιανουάριο. Στη Γερμανία οι εισαγωγές αυξήθηκαν τις τελευταίες 10 ημέρες μετά από μια σταθερή πτώση 10 εβδομάδων, παρ’ όλα αυτά τα σημερινά επίπεδα εισαγωγών είναι στο 25% της κορύφωσης του περασμένου Μαρτίου από την παραλλαγή ΒΑ.2. Οι εισαγωγές στη Γαλλία αυξάνονται για πρώτη φορά από τον Απρίλιο και οι μολύνσεις από την ΒΑ.5 έχουν αυξηθεί από 5% σε 18%. Στην Αγγλία το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε οι εισαγωγές ήταν αυξημένες κατά 29% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα. Οι νέες υποπαραλλαγές κάνουν αισθητή την παρουσία τους και στις ΗΠΑ, όπου τα στοιχεία δείχνουν πως μέχρι τις  11 Ιουνίου αφορούσαν περισσότερο από το 20% των λοιμώξεων.

Παρά τις ανησυχίες των ειδικών για μειωμένη προστασία, οι κυβερνήσεις δεν φαίνεται να εξετάζουν το ενδεχόμενο επαναφοράς περιορισμών. Η Πορτογαλία δεν σχεδιάζει κάποιο μέτρο αναχαίτησης. Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Γερμανίας απέρριψε την υιοθέτηση νέων περιορισμών μέχρι να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος των προηγουμένων.

Κάποιες αχτίδες αισιοδοξίας φαίνονται τα τελευταία 24ωρα σε δύο μέτωπα: Πρώτο, η ρητορική της Άγκυρας αλλάζει, από ρητορική των προκλήσεων γίνεται ρητορική της συνδιαλλαγής, φαίνεται ότι οι πιέσεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ την έπεισαν ότι δεν θα βγει κερδισμένη στο μεγάλο παζάρι με τη Δύση αν δεν επιδείξει αυτοσυγκράτηση στις σχέσεις της με την Ελλάδα. Δεύτερο, στο μέτωπο του πολέμου στην Ουκρανία, πρώτη φορά μετά από τέσσερις μήνες φαίνεται πιθανή η ανακωχή και η έναρξη διαπραγματεύσεων, με ορίζοντα ίσως τη σύνοδο κορυφής των G7 στις 26 Ιουνίου. Κανείς δεν ήταν έτοιμος για τις συνέπειες ενός μακρόχρονου πολέμου, ούτε η Ρωσία που αιμορραγεί αλλ’ ούτε η Ευρώπη που (με μειούμενες αντοχές…) βλέπει να συναντά την τέλεια καταιγίδα το φθινόπωρο. Ο Ντράγκι έθεσε το θέμα στον Μπάιντεν, ο τελευταίος φαίνεται ότι το κατανόησε, η σύνοδος των G7 -όπου θα συμμετέχει και ο Ζελένσκι- προσφέρεται για μια χειρονομία με στόχο την ειρήνευση.

Εφόσον επιβεβαιωθούν αυτές οι πληροφορίες, οι επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια οικονομία θα είναι μεγάλες και ευεργετικές. Βεβαίως, παραμένουν όλα τα άλλα, κυρίως το δίδυμο πρόβλημα πληθωρισμού και στασιμότητας: Έρευνα της Deutsche Bank σε 111 χώρες δείχνει ότι φέτος ο διάμεσος πληθωρισμός είναι 7,9%, υπερδιπλάσιος από το περσινό 3% και, παντού (από το επισήμως 74% της Τουρκίας, το 58% της Αργεντινής έως το 8,6% των ΗΠΑ, το 8,8% της Ολλανδίας ή το 7,9% της Γερμανίας…) ενισχύεται. Δεύτερος φόβος, μήπως το φάρμακο που επιλέχτηκε για να αντιμετωπιστεί η ασθένεια, οι αυξήσεις των επιτοκίων, αφήσει ανάπηρο τον ασθενή: Γιατί, ειδικά στην Ευρώπη, ο πληθωρισμός δεν προκαλείται από υπερβάλλουσα ζήτηση αλλά, κυρίως, από τις τιμές της ενέργειας που περνούν στην παραγωγή. Αλλά προκρίθηκε η καταστροφή της ζήτησης για να ισορροπήσει με την προσφορά. Ύφεση/στασιμοπληθωρισμός δεν απέχουν πολύ -στον επόμενο τόνο.

