ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Οι τρεις δεκαετίες στις οποίες ο Γεράσιμος Αρσένης έπαιξε ρόλο στην πολιτική ζωή της Ελλάδας της Μεταπολίτευσης – βασικός συντελεστής στην διαμόρφωση προγραμματικού πλαισίου για την διεκδίκηση της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ της ριζοσπαστικής φάσης, βρέθηκε εν συνεχεία στο ιδιότυπο δίδυμο πόστο Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και υπουργού Εθνικής Οικονομίας στην πρώτη Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ/Ανδρέα Παπανδρέου ως («Τσάρος της Οικονομίας»), αργότερα διαφωνών με την στροφή ΠΑΣΟΚ σε πιο συμβατικές οδούς/υπουργεία Κ. Σημίτη με την ίδρυση του άτυχου ΕΣΚ/Ελληνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, θήτευσε στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας όταν το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην εξουσία και μέχρι την νύχτα των Ιμίων, εν τέλει κατέληξε στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επί Κυβέρνησης Σημίτη – έχουν αφήσει πίσω ίζημα στην δημόσια ζωή το οποίο, ακόμη και σήμερα, δεν έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί.

Το να ξαναφωτισθούν οι διεργασίες εκείνης της εποχής, μέσα και από την διαδρομή του Γεράσιμου Αρσένη, αυτό επιδιώκει ο ιδιαίτερος αυτός τόμος στις Εκδόσεις Gutenberg του (και φίλου του Γ. Αρσένη) Γ. Δαρδανού – επιμέλεια Β. Κολλάρου, ο οποίος είχε με πρωτοβουλία της Λούκας Κατσέλη πρόσβαση στο Αρχείο Αρσένη – έχουν συγκεντρωθεί χαρακτηριστικές τοποθετήσεις του ίδιου του Γεράσιμου Αρσένη για τις θεματικές των τριών υπουργείων που χειρίστηκε – Οικονομία, Παιδεία, Άμυνα. Τοποθετήσεις που δείχνουν την ενότητα της προσέγγισής του και το είδος ανησυχιών που κουβαλούσε στην ταραχώδη πολιτική του πορεία.

Την ίδια στιγμή, φιλοξενούνται στον τόμο σειρά από καταθέσεις/αποτιμήσεις της διαδρομής του – ως «επίμονου μεταρρυθμιστή» – από ανθρώπους που τον έζησαν σ’ αυτούς τους σταθμούς του: Κ. Βαϊτσος/Τ. Ρουμελιώτης/Μ. Σαπουντζόγλου (ΥΠΕΘΟ), Μ. Μπετενιώτης (ΥΕΘΑ) – Μιχ. Κασσωτάκης/Α. Αλεξόπουλος (σ’ αυτόν «ανήκει» το «επίμονος μεταρρυθμιστής») στο ΥΠΠΘ και που εισφέρουν αποτιμήσεις του περάσματός του με γνώση των αντίστοιχων χώρων.

Εκείνο που περισσότερο θα χρησιμεύσει σε όσους θέλουν να δουν (ή: να ξαναθυμηθούν) τους παράγοντες που κυρίως διαμόρφωσαν την «υπογραφή» του ΠΑΣΟΚ στα δημόσια πράγματα της Μεταπολίτευσης είναι η αντίστοιχη διάσταση ριζοσπαστικότητας που κουβαλούσε – η διατύπωση δεν είναι τυχαία: ο Αρσένης είχε μια συναίσθηση του πολιτικού και της μεταρρυθμιστικής ευθύνης που πήγαινε πολύ βαθύτερα απ’ εκείνην και του Ανδρέα Παπανδρέου (του οποίου, βέβαια, ήταν στενότατος φίλος – όπως και η Λούκα – ακόμη και στις φάσεις έντονης διαφωνίας) η οποία χαρακτηριζόταν από προσαρμοστικότητα μέχρι τα όρια του κυνισμού. Για τον Αρσένη  η μεταρρυθμιστική προσέγγιση σε μια Ελλάδα αγκαλιασμένη με την στασιμότητα, η υλοποίηση με άλλα λόγια του προτάγματος της Αλλαγής, είχε ακριβώς το στοιχείο της αποδοχής του ριζοσπαστικού/ανατρεπτικού. Αν στην οικονομία από την εποχή Αρσένη θυμηθεί κανείς την απόπειρα των κοινωνικοποιήσεων, της εισοδηματικής πολιτικής δημιουργίας ενεργού ζήτησης (με όρια, όμως, όταν η ΑΤΑ ξέφευγε) ή πάλι την μάχη για έγκαιρη συνειδητοποίηση των επιπτώσεων του Μάαστριχτ στην οικονομική πολιτική, ακόμη και της ελευθέρωσης του τραπεζικού συστήματος από τον ζουρλομανδύα της Νομισματικής Επιτροπής (λίγοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι επί Αρσένη, όχι επί Επιτροπής Καρατζά/ημερών Σημίτη ξεκίνησε αυτή η πορεία), βλέπει το είδος μεταρρυθμιστικής προσέγγισης. Αν από τον χώρο της άμυνας (ως βασικής προϋπόθεσης της εξωτερικής πολιτικής: θέση Αρσένη/Ανδρέα Παπανδρέου) ανασύρει κανείς την έννοια της παλλαϊκής άμυνας, ή του ενιαίου δόγματος Ελλάδας-Κύπρου ή της επισήμανσης της σημασίας των ακατοίκητων νησιών του Αιγαίου, ή ακόμη του ανοίγματος των Ενόπλων Δυνάμεων σε δράσεις κοινωνικής προσφοράς ώστε να δοθεί περιεχόμενο στο πέρασμα των στρατεύσιμων από το χακί, θα επισημάνει επίσης συνειδητή απομάκρυνση από τα παραδοσιακά. Ενώ άμα, στο μέτωπο της Παιδείας, δει τις επιλογές της μεταρρύθμισης Αρσένη – που έφεραν την πτώση του, με τις κινητοποιήσεις του «Κάτσε καλά, Γεράσιμε!», αλλά εν πολλοίς διατηρήθηκαν από τους επόμενους υπουργούς Παιδείας – ή πάλι αν ξαναθυμηθεί το Πρόγραμμα των Σχολικών Βιβλιοθηκών, θα ξαναβρεί το νήμα συνειδητά διαταρακτικών παρεμβάσεων.