Τα προβλήματα δεν θα εξαφανιστούν αλλά, βεβαίως, η επίλυσή τους θα γίνει λιγότερο δυσχερής και όλος ο κόσμος θα πάρει μια μεγάλη ανάσα. Μαζί κι η Ελλάδα. Πρώτον, γιατί θα έχει ένα καλοκαίρι με ισχυρή τουριστική κίνηση και, δεύτερο, γιατί είναι η ευρωπαϊκή χώρα που (λόγω ισχνής παραγωγικής βάσης…) υφίσταται τις σκληρότερες συνέπειες απ’ τον πόλεμο στην Ουκρανία: Όπως έδειξε η έρευνα της ΕΤΕπ, είναι η πρώτη μεταξύ των 27 χωρών στην αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων που θα έχουν ζημιές και η τρίτη στο ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο μεγάλης φτώχειας. Αν απομακρυνθούν οι απειλές του πολέμου κι αρχίσει η εκτόνωση της έντασης, λογικό είναι να αρχίσει η αποσυμπίεση των τιμών ενέργειας, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρώπη και ηπιότερες αυξήσεις στα ευρωπαϊκά επιτόκια. Κι αυτά, θα είναι πολύ καλά για την υπερχρεωμένη Ελλάδα, με υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και νοικοκυριά κι ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα φορτωμένο με μεγάλο όγκο κόκκινων δανείων και σχετικά αδύναμη κεφαλαιακή βάση.

Τα προβλήματα της οικονομίας μας είναι εγγενή και οξυμμένα –παραθέτουν ορισμένα στη δήλωσή του το Eurogroup και στην ετήσια έκθεσή του ο ESM: Υψηλό χρέος, επενδυτικό κενό, ουραγός στην παραγωγικότητα, ανισορροπία στις εξωτερικές συναλλαγές, μεγάλη ανεργία, πολλά κόκκινα δάνεια. Ενδεχόμενη αποκατάσταση της ηρεμίας στο Αιγαίο το επόμενο διάστημα και, ακόμη περισσότερο, μια ανακωχή και έναρξη διαπραγματεύσεων για ειρήνευση στην Ουκρανία, θα διευκόλυναν πολύ μια σκληρή καθ’ ημάς προσπάθεια οικονομικής ανόρθωσης μέσα από πραγματικές μεταρρυθμίσεις σε όλη τη γραμμή. Αρκεί να υπάρξουν πολιτικές δυνάμεις που θα έχουν τη δύναμη και τη βούληση να εμπνεύσουν μια τέτοια προσπάθεια και με πειθαρχία, αυστηρότητα και δικαιοσύνη να ηγηθούν σε αυτήν και να την διευθύνουν. Πράγμα όχι πιθανό αν κρίνει κανείς από τον προεκλογικό αγώνα που διεξάγεται: Η κυβέρνηση μοιράζει λεφτά (100 εκατ. στους αγρότες, 500 εκατ. σε 42 νησάκια, μερικά δισ. βγήκαν βόλτα στην Καλαμάτα) και η αντιπολίτευση συνθήματα. Έτσι θα πάμε;..

Η σκηνή θύμιζε τις συντονισμένες κινήσεις ανταλλαγής κατασκόπων στην γέφυρα Glienicke του Βερολίνου. Δεκέμβριος 1999, Ελσίνκι, όταν η Ε.Ε των 15 αποφασίζει να ανακηρύξει την Τουρκία υποψήφια προς ένταξη χώρα. Ο Ύπατος εκπρόσωπος της Ε.Ε για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Σολάνα, μεταβαίνει επειγόντως στην Άγκυρα και ενημερώνει τον Πρωθυπουργό Ετζεβίτ ο οποίος πανευτυχής αναχωρεί για την φινλανδική πρωτεύουσα.