Εκείνο όμως που αποτελεί κοινό παρονομαστή των προσεγγίσεων Αρσένη ήταν η επιλογή πορείας – και η επιμονή – «ενάντια στο κύμα». Δηλαδή η αποδοχή του πολιτικού κόστους των μεταρρυθμιστικών επιλογών, της Αλλαγής. Δεν ήταν ότι ο Αρσένης αγνοούσε ότι η φάση του Κεϋνσιανισμού/της διαχείρισης  ενεργού ζήτησης είχε φθάσει στα όριά του και ότι η νέα βουλγκάτα γινόταν πλέον – δεκαετία του΄80, διεθνώς – η Νεοφιλελεύθερη Σύνθεση, ούτε ότι στις δημόσιες επιχειρήσεις στην Ελλάδα η συνδικαλιστική ισχύς ήταν (να το πούμε ευγενικά…) παραδοσιακού τύπου, ούτε βέβαια ότι οι ιδιοκτήτες των de facto χρεωκοπημένων επιχειρήσεων λόγω βάρους των χρηματοοικονομικών ήδη την δεκαετία του΄70 και μέχρι την δεκαετία του ΄90 (για τις οποίες ο Τίμος Χριστοδούλου, εντελώς διαφορετικής στράτευσης, δεν δίσταζε να λέει: «bad management») διέθεταν σημαντικές ικανότητες αντιδράσεως. Πλην όμως θεωρούσε ότι το κόστος παραμονής της ελληνικής οικονομίας στην μεταπολεμική πεπατημένη μετά την ένταξή της στην ΕΟΚ θα ήταν καταδικαστικό. Αντίστοιχα ίσχυσαν στην προσπάθεια δημιουργίας διαφορετικών συσχετισμών στα ελληνοτουρκικά/στο Αιγαίο μετά την κρίση του 1987/μετά το Νταβός: Η κρίση των Ιμίων ασφαλώς και έφερε ανώμαλη προσγείωση το 1996 – όμως τώρα πια φαίνονται τα όρια της εναλλακτικής πολιτικής, η οποία τελικώς επεκράτησε. Ενώ για την Παιδεία, αν καθίσει και ξεφυλλίσει κανείς τις μετέπειτα προσεγγίσεις – ιδίως τις μεταρρυθμίσεις Γιαννάκου και Διαμαντόπουλου, μαζί και τις «αντι-μεταρρυθμίσεις» Ευθυμίου και Αρβανιτόπουλου – τείνει να αξιολογήσει διαφορετικά το «Κάτσε καλά, Γεράσιμε!».

Περισσότερο κι από μια ματιά στο «πώς θα μπορούσαν να έχουν πάει τα πράγματα» μιας εποχής που σημάδεψε συνολικά την Μεταπολίτευση, η επαναφορά στη μνήμη των επιλογών ριζοσπαστισμού (βέβαια… ριζοσπαστισμού με ελληνικά μέτρα) στην μεταρρυθμιστική προσέγγιση Αρσένη χρησιμεύει για να συνειδητοποιηθεί ότι στην πολιτική η ανάληψη του κόστους είναι αναγκαστικά συνδεδεμένη με την άσκηση της εξουσίας.

Κάτι που πολύ συχνά παραβλέπεται, ιδίως στην τωρινή/επικοινωνιακή εποχή του πολιτικού.

 

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, όπως συχνά συμβαίνει όταν υπάρχει η υποχρέωση ομοφωνίας, υπήρξε ένα ρεσιτάλ δημιουργικής ασάφειας ή ενότητας στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Και οι τριάντα χώρες-μέλη συμφωνούν ότι δεν πρέπει η Ρωσία να πετύχει την υπό εξέλιξη επίθεση. Τι σημαίνει όμως η παραπάνω διατύπωση;

-Σημαίνει ότι στόχος του ΝΑΤΟ πρέπει να είναι η καθαρή ήττα της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης, όπως υποστηρίζουν η Βρετανία και η πλειονότητα των χωρών της ανατολικής Ευρώπης;

-Ή σημαίνει ότι θα ήταν αρκετό ο πόλεμος να τελειώσει χωρίς η Ρωσία να μπορεί να ισχυρισθεί ότι κατήγαγε καθαρή νίκη΄. όπως θα προτιμούσε η ηγεσία της Γερμανίας;

Επί του παρόντος, αυτά είναι υποθέσεις εργασίας , καθώς η Μόσχα μοιάζει να μην έχει ολοκληρώσει τους στόχους της στο πεδίο της μάχης, άρα να μην επείγεται για κατάπαυση του πυρός. Μόλις, όμως, υπονοήσει ότι επιθυμεί διαπραγμάτευση για τη σύναψη εκεχειρίας, όλες οι διαφορετικές προσεγγίσεις που καλύπτονται έως τώρα από τη δημιουργική ασάφεια της γλώσσας στην οποία διατυπώνονται τα κοινά ανακοινωθέντα και τα κείμενα συμπερασμάτων των Συνόδων Κορυφής του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., θα έρθουν στην επιφάνεια.

Αν το ΝΑΤΟ δεν επεξεργασθεί από τώρα τα σενάρια απάντησης στην Μόσχα, τότε η πολυδιαφημισμένη αρχική ομοφωνία των χωρών-μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας εύκολα θα διαλυθεί και ίσως ακολουθήσει ο σοβαρότερος διχασμός από την ίδρυση της Συμμαχίας, την Άνοιξη του 1949.

Ο Πούτιν έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και, κατά συνέπεια, μπορεί να επιλέξει τη στιγμή που η υπαρξιακή αγωνία των ευρωπαϊκών χωρών, ενόψει του σκληρού χειμώνα 2022-3, θα έχει κορυφωθεί.

Με τα σημερινά δεδομένα και οι δύο επιλογές της Γηραιάς Ηπείρου θα έχουν υψηλό κόστος:

-Η στοίχιση με τις ΗΠΑ απέναντι στην Ρωσία εμπεριέχει τον κίνδυνο μιας πρωτοφανούς κρίσης, ικανής να πυροδοτήσει διαδικασίες κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης.

-Η διάσπαση της ενότητας του ΝΑΤΟ, πάλι, θα θέσει σε δεινή δοκιμασία την ενότητα και της Ε.Ε και, με τα σημερινά δεδομένα, ίσως σταθεί ικανή να υποθηκεύσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια για το ορατό μέλλον.

Οι επιλογές χωρίς κόστος, και δή μεγάλο, μάλλον έχουν εκλείψει…

Mε έναν ανασχηματισμό πολύ δειλών και περιορισμένης έκτασης πολιτικών ανοιγμάτων που μετατοπίζουν ελαφρώς δεξιότερα τον άξονα της κυβέρνησής του, ο Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν επέστρεψε στην γαλλική εσωτερική πολιτική ζωή μετά από ένα πυκνό δεκαήμερο στο εξωτερικό αφιερωμένο στα ζέοντα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής.

Στην πραγματικότητα η νέα 42μελής γαλλική κυβέρνηση είναι μια συμβατική κυβέρνηση το πολιτικό στίγμα της οποίας είναι πολύ ασθενές για να δώσει νέα πνοή στην δεύτερη πενταετή θητεία του Γάλλου Προέδρου.

Επιχειρεί, ωστόσο, μια ανακατανομή των εσωτερικών ισορροπιών του προεδρικού συνασπισμού επιβεβαιώνοντας δυο κυρίως πράγματα.

Το πρώτο είναι η εγκατάλειψη της μονοκρατορικής, προεδροκεντρικής και προσωποπαγούς μεθόδου διακυβέρνησης, που αποτέλεσε και το κυρίαρχο γνώρισμα  της πρώτης θητείας Μακρόν.

Το δεύτερο είναι η εμφανης ενίσχυση του ρόλου και του ειδικού βάρους των δυο βασικών πολιτικών εταίρων του κυβερνώντος συνασπισμού. Του παλαίμαχου αρχηγού του κεντρώου Modem Φρανσουά Μπαϋρού και του ομολόγου του των κεντροδεξιών Οριζόντων, του κόμματος που ίδρυσε ο πρώτος Πρωθυπουργός του Μακρόν Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος, άλλωστε, ευτύχησε να δει το πολιτικό του δημιούργημα να εκλέγει μια ευάριθμη κοινοβουλευτική ομάδα.  