Μετά την ανάδειξη της Μέρκελ στην καγκελαρία το 2005 και κυρίως  μετά την εκλογή του Σαρκοζί το 2007, το μήνυμα προς την Τουρκία του Ερντογάν (που τότε έδινε μάχη εναντίον του κεμαλικού κατεστημένου και του βαθέως κράτους) από το γαλλογερμανικό δίδυμο ήταν ωμό και χωρίς περιστροφές: Ξεχάστε την πλήρη ένταξη.

Παρόμοιο σκηνικό με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων για τις οποίες η Ε.Ε δεσμεύθηκε να τις εντάξει πλήρως στην Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης, τον Ιούνιο του 2003. Ακόμη περιμένουν, καθώς -όταν διευθετήθηκε το Βέτο της Γαλλίας- ανέκυψαν οι αντιρρήσεις της Βουλγαρίας για το αφήγημα του σλαβομακεδονικού εθνικισμού των Σκοπίων.

Σχεδόν είκοσι τρία χρόνια μετά την Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία τυπικά υφίστανται ακόμη, και η Ε.Ε των 27 ετοιμάζεται να ανακηρύξει υποψήφιες προς ένταξη χώρες την Ουκρανία και την Μολδαβία. Αψευδής μάρτυρας του ανύπαρκτου αντικρίσματος της δέσμευσης των 27 είναι η αδιαφορία της Ρωσίας για μια προσχηματική δέσμευση η οποία επί της ουσίας είναι μια επιπλέον πίεση προς το Κίεβο να επιδιώξει κατάπαυση του πυρός.

Ποιος άραγε θυμάται σήμερα ότι η κρίση της Ουκρανίας δεν ξεκίνησε με ευθύνη του ΝΑΤΟ αλλά της Ε.Ε, και πιο συγκεκριμένα στην Σύνοδο του Βίλνιους τον Οκτώβριο του 2013, όταν προτάθηκε στο Κίεβο αλλά και στη Μολδαβία και στη Γεωργία μια Ειδική Σχέση με τις Βρυξέλλες, που θα άφηνε ανοικτή την προοπτική μιας μελλοντικής πλήρους ένταξης;

Σήμερα η Ε.Ε των 27 και κυρίως η Γερμανία επείγονται για τον εδώ και τώρα τερματισμό του πολέμου και προτείνουν ως ένα βασικό κίνητρο στο Κίεβο μια επιταγή χωρίς αντίκρισμα που λέγεται ευρωπαική προοπτική.

Αν η παρέμβαση Σολτς , Μακρόν και Ντράγκι περιορίζεται στη δέσμευση για τη χορήγηση του καθεστώτος της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ουκρανία και στη Μολδαβία, τότε οι 27 μάλλον θα παρακολουθούν ως θεατές τις εξελίξεις μιας σύγκρουσης που τους αφορά υπαρξιακά, μέχρι οι ΗΠΑ και η Ρωσία αποφασίσουν ότι ήλθε η ώρα του συμβιβασμού.

Σημαντική διστακτικότητα των Τούρκων απέναντι στις ΗΠΑ αλλά και μεγάλη διαφοροποίηση των αντιλήψεων που έχουν οι Έλληνες πολίτες για τις ΗΠΑ (με τις οποίες αισθάνονται πιο κοντά σε θέματα ασφάλειας και τρόπου ζωής) και την Ρωσία (με την οποία αισθάνονται πιο κοντά σε θέματα αξιών και θρησκευτικότητας). Αυτά μεταξύ άλλων καταγράφει το τρίτο κύμα των κοινών δημοσκοπήσεων σε Ελλάδα και Τουρκία που υποστηρίχθηκε από την διαΝΕΟσις, σχεδιάσθηκε από το ΕΛΙΑΜΕΠ και το Istanbul Policy Center (IPC), υλοποιήθηκε από τις εταιρείες MRB και KONDA και δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, χτες.