Παρόλα αυτά οι εισηγήσεις  αμφοτέρων υπέρ του σχηματισμού μιας πιο πολιτικής κυβέρνησης ευρύτερων συνεργασιών δεν εισακούστηκαν ούτε από την Πρωθυπουργό Ελιζαμπέτ Μπορν ούτε από τον Αρχηγό του Κράτους.

Ο Εμμανουέλ Μακρόν επέμεινε τεχνοκρατικά χωρίς να κάνει την παραμικρή έκπληξη ούτε και να συγκροτήσει ένα πιο ολιγομελές, μάχιμο και πολιτικό κυβερνητικό σχήμα με προοπτική και στρατηγικό βάθος.

Δείχνει πια να έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ούτε θα κυβερνά μόνος του, ούτε θα διαθέτει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποτελούμενη από υπάκουα play mobil κατευθυνόμενα από το προεδρικό μέγαρο των Ηλυσίων.

Μετά την απόρριψη της ιδέας να σχηματίσει μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή μεγάλου συνασπισμού, η μόνη επιλογή που του απέμεινε είναι αυτή μιας «θεματικής διακυβέρνησης» που θα ασκείται με επιμέρους νομοθετικές πρωτοβουλίες επί συγκεκριμένων ζητημάτων ανάλογα με τις κατά περίπτωση κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες που θα μπορεί να εξασφαλίζει κάθε φορά είτε δια της συναίνεσης είτε δια της αποχής των βουλευτών της αντιπολίτευσης. 

Πρόκειται για ένα πείραμα που σίγουρα θα επιβραδύνει κατά πολύ και κατά μαρτυρικό για τον Μακρόν τρόπο  τους ρυθμούς παραγωγής του κυβερνητικού έργου. Μάλλον θα αναστείλει την προώθηση των σημαντικών μεταρρυθμίσεων με τις οποίες ο νεοεπανεκλεγής Πρόεδρος είχε κατά νου να συνδέσει την δεύτερη θητεία του χωρίς όμως και πάλι να συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες επιτυχίας.

Σε μια φάση  έκτακτων ευρωπαϊκών περιστάσεων και πιεστικών κοινωνικών αναγκών η Γαλλία θα εισέλθει σε μια αγνώστου αλλά όχι πολύ μακράς διαρκείας μεταβατική περίοδο κατά την οποία κανένας μεν των πολιτικών παιχτών δεν θα θέλει να χρεωθεί ένα ενδεχόμενο αδιέξοδο, αλλά και κανένας δεν θα κάνει τίποτα για να αποφευχθεί διευκολύνοντας την  ζωή του Γάλλου Προέδρου και της κυβέρνησής του. 

Που σημαίνει ότι το πείραμα Μακρόν κινδυνεύει  να εξελιχθεί σε ένα πολιτικό παιχνίδι εντυπώσεων και καθυστερήσεων εν αναμονή μιας κατά τα φαινόμενα αναπόφευκτης νέας, πρόωρης αυτήν την φορά, προσφυγής στις κάλπες.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια προσφυγή αποτελεί το μοναδικό όπλο που διαθέτει ο Πρόεδρος για να αλλάξει τον σημερινό παραλυτικό συσχετισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων. Και είναι εξίσου προφανές ότι δεν θα το χρησιμοποιήσει παρά μόνον όταν εκτιμήσει ότι θα βρει τον στόχο του.

Παραμένει, ωστόσο, αμφίβολο αν θα έχει ποτέ την πολυτέλεια να  το κάνει χωρίς το ρίσκο να επιστρέψουν οι σφαίρες ως μπούμεραγκ.

Η δημοτικότητά του βρίσκεται σε διαρκή πτώση. Το ίδιο συμβαίνει και με την δημοτικότητα της Πρωθυπουργού του.

Αντιστρόφως η δημοτικότητα της Λε Πεν ανεβαίνει συνεχώς στέφοντας με επιτυχία την επιχείρηση θεσμοποίησης του ρόλου της και του κόμματός της. 

Είναι δε χαρακτηριστικό  ότι ενώ αύριο η Ελιζαμπέτ Μπορν θα παρουσιάσει στην Εθνοσυνέλευση τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης της, δεν θα ζητήσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από την Εθνοσυνέλευση.

Όχι για να μη φανεί πόσο εύθραυστη θα είναι η πλειοψηφία που θα συγκεντρώσει. Αλλά κυρίως  για να αποφύγει το ενδεχόμενο σε μια επίδειξη υπευθυνότητας να την υπερψηφίσει η Εθνική Συσπείρωση της Λε Πεν. 

Θα ανακοινώσει άμεσα ο Τραμπ ότι θα διεκδικήσει το χρίσμα του υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων στις εκλογές του 2024%;  Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις το 56% της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικάνων στηρίζει μια νέα υποψηφιότητα Τραμπ. Αλλά αυτό από μόνο του δεν θα εξηγούσε μια πρόωρη ανακοίνωση της υποψηφιότητας, δύο και πλέον χρόνια πριν από τις κάλπες του 2024.

Είναι προφανές ότι μια σειρά από λόγοι μπορούν να ερμηνεύσουν την πρωτοφανή στα πολιτικά χρονικά των ΗΠΑ ενδεχόμενη πρόωρη υποψηφιότητα:

Δεν χρειάζεται ειδίκευση στην εξωτερική πολιτική για να γίνει αντιληπτό τι θα σημαίνει για το κύρος των ΗΠΑ διεθνώς από την Μόσχα έως το Πεκίνο επανεμφάνιση του Τραμπ ως αρχηγού της αντιπολίτευσης και Προέδρου σε αναμονή…

Πώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για να ενισχυθούν τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά;

Μια αυτονόητη απάντηση είναι, με την επιβολή διαφάνειας και την άσκηση ελέγχου στις δαπάνες και, μάλιστα, σε μεγάλα κονδύλια όπως οι δαπάνες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Σύμφωνα με το νόμο, θα έπρεπε να συντάσσονται ετήσιοι ισολογισμοί και να ελέγχονται. Στην πράξη επικρατεί χάος, απευθείας αναθέσεις και σπατάλη. Έχει προταθεί ένα απλό μέτρο-ανάχωμα στην αυθαιρεσία: Να υποχρεωθούν δήμαρχοι/περιφερειάρχες να δημοσιοποιούν μια απλή λίστα με τις επιδοτήσεις που παίρνει κάθε ΤΑ, τους ίδιους πόρους της, τον αριθμό των μισθοδοτούμενων και σε ποια θέση εργάζεται καθένας. Θα ήταν μια στοιχειώδης λογοδοσία, ικανή να συγκρατήσει τα φέουδα και να περιορίσει τις σπατάλες. Η ιδέα κυκλοφόρησε και απορρίφθηκε -για να μην στενοχωρηθούν οι τοπικοί άρχοντες.

Ανάλογα φαινόμενα υπάρχουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το ΕΣΥ, χάρη στο ιατρικό-νοσηλευτικό προσωπικό έμεινε όρθιο στην σκληρή δοκιμασία της πανδημίας και θα έπρεπε να ενισχυθεί και να προετοιμάζεται για ανάλογες δοκιμασίες αύριο. Πυρήνας μιας τέτοιας προσπάθειας, η επίλυση του διοικητικού προβλήματος: Το Σύστημα χρειάζεται διοικήσεις υψηλών προδιαγραφών! Έτσι, θα μπορέσει να βρει πόρους, να αναπτυχθεί σε νέες υπηρεσίες, να κερδίσει μεγάλο μέρος από τη δαπάνη της ιδιωτικής ασφαλιστικής αγοράς. Δυστυχώς, το πνίγει ο κομματισμός, με δευτερογενείς συνέπειες την πολυδιάσπαση των προμηθειών, τις απευθείας αναθέσεις, τα πλέγματα κομματικών/ πελατειακών εξαρτήσεων και άλλα ανάλογα φαινόμενα που κατατρώνε δημοσιονομικό χώρο.

Τελικά, ενώ οι ανάγκες είναι τόσο μεγάλες, συζήτηση με θέμα τον εξορθολογισμό/ εξοικονόμηση δαπανών και την παραγωγή νέων, λειτουργικών εσόδων από το δημόσιο, απλώς δεν διεξάγεται. Ακόμα πιο περιορισμένη είναι η συζήτηση για την εύρεση νέου δημοσιονομικού χώρου μέσω αύξησης των φορολογικών εσόδων, με τον περιορισμό της (νόμιμης αλλά άνευ αναπτυξιακού αποτυπώματος) φοροαποφυγής και, κυρίως, με την πάταξη της φοροδιαφυγής. Σε προηγούμενες 10ετίες, ο πόλεμος κατά της φοροδιαφυγής ήταν στη σημαία των προσπαθειών δημοσιονομικής ανόρθωσης. Τα τελευταία χρόνια, η λέξη φοροδιαφυγή έχει μπει, λες, στις λέξεις που πρέπει να αποφεύγονται. Το πολιτικό προσωπικό αποφεύγει να μιλήσει για αυτήν –κάνετε ένα γκουγκλάρισμα στο διαδίκτυο τώρα και παλιότερα. Μιλά για μειώσεις φόρων, αυτή είναι η μόδα –που δεν θα μακροημερεύσει.

Από μια άποψη, δεν είναι παράδοξο. Μέσα στο γενικό κλίμα χαλάρωσης, όταν μοιράζονται λεφτά αδιακρίτως, και σε φοροφυγάδες (αποσυνδέοντας τις ενισχύσεις από τον δηλωμένο τζίρο και δίνοντάς τις ως βοήθεια για νοίκι, φως, νερό, τηλέφωνο, λειτουργικά έξοδα), όταν χαρίζονται 6 δισ. ευρώ (πολλά εξ ων έγιναν καταθέσεις, πολυτελή αυτοκίνητα και αγορές ακινήτων) και παρέχονται κρατικές εγγυήσεις στις τράπεζες για να δανειοδοτήσουν μαγαζιά  που δεν θα τα δάνειζε καμία τράπεζα στον κόσμο (παρεμπιπτόντως, αν αυτά τα είχε κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχαν σηκωθεί οι πέτρες όλης της επικράτειας να τον πλακώσουν…), ε, τότε η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν στέκει  να είναι σε πρώτο ή δεύτερο πλάνο -δεν ταιριάζει με το περιβάλλον. Από μια άλλη άποψη, όμως, ο πόλεμος στη φοροδιαφυγή θα έπρεπε να έχει απόλυτη προτεραιότητα.

Γιατί, αναζητώντας δημοσιονομικό χώρο, ένα ζήτημα είναι ότι μεγάλο μέρος του ξοδεύτηκε, κι ένα άλλο είναι ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια να βρεθεί πρόσθετος: (α) Είμαστε στους πρωταθλητές της φοροδιαφυγής,  έχουμε τον 3ο υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ στην Ευρώπη αλλά είμαστε η 15η χώρα με κριτήρια τα έσοδα του ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ, (β) είμαστε η 2η με κριτήριο την απώλεια εσόδων του: Τα οφειλόμενα αλλά ανείσπραχτα έσοδα του ΦΠΑ ανέρχονται σε περίπου 5,4 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ (γ) είμαστε στις τελευταίες ευρωπαϊκές θέσεις με κριτήριο τις ηλεκτρονικές πληρωμές ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης, και πολύ κάτω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο στη χρήση κάρτας. Άρα, δημοσιονομικός χώρος θα βρεθεί, αν καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή.  Έτσι θα μπορούσαν να μειωθούν οι συντελεστές ΦΠΑ, που -πάνω στις διαρκώς αυξανόμενες τιμές- φέρνουν περισσότερα λεφτά στα κρατικά ταμεία, τσακίζοντας τα γνωστά υποζύγια.

Οι δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων ότι παρά την ενεργειακή κρίση, η ελληνική οικονομία είναι ασφαλής, δεν μπορούν παρά να προκαλέσουν συνειρμούς με τις διαβεβαιώσεις προ 14 ετών, λίγο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, για την θωρακισμένη ελληνική οικονομία.  Οι συνθήκες είναι, προφανώς, εντελώς διαφορετικές, αλλά οι δηλώσεις έχουν ως κοινό γνώρισμα να καθησυχάσουν τους πολίτες ότι οι δυσκολίες είναι προσωρινές.  Το πολύπτυχο θέμα της ασφάλειας, άλλωστε, έχει καταστεί το κρισιμότερο ζήτημα της εποχής μας.

Στο οικονομικό επίπεδο τα σύννεφα πυκνώνουν επικίνδυνα, το ενεργειακό κόστος και ο πληθωρισμός δεν θα τιθασευτούν σύντομα και η πιθανότητα ύφεσης είναι πλέον ορατή στον ορίζοντα.  Η χώρα μας απαιτείται να διαθέσει τα επόμενα χρόνια σημαντικούς δημόσιους πόρους για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, τον ενεργειακό μετασχηματισμό της, την διαρκή ενίσχυση της εθνικής της άμυνας, την αναστήλωση των δημοσίων συστημάτων υγείας και παιδείας, την μεταστροφή του παραγωγικού της μοντέλου, την αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης με την ουσιαστική στήριξη της νέας γενιάς καθώς και την ενίσχυση των κοινωνικών δαπανών και υπηρεσιών με κύριο στόχο τη μείωση των ανισοτήτων.

Τα ζητήματα της φοροδιαφυγής/-αποφυγής βρίσκονται, επί της ουσίας, εκτός της ατζέντας του πολιτικού διαλόγου.  Στα ζητήματα της φορολογίας, η κυβέρνηση είναι υπέρ της μείωσης της άμεσης φορολογίας, ιδιαίτερα των κερδών, μερισμάτων, εργοδοτικών εισφορών, κλπ. που υποτίθεται ότι αυξάνουν τις επενδύσεις και την απασχόληση, αλλά όχι της έμμεσης φορολογίας, που είναι “αφανής”, αποτελεί την σημαντικότερη πηγή δημοσίων εσόδων και στην ουσία πλήττει με σφοδρότητα τους αδύναμους και τα μεσαία στρώματα.  Τα υπερ-έσοδα των τελευταίων μηνών από την έμμεση φορολογία, χρηματοδοτούν διάφορα επιδόματα και αρκετές οριζόντιες επιχορηγήσεις.