Στην ερώτηση με ποια χώρα, τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία, έχουν πιο πολλά κοινά, το 34,4% των Ελλήνων λένε ότι σε θέματα ασφάλειας η Ελλάδα και οι ΗΠΑ έχουν σχεδόν παρόμοια κοινά ενώ μόνο το 14,2% λέει το ίδιο για την Ρωσία και το 33,9% βρίσκεται κάπου στην  μέση. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν ότι παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει έρθει πολύ κοντά σε θέματα ασφάλειας με τις ΗΠΑ, το ποσοστό των πολιτών που θεωρεί ότι τα συμφέροντα των δυο χωρών σχεδόν ταυτίζονται παραμένει μάλλον σε χαμηλά επίπεδα. Αντίστοιχα, μόνο το 16,1% των Τούρκων θεωρεί ότι σε θέματα ασφάλειας τα κοινά είναι εντελώς παρόμοια με τις ΗΠΑ ενώ 19,2% θεωρεί ότι έχει κοινά εντελώς παρόμοια με την Ρωσία και  20,6% είναι κάπου στη μέση.

Οι ίδιες και μεγαλύτερες αποκλίσεις καταγράφονται όσον αφορά τα κοινά στην εξωτερική πολιτική, με το 40,5% των Ελλήνων να θεωρεί ότι έχει εντελώς παρόμοια κοινά με τις ΗΠΑ σε αντίθεση με το 15% των Τούρκων. Μόνο το 20,5% των Τούρκων θεωρεί ότι έχει εντελώς παρόμοια κοινά με την Ρωσία, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και το ίδιο λέει το 11,3% των Ελλήνων.

Εντυπωσιακό είναι το ποσοστό των Τούρκων που δεν ξέρουν ή/και δεν απαντούν καθώς το 44,1% των Τούρκων δεν απαντά όσον αφορά τα κοινά σε θέματα ασφάλειας και το 44,7% δεν απαντά όσον αφορά τα κοινά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, τα αντίστοιχα ποσοστά για τους Έλληνες είναι 17,5% και 18%. Τα υψηλά αυτά ποσοστά στην Τουρκία όσων δεν ξέρουν και/ή δεν απαντούν καταδεικνύουν το χαμηλό ενδιαφέρον των Τούρκων πολιτών σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, σε αντίθεση με τους Έλληνες.

Το 38,5% των Ελλήνων πολιτών θεωρεί ότι ο τρόπος ζωής τους είναι εντελώς παρόμοιος με τον τρόπο ζωής στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με 12% των Τούρκων πολιτών. Ωστόσο, 20,9% των Ελλήνων θεωρεί ότι ο τρόπος ζωής τους είναι εντελώς παρόμοιος με την Ρωσία και σχεδόν το ίδιο, 19%, λένε οι Τούρκοι πολίτες.

Το 58,5% των Ελλήνων και το 55,3% των Τούρκων θεωρούν ότι η ΕΕ στηρίζει την γείτονα εις βάρος της πατρίδας τους. Το 47,4% των Ελλήνων και το 50,3% των Τούρκων θεωρούν ότι οι ΗΠΑ στηρίζουν την γείτονα εις βάρος της πατρίδας τους.

Και στις δυο χώρες, κυριαρχεί απαισιοδοξία όσον αφορά την οικονομική κατάσταση, με την Τουρκία να είναι σαφώς πιο απαισιόδοξη.

Το 57% των Ελλήνων και το 49,9% των Τούρκων τον Φεβρουάριο του 2021, το 48,3% των Ελλήνων και το 51,7% των Τούρκων τον Δεκέμβριο του 2021 και το 60,7% των Ελλήνων και το 68,2% των Τούρκων τον Μάιο του 2022 πιστεύουν ότι η οικονομική κατάσταση θα επιδεινωθεί τους επομένους δώδεκα μήνες.

Στις 15-6 Ιουλίου λίγες μέρες μετά τις Συνόδους Κορυφής των G-7 και του ΝΑΤΟ, ο πρόεδρος Μπάιντεν θα επισκεφθεί το Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη και τη Σαουδική Αραβία όπου πραγματοποιείται Σύνοδος Κορυφής του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και θα παρευρίσκονται οι ηγέτες της Αιγύπτου, του Ιράκ και της Ιορδανίας.