Το ερώτημα είναι αν η πολιτική αυτή συνάδει με τον ευρύτατα αποδεκτό στόχο της «αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου», αν και σπανίως διευκρινίζεται τι ακριβώς εννοεί ο καθένας με τον όρο αυτό.

Μια ματιά μόνο στις χώρες του ΟΟΣΑ σχετικά πχ. με τα επίπεδα του μη μισθολογικού κόστους ή της φορολογίας κερδών και μερισμάτων, δείχνει ότι οι υψηλότερες επιβαρύνσεις αφορούν χώρες όπως το Βέλγιο, η Γερμανία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και οι Σκανδιναβικές.  Οι χώρες, δηλαδή, που έχουν ισχυρότερες οικονομίες και αγορές εργασίας, υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης και ποιότητας της εργασίας και έχουν, κατά τεκμήριο, απορροφήσει αρκετούς από τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους μας του brain drain.

Το βασικότερο, χαρακτηριστικό των χωρών αυτών είναι ότι διακρίνονται από πολύ υψηλότερα επίπεδα “θεσμικής ποιότητας”, δηλαδή ποιότητας διακυβέρνησης, λειτουργίας των θεσμών, της δικαιοσύνης, εμπιστοσύνης στο κράτος και τη δημόσια διοίκηση, χαμηλότερα επίπεδα διαφθοράς, κλπ.  Αυτός είναι ο βασικότερος λόγος που χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλότερα επίπεδα παραοικονομίας, φοροδιαφυγής και “μαύρης” εργασίας.  Η θεσμική ποιότητα και η εμπιστοσύνη αντανακλάται και στα υψηλότερα επίπεδα φορολογικής ηθικής που διακρίνει τις κοινωνίες αυτές. Για το λόγο αυτό μπορούν να υποστηρίζουν πολύ δυναμικότερες και εξωστρεφείς οικονομίες με υψηλότερους συντελεστές φορολογίας κερδών, μερισμάτων και μη μισθολογικού κόστους και χαμηλότερη εξάρτηση των δημοσίων εσόδων από τους έμμεσους φόρους.

Στην περίπτωση της χώρας μας, φαίνεται ότι “ανταλλάσσουμε” την μεγάλη υστέρησή μας στην ποιότητα των θεσμών και της διακυβέρνησης με τη μείωση της άμεσης φορολογίας.  Στην ουσία, αντισταθμίζουμε το οικονομικό κόστος που δημιουργεί στην υγιή επιχειρηματικότητα η χαμηλή ποιότητα των θεσμών και διακυβέρνησης, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η φοροδιαφυγή – μαζί με τα παραθυράκια της φοροαποφυγής – και η έλλειψη εμπιστοσύνης στο κομματικοποιημένο κράτος, με χαμηλότερη άμεση φορολογία.

Ο δρόμος αυτός, ωστόσο, είναι αδιέξοδος και κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα καθοδικό σπιράλ, όπου η υποβάθμιση της ποιότητας των θεσμών και της διακυβέρνησης θα απαιτεί ολοένα και μικρότερη φορολογία και θα επιφέρει όχι την συρρίκνωση αλλά την διεύρυνση της φοροδιαφυγής, της παραοικονομίας και της διαφθοράς. Ευνοεί, επίσης, την αέναη συνέχιση της κομματικοποίησης και της δυσλειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και την εξάρτησή της από την πολιτική βούληση του κόμματος που, κερδίζοντας τις εκλογές, παίρνει το κράτος ως λάφυρο και στη συνέχεια επικαλείται την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού ως άλλοθι για τις δικές του πολιτικές αδυναμίες.

Η ασφάλεια και η ανθεκτικότητα προϋποθέτουν ισχυρή οικονομία, κάτι πολύ βαθύτερο από θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης του παραγωγικού μοντέλου “90% κατανάλωση, δημόσια έσοδα από έμμεσους φόρους και οριζόντιες επιδοτήσεις”.  Η ισχυρή οικονομία προϋποθέτει στιβαρή θεσμική ραχοκοκαλιά, αδυσώπητο αγώνα κατά της φοροδιαφυγής/-αποφυγής, υψηλή ποιότητα των θεσμών και της διακυβέρνησης, εμπιστοσύνη στον κρατικό μηχανισμό και την σταδιακή εμπέδωση μιας νέας φορολογικής ηθικής στην κοινωνία.

Ο Ηλίας Κικίλιας είναι σύμβουλος της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής για θέματα οικονομικής πολιτικής

 

 

Την ώρα που ο Μπάιντεν επιστρέφει στην ρητορική του πρώτου Ψυχρού Πολέμου καθώς επιχειρεί να παρουσιάσει την αντιπαράθεση της Δύσης με την Ρωσία και την Κίνα ως μάχη του Ελεύθερου Κόσμου με τα αυταρχικά καθεστώτα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ παίζει με την φωτιά.

Παίζει με την φωτιά γιατί, πρώτον, οξύνει λίγους μήνες πριν από τις Ενδιάμεσες Εκλογές την εμφυλιοπολεμική ένταση που έχει κορυφωθεί τα τελευταία χρόνια και, δεύτερον, υπονομευει την αξιοπιστία των αξιακών αναφορών που πάντα νομιμοποιούσαν την στάση των ΗΠΑ στην Διεθνή Σκηνή.

Μέσα σε λίγους μήνες η διορισμένη από τον Τραμπ πλειοψηφία του Ανώτατου Δικαστηρίου έχει ενεργοποιήσει τρείς ωρολογιακές βόμβες:

-Έχει καταστήσει από δύσκολη έως αδύνατη την παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για επιβολή όρων και προϋποθέσεων που θα έθετε κάποιο πλαίσιο στην ανεξέλεγκτη οπλοκατοχή.

-Έχει άρει την συνταγματική προστασία των αμβλώσεων και έτσι είναι βέβαιο ότι στις μισές τουλάχιστον πολιτείες η διακοπή της κύησης θα κηρυχθεί παράνομη.

-Κινείται προς την κατεύθυνση να μεταβιβαστούν οι ομοσπονδιακές αρμοδιότητες για τις ομοσπονδιακές εκλογικές αναμετρήσεις στις κυβερνήσεις των Πολιτειών.

Αν  στα παραπάνω προστεθούν τα όσα αδιανόητα έχουν κατατεθεί στην Επιτροπή του Κογκρέσου που διερευνά την έφοδο των οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο στις 6.1.2021, τότε ολοκληρώνεται η εικόνα μιας υπερδύναμης που υποφέρει από βαθιά εσωτερική κρίση, μια κρίση που αν δεν τεθεί υπό έλεγχο θα θέσει υπό αμφισβήτηση την ενότητα της Δύσης, που μόλις διακηρύχθηκε για μια ακόμη φορά πανηγυρικά στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Μαδρίτη.

Για να συλλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να σκεφθούμε ότι αν το Ανώτατο Δικαστήριο κάποιας άλλης χώρας είχε λάβει ανάλογες αποφάσεις, τότε είναι βέβαιο ότι η Γερουσία των ΗΠΑ θα της είχε επιβάλλει κυρώσεις.

Η ιστορία των ΗΠΑ διδάσκει ότι η συντηρητική αναδίπλωση και ο απομονωτισμός στο εσωτερικό υποθηκεύουν και τελικά ακυρώνουν τον ηγετικό παγκόσμιο ρόλο της χώρας.

Το 1918-20 ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Ουίλσον υπαγόρευσε στους υπόλοιπους νικητές του Μεγάλου Πολέμου μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων θεσμικά κατοχυρωμένη από την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών.

Η συντηρητική αναδίπλωση της αμερικανικής κοινωνίας οδήγησε το καλοκαίρι του 1920 στην απόρριψη της Συνθήκης των Βερσαλλιών με την χώρα να εγκλωβίζεται στον απομονωτισμό με επόμενο βήμα την ποτοαπαγόρευση.

Αν συνεχίσει στον ίδιο ολισθηρό δρόμο το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν αποκλείεται να δούμε τον Ορμπάν να καλείται από την πλειοψηφία των μελών του να μιλήσει για τη διάκριση των εξουσιών…

Πρωταθλητές Ευρώπης στις αυξήσεις των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας. Ουρανοκατέβατα κέρδη για τις εταιρείες παραγωγής ρεύματος. Πρωταθλητές και στις κρατικές επιδοτήσεις για να απορροφηθεί ένα μέρος των επιβαρύνσεων που αποτυπώνονται στα τιμολόγια. Με δυο λόγια, πληρώνουμε ως φορολογούμενοι αυτά που εν μέρει παίρνουμε πίσω ως  καταναλωτές. Το σύστημα διαμόρφωσης των τιμών στην εγχώρια αγορά ρεύματος, μεταφέρει στους πολίτες όλο το κόστος από την εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου.

Την πρώτη πράξη του δράματος που είχε μεγάλους χαμένους το δημόσιο, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και κερδισμένους τις εταιρείες ενέργειας, αποτυπώνουν δύο στοιχεία:

Πρώτον, η Ελλάδα βρίσκεται στην 4η υψηλότερη θέση στην ΕΕ με τις μεγαλύτερες αυξήσεις (79%) στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας που είναι υπερδιπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (34,6%).

Δεύτερον, κατέχει την πρώτη θέση στην ΕΕ με τις υψηλότερες κρατικές επιδοτήσεις στο κόστος της ενέργειας. Στα 8,5 δισ.  ευρώ ανέρχεται έως τώρα η ετήσια δαπάνη στον προϋπολογισμό.

Η δεύτερη πράξη του δράματος ξεκινά τώρα με τη νέα παρέμβαση της κυβέρνησης, που θέτει ανώτατο όριο στις τιμές πώλησης του ρεύματος των παραγωγών και υπόσχεται μείωση κατά 80% των επιβαρύνσεων στα τιμολόγια, χωρίς να αλλάξουν οι βασικοί παράμετροι λειτουργίας της χονδρικής αγοράς. Παραγωγοί και προμηθευτές (στην πλειονότητά τους είναι εταιρείες ενός και του αυτού ομίλου…) θα συνεχίσουν να καθορίζουν καθημερινά το κόστος του ρεύματος. Έτσι και πάλι το κράτος, ως πυροσβέστης θα καλείται να σβήσει, με υψηλές επιδοτήσεις, τη φωτιά στα τιμολόγια.

Η κυβέρνηση έχει απορρίψει την επιβολή πλαφόν στις λιανικές τιμές του ρεύματος που προτείνει η αντιπολίτευση. Αλλά καθώς οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου εξακολουθούν να αυξάνονται, η παρέμβαση της μπορεί να εξελιχθεί σε μια μεγάλη δημοσιονομική απειλή.

Σημειώστε: Ο προϋπολογισμός προβλέπει συνολική δαπάνη 900 εκατ. ευρώ για την κάλυψη των επιδοτήσεων μέχρι τέλος έτους. Το κόστος αυτό έχει υπολογιστεί με μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος στα 225 ευρώ/MWh. Ωστόσο, η τιμή χονδρικής βρίσκεται σήμερα στα 280 ευρώ/MWh ενώ ξεπερνούσε τα 300 ευρώ/MWh τις προηγούμενες ημέρες. Αν η τιμή χονδρικής παραμείνει σε αυτά τα επίπεδα ή αυξηθεί περισσότερο, θα αυξηθεί σημαντικά το κόστος της κρατικής επιδότησης.

Όλα αυτά, μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την μείωση του ελλείμματος στο 2% του ΑΕΠ φέτος και την επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα το 2023 για να ανακτήσει η χώρα την επενδυτική βαθμίδα. Το ρίσκο είναι πολύ υψηλό.

 

Τετάρτη, 29.6.2022

 

Καλησπέρα σας,

έχετε Γράμμα από την Τουρκία,

φρόντισαν για αυτό ο Ευάγγελος Αρεταίος και η Μαρία Ζαχαράκη.

Ενισχυμένος ο Ερντογάν, αλλά…

Το τηλεφώνημα του Τζο Μπάιντεν στον Τούρκο Πρόεδρο το πρωί της Τρίτης και η επικείμενη συνάντηση τους στο περιθώριο της Συνόδου σήμερα το απόγευμα, φαίνεται ότι έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της στάσης του Ταγίπ Ερντογάν στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Οι εκτιμήσεις, πάντως, που διατυπώνονται στον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται στην Τουρκία διίστανται.

“Η Τουρκία πήρε αυτό που ήθελε”, μετέδωσε η απεσταλμένη στην Μαδρίτη του φιλοκυβερνητικού τηλεοπτικού δικτύου A Haber, Rüya Akkuş, παρουσιάζοντας τα σημεία της συμφωνίας με Σουηδία και Φινλανδία. 

«Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν πήρε σχεδόν τίποτα από αυτά που είπε καθώς επιβιβαζόταν στο αεροπλάνο για τη Μαδρίτη ότι θα ήταν το ελάχιστο, για την άρση του βέτο στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ», είπε στο KReport ο αναλυτής του Silk Road Program, Gareth Jenkins: «Ακόμη και η μία συγκεκριμένη παραχώρηση στην Τουρκία, η άρση του εμπάργκο όπλων, δεν αποτελεί εγγύηση ότι η Σουηδία και η Φινλανδία θα πουλήσουν όπλα στην Τουρκία. Αφού και οι δύο μπορούν να επιβάλουν ένα νέο εμπάργκο ανά πάσα στιγμή. Το υπόλοιπο της συμφωνίας αποτελείται από επαναδιατυπώσεις από τη Σουηδία και τη Φινλανδία των υφιστάμενων πολιτικών τους και ασαφείς δηλώσεις καλής θέλησης».

Για «παραχώρηση ασυμβίβαστη με τα συμφέροντα της Τουρκίας», έκανε λόγο η Μεράλ Ακσενέρ του ΙΥΙ.