Αυτό που σφραγίζει την πολιτική των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή είναι η σύγχυση και η αβεβαιότητα:

-Που βρίσκονται οι συνομιλίες για την αναβίωση της Συμφωνίας του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν; (Όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι η Τεχεράνη θέτει ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση τον αποχαρακτηρισμό από τις ΗΠΑ των Φρουρών της Επανάστασης ως τρομοκρατικής οργάνωσης).

-Θέλουν οι ΗΠΑ να περιορίσουν, ακόμη περισσότερο να εξαλείψουν την παρουσία και επιρροή της Ρωσίας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή; (Εκτός από την βαρύνουσα ρωσική παρουσία στην Συρία, η Μόσχα σήμερα διατηρεί στενές σχέσεις με το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα και την Αίγυπτο).

-Υπάρχει στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό ρόλος για την Τουρκία στις περιφερειακές ισορροπίες;

-Μετά την άτακτη φυγή από το Αφγανιστάν και την απόσυρση από το Ιράκ, έχει απομείνει κάτι από την παρεμβατική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον στην ευρύτερη Μέση Ανατολή;

Και το ερώτημα των ερωτημάτων: Αναζητούν οι ΗΠΑ μια συνολική στρατηγική για τη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία η απλώς επείγονται να πιέσουν το Ριάντ και τους συμμάχους του να αυξήσουν την παραγωγή του πετρελαίου, με στόχο τη μείωση της τιμής του και, συνεπώς, των εισπράξεων της Ρωσίας?

Από το 2015 αξιοποιώντας τις αντιφάσεις και παλλινδρομήσεις των ΗΠΑ, η Ρωσία επέτρεψε δυναμικά στη Μέση Ανατολή με την περιφερειακή ενεργοποίηση της Κίνας να είναι απλά και μόνον θέμα χρόνου.

Ένα είναι βέβαιο: Ότι οι σημερινοί συσχετισμοί και ισορροπίες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή κάνουν την εποχή που η Ουάσιγκτον φιλοδοξούσε να επιβάλλει την Pax Americana να φαίνεται πολύ μακρινό παρελθόν.

Η αθώωση της Ρένας Δούρου, χθες, για τις φονικές πλημμύρες στην Μάνδρα, όπως και η παραπομπές Παππά και Παπαγγελόπουλου για τις τηλεοπτικές άδειες και την υπόθεση Νοβάρτις, επαναφέρουν ένα παλιό ερώτημα: Πότε είναι θεμιτή και πότε αθέμιτη η ποινική αξιολόγηση της πολιτικής πράξης; Ποιο είναι το όριο μεταξύ μιας ακραίας «ποινικοποίησης της πολιτικής» (που έχει ως άλλη όψη την πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης) και μιας απαράδεκτης πολιτικής ασυλίας που «κουκουλώνει», παραγράφει και εξαιρεί, αδικαιολόγητα, τους επαγγελματίες της πολιτικής από την κατά το Σύνταγμα ισότητα έναντι του νόμου;

Από την μία πλευρά, υπάρχουν ακραίες και προφανείς περιπτώσεις, όπως της Χρυσής Αυγής όπου η πολιτική δράση είναι συνώνυμη (ή μεταμφίεση) της εγκληματικής βίας ή όπως η υπό διερεύνηση στο Αμερικανικό κογκρέσο απόπειρα πραξικοπήματος από τον Πρόεδρο Τραμπ για την ανατροπή του νόμιμου εκλογικού αποτελέσματος. Από την άλλη υπάρχουν εξ ίσου ακραίες περιπτώσεις, εξαιρετικά διαδεδομένες για παράδειγμα στην γειτονική Τουρκία, όπου η απλή διατύπωση (αντίθετης) άποψης, η απλή έκφραση γνώμης μετατρέπεται σε αυτοτελές αδίκημα. Και ενδιαμέσως, ανοίγεται μια πελώρια γκρίζα ζώνη όπου η στάθμιση είναι δύσκολη και αμφιλεγόμενη. Έχει ποινική (πέραν από την αυτονόητη πολιτική) ευθύνη ένας περιφερειάρχης επειδή οι δημόσιες υπηρεσίες επί των οποίων ασκεί διοίκηση παρέλειψαν τα αναγκαία μέτρα ή αντέδρασαν με λάθος τρόπο σε μια φυσική καταστροφή, προκαλώντας απώλειες ανθρώπινων ζωών; Είναι ποινικά υπόλογος ( η πολιτική ηλιθιότητα δεν αποτελεί, πάντως, από μόνη της ποινικό αδίκημα) ένας υπουργός που αποπειράθηκε, δίχως επιτυχία, να στήσει έναν διαγωνισμό ώστε να πάρει τηλεοπτική άδεια ένας «δικός του»;

Δεν υπάρχουν εύκολες σταθμίσεις. Ούτε συνταγή. Απαιτείται, όμως, όπως έλεγε παλαιός πολιτικός, «σοφία και αυτοσυγκράτηση» αλλά και η ελάχιστη δυνατή ανάμιξη της πολιτικής στην ποινική διαδικασία και η πλήρης αποχή της από την δικαστική κρίση. Ώστε ακόμη και αν είναι αδύνατον να αποφευχθούν τα λάθη, να μην χάνεται τουλάχιστον η έξωθεν καλή μαρτυρία.-

 

Για πρώτη φορά εδώ και τέσσερεις μήνες φαίνεται να συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις για μια ανακωχή στον πόλεμο της Ουκρανίας με την χθεσινή επίσκεψη Σολτς , Μακρόν και Ντράγκι στο Κίεβο να εγγράφεται σε αυτή την κατεύθυνση .

Η Ρωσία έχει σχεδόν ολοκληρώσει την κατάληψη των επαρχιών του Λούγκανσκ και του Ντανιέτσκ και έχει διασφαλίσει τον χερσαίο διάδρομο που συνδέει το Ντονμπάς με την Κριμαία.

Η Ουκρανία πολέμησε σκληρά και σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικά καθώς εξανάγκασε την Ρωσία να εγκαταλείψει τα προάστια του Κιέβου.

Η Ε.Ε παρά την αρχική ομοφωνία κι αποφασιστικότητα διαπιστώνει ότι έχει μειωμένες αντοχές για μια  παρατεταμένη σύγκρουση, με την Γηραιά Ήπειρο να βλέπει ότι το φθινόπωρο έρχεται μια συναστρία κρίσεων που θα μπορούσε δίχως υπερβολή να ονομασθεί «Τέλεια Καταιγίδα».

Οι ΗΠΑ που μέχρι πρόσφατα υποστήριζαν την συντήρηση ενός πολέμου φθοράς σε βάρος της Ρωσίας υφίστανται την πίεση των ευρωπαίων συμμάχων αλλά έχουν αρχίσει να φοβούνται μια παγκόσμια οικονομική αποσταθεροποίηση.

Οι πιέσεις των ευρωπαίων αναφέρονται στην Γερμανία , Γαλλία και Ιταλία.

Στην πρόσφατη επίσκεψη του στην Ουάσιγκτον ο Ντράγκι φέρεται ότι προειδοποίησε τον Μπάιντεν ότι οι αντοχές της Ιταλίας είναι οριακές και ότι έλαβε την διαβεβαίωση του ότι και οι ΗΠΑ επιθυμούν τερματισμό της σύγκρουσης.

Η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής της Ομάδας G-7  θα ήταν το ιδανικό σκηνικό όπου μια ενωμένη Δύση θα προτείνει τερματισμό του πολέμου  και άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων της Ρωσίας με την Ουκρανία.

Τέσσερεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν στο μυαλό τους μια σύντομη σύγκρουση και έτσι δεν συνυπολόγισαν το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Έτσι ακριβώς συνέβη στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, όταν τα πλήθη αποχαιρετούσαν τους στρατιώτες με το σύνθημα «Τα Χριστούγεννα πίσω στο σπίτι», ένα σύνθημα που επιβεβαιώθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα…

Είναι όλα τα παραπάνω η αρχή του τέλους;

Σε κάθε περίπτωση οι εξελίξεις θα απαντήσουν στο ερώτημα.