Ωστόσο όπως λένε συνομιλητές του KReport στην Τουρκία, ο Ταγίπ Ερντογάν βγαίνει ενισχυμένος, γιατί κατάφερε να δείξει στους υποστηρικτές του ότι επέβαλε στους συμμάχους να σεβαστούν και να λάβουν σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες της Τουρκίας. Αν αυτή η εξέλιξη θα σταθεί ικανή να περιορίσει ή, πολύ περισσότερο, να αναστρέψει την αργή αλλά σταθερή δημοσκοπική «αιμορραγία» των κυβερνητικών κομμάτων, μένει να φανεί.

Τα ελληνοτουρκικά: Σύμφωνα με εκτιμήσεις στην Τουρκία, ο Ταγίπ Ερντογάν επρόκειτο να θέσει τα ελληνοτουρκικά και το θέμα των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα στον Αμερικανό ομόλογό του κατά τη συνάντησή τους σήμερα το απόγευμα. Μέχρι στιγμής ο Ερντογάν δεν έχει θέσει αυτά τα θέματα στις συζητήσεις της Συνόδου. Βασική ανησυχία της Άγκυρας είναι η αλλαγή συσχετισμών δυνάμεων στην περιοχή και η αντίληψη ότι χάνει την πρωτοκαθεδρία της στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ προς όφελος της Ελλάδας. 

ΑνάλυσηΤο τηλεφώνημα Μπάιντεν και η συγκατάθεση Ερντογάν -Τι πήρε η Τουρκία;

Σε άρθρο του σήμερα ο Τούρκος αρθρογράφος και πολιτικός αναλυτής Μουράτ Γετκίν, εξηγεί τον κρίσιμο ρόλο του τηλεφωνήματος Μπάιντεν και προεξοφλεί ότι η Τουρκία θα παραλάβει τα F-16. Αποσπάσματα από το άρθρο του, σε ελληνική απόδοση εδώ.

*** *** ***

Αρκεί η οικονομία για να δώσει εκλογική νίκη στην αντιπολίτευση;

Τα σενάρια και η φημολογία για πρώρες εκλογές συνεχίζονται στην Άγκυρα. Ένα σημαντικό μέρος αναλυτών, φιλικά προσκείμενων στην αντιπολίτευση, εκτιμούν ότι θα γίνουν πρόωρες εκλογές το Νοέμβριο ενώ πρόσωπα που πρόσκεινται στην κυβέρνηση το αρνούνται κατηγορηματικά. Πάντως, οι πρόσφατες κυβερνητικές κινήσεις στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, που δίνουν έμφαση στους συνταξιούχους και στην προοπτική νέας αύξησης 40% του κατώτατου μισθού, ερμηνεύονται από πολλούς ως ισχυρές ενδείξεις περί πρόωρων εκλογών. Το ερώτημα είναι, κατά πόσο η οικονομία μπορεί από μόνη της να προσφέρει τη νίκη στην αντιπολίτευση.

Θρησκευτικότητα: Σύμφωνα με τα ευρήματα  αδημοσίευτου σχεδίου επιστημονικού  άρθρου που υπογράφουν οι ακαδημαϊκοί Evren Balta και Seda Demiralp, η θρησκευτικότητα εξακολουθεί να διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο πως οι πολίτες αντιλαμβάνονται την κατάσταση της οικονομίας, με τους συντηρητικούς θρησκευόμενους να κρατούν αποστάσεις από επικρίσεις και αρνητικές αντιλήψεις κατά της κυβέρνησης. Ωστόσο, στις ομάδες χαμηλών εισοδημάτων, ο παράγοντας της θρησκευτικότητας έχει αρχίσει να εξασθενεί όσον αφορά την αντίληψη της πραγματικότητας  της οικονομικής κατάστασης, γι αυτό  και η πολύ αργή μεν αλλά σταθερή συρρίκνωση  της εκλογικής βάσης του κυβερνώντος κόμματος. 

Οικονομική ασφάλεια: Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο του αντιπολιτευόμενου έγκριτου ιστότοπου Medyascope, Alphan Telek (εδώ), η αντίληψη περί ασφαλείας μεταλλάσσεται στους κόλπους των ψηφοφόρων και σήμερα η ανάγκη για οικονομική ασφάλεια δείχνει να υπερισχύει της ασφαλείας για την επιβίωση του κράτους, κάτι που η κυβέρνηση προσπαθεί συστηματικά να καλλιεργήσει. Πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας Gezici, καταγράφει ότι το 74,8% των Τούρκων θεωρεί πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας την  οικονομία ενώ μόνο το 13,8% θεωρεί ως πιο σημαντικό πρόβλημα την τρομοκρατία -δηλαδή την απειλή κατά της Τουρκίας από το ΡΚΚ και άλλες οργανώσεις- και μόλις το 4,2% θεωρεί ότι η εξωτερική πολιτική είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα.

 *** *** ***

Συγκρούσεις κορυφαίων στην κυβέρνηση

Για κακές σχέσεις ανάμεσα στον υπουργό Άμυνας Χουλουσί Ακάρ (αριστερά) και τον υπουργό Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού (δεξιά) κάνει λόγο ο Τούρκος δημοσιογράφος Ahmet Takan της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας  Korkusuz, με αφορμή την διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δυο άντρες για τον έλεγχο της Στρατοχωροφυλακής.

Δύο αντιλήψεις: Η νέα διάσταση απόψεων αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης μεταξύ Ακάρ και Σοϊλού, που φαίνεται να εκπροσωπούν δυο διαφορετικές αντιλήψεις στους κόλπους της κυβέρνησης: Ο Ακάρ την πιο μετριοπαθή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία δεν πρέπει να διαρρήξει τις σχέσεις της με τη Δύση ενώ ο Σοϊλού εκπροσωπεί τους πιο σκληρούς, μαζί με το Ντεβλέτ Μπαχτσελί του ΜΗΡ, που θέλουν  ανοιχτή και μόνιμη αντιπαράθεση με τη Δύση. 

Τόσο ο Ακάρ όσο και ο Σοϊλού απολαμβάνουν σημαντικής δημοτικότητας -ο Ακάρ προηγείται. Κι οι δυο θεωρούνται εν δυνάμει δελφίνοι για το ΑΚΡ -ο Σοϊλού και για το συμμαχικό και εθνικιστικό ΜΗΡ.

Θανατική ποινή: Η διάσταση ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις αναδεικνύεται και με αφορμή την ρητορική για την επαναφορά της θανατικής ποινής που κατά καιρούς έρχεται στο προσκήνιο, όπως τώρα λόγω των μεγάλων πυρκαγιών στην Μαρμαρίδα, με τον Ταγίπ Ερντογάν να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της απόφασης του 2004 για την κατάργηση της. Οι οπαδοί της σύγκρουσης με τη Δύση είναι και οπαδοί της επαναφοράς της θανατικής ποινής ενώ οι μετριοπαθείς αντιτίθενται. 

*** *** ***

Δυσφορία από νέα διάκριση σε βάρος των γυναικών 

 Δυσφορία και αρνητικά σχόλια -αλλά όχι έκπληξη- προκάλεσε η παρότρυνση προς τις γυναίκες να μην παραβρεθούν στην κηδεία του επικεφαλής της ομάδας του Ismailaga camii, της μεγάλης μουσουλμανικής αδελφότητας των Νακσιμπεντί στην Τουρκία, στην οποία παραβρέθηκε ο Ταγίπ Ερντογάν κι όλη η συντηρητική ελίτ της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Αχμέτ Νταβούτογλου.  

Η απουσία γυναικών από μια κηδεία την οποία παρακολούθησαν χιλιάδες πιστοί, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την σημερινή  κοινωνία στην Τουρκία  όπου οι γυναίκες είναι παρούσες και δραστήριες, και επαναφέρει στη δημόσια σκηνή τον βαθύ συντηρητισμό κύκλων και ομάδων που στηρίζουν ενεργά την κυβέρνηση, και τις καθυστερημένες απόψεις τους για το ρόλο της γυναίκας στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή.

AKP και γυναίκες: Ωστόσο, το ΑΚΡ είναι ένα κόμμα που απολαμβάνει μεγάλη στήριξη των γυναικών, όπως διαχρονικά καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις. Όπως εξηγεί στο KReport ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Bilkent της Άγκυρας Δημήτρης Τσαρούχας «οι πολιτικές του κυβερνώντος κόμματος το έκαναν πολύ δημοφιλές στις γυναίκες μικρού και μεσαίου μορφωτικού  και οικονομικού επιπέδου. Αυτές αποτελούν την πλειοψηφία του γυναικείου εκλογικού σώματος. Οι μεταρρυθμίσεις στην υγεία, με ευρεία πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες αλλά και η υποστήριξη με είδη πρώτης ανάγκης μέσα από τα δίκτυα του κόμματος σε εθνικό, περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο παρελθόν».

*** *** *** 

Τα «Τρολ του Παλατιού»

Ένας ήδη αμφιλεγόμενος νόμος ενάντια στην παραπληροφόρηση, που ετοιμάζεται να εφαρμόσει η τουρκική κυβέρνηση, τίθεται υπό έντονη αποδοκιμασία, μετά τους ισχυρισμούς ότι στην Άγκυρα έχει στηθεί και λειτουργεί ένας ολόκληρος μηχανισμός με δεκάδες χιλιάδες τρολ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αναλαμβάνουν δράση για λογαριασμό της Προεδρίας, όταν τους δοθεί σχετική εντολή.

Οι τρεις ομάδες «τρολ»: Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρεις ομάδες τρολ, σύμφωνα με τον Ορχάν Σαρίκαγια, πρώην εργαζόμενο σε δήμο του ΑΚΡ και στο φιλοκυβερνητικό τηλεοπτικό δίκτυο ATV:

Τα τρολ του Παλατιού διαχειρίζεται, σύμφωνα με τον Τούρκο δημοσιογράφο Τζαν Ατακλί, ένα κέντρο που έχει την έδρα του εντός της Προεδρίας.

Ο νόμος κατά της παραπληροφόρησης δέχεται επικρίσεις ότι στοχοποιεί τα αντιπολιτευόμενα μέσα ενημέρωσης. Η εφημερίδα «Σοζτζού», μάλιστα, γράφει χαρακτηριστικά ότι «δεν πρόκειται να μείνει δημοσιογράφος έξω από τις φυλακές».

*** *** *** 

Μία ματιά στην οικονομία:

Δύο φωτογραφίες για τη σχέση Τουρκίας – Σ. Αραβίας: Πως διαμορφώνονται οι σχέσεις Άγκυρας-Ριάντ μετά την επίσκεψη του Σαουδάραβα πρίγκηπα του θρόνου στην Τουρκία; Η απάντηση έχει δύο όψεις ανάλογα από ποια χώρα τις κοιτάζεις, όπως σωστά επισήμανε ο Τούρκος αρθρογράφος, Μουράτ Γετκίν.

Στην Τουρκία τα ΜΜΕ υιοθετώντας την πρώτη φωτογραφία έστειλαν μήνυμα ισότιμων σχέσεων. Στη Σαουδική Αραβία τα ΜΜΕ προτίμησαν τη δεύτερη φωτογραφία, στέλνοντας μήνυμα με την «υπόκλιση» Ερντογάν στον πρίγκιπα που κάποτε κατηγορούσε ως δολοφόνο. Στην κοινή γραπτή δήλωση των δύο ηγετών μετά τις συνομιλίες τους, πάντως, δεν αναφέρεται καμία συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων (swap) ή συνεργασία των κεντρικών τραπεζών των δύο χωρών. Ο Ερντογάν και ο πρίγκιπας δεν ανακοίνωσαν επίσης καμία επενδυτική συμφωνία. 

 Επιτόκια -πληθωρισμός: Η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας άφησε το βασικό της επιτόκιο αμετάβλητο στο 14% για έκτο  συνεχόμενο μήνα, παρόλο που ο πληθωρισμός έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη της 10ετίας του 1990 στο 73,5% (Μάιο), σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.

Κατώτατος μισθός: Ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε ότι σύντομα θα επαναξιολογηθεί ο κατώτατος μισθός με βάση τον πληθωρισμό. Πάντως, μετά την κριτική της αντιπολίτευσης, ζήτησε από το κοινοβούλιο να μην αυξήσει τον δικό του μισθό 40%. 

Περιορισμός δανείωνΗ Υπηρεσία Ρύθμισης και Εποπτείας Τραπεζών (BDDK) περιόρισε τα εμπορικά δάνεια σε εταιρείες, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το 10% του συνολικού ενεργητικού τους ή των ετήσιων εσόδων τους. Πρόκειται για μία νέα πίεση προς τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να πουλήσει στην αγορά το -δυσεύρετο πλέον- ξένο νόμισμά του.

Ισοτιμία: 1TL/ δολάριο 16,67 και προς ευρώ 17,50. Ηρέμησαν σχετικά οι αγορές μετά το Μνημόνιο για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ που υπέγραψε η Τουρκία στη Μαδρίτη και η λίρα έχει ανέβει 0.25% έναντι των ξένων νομισμάτων σήμερα.

*** *** ***

Και μία ματιά στον Τύπο:

Νίκη ή κυβίστηση; Η επικοινωνιακή αποτύπωση του Μνημονίου που υπεγράφη στη Μαδρίτη μεταξύ Τουρκίας-Φινλανδίας-Σουηδίας για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, στον τουρκικό Τύπο ήταν διττή. Ο φιλοκυβερνητικός τύπος πανηγυρίζει ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «πήρε ό,τι ήθελε», ο αντιπολιτευτικός κάνει λόγο για κυβίστηση. 

Σαμπάχ: Νίκη του Προέδρου Ερντογάν στη Μαδρίτη. Πήρε όλα όσα ήθελε  

Oda TV: Ένα βήμα πίσω από τον Ερντογάν… «Δεν μπορούν να μπουν όσο βρίσκομαι στην εξουσία», είχε πει 

Τουρκιγέ: Οι εκλογές ενδέχεται να διενεργηθούν το Μάη

 Τζουμχουριέτ: Βλέπει κανείς αεροπλάνα; Δεν χρησιμοποιούνται αεροπλάνα για την κατάσβεση των πυρκαγιών στη Μούγλα

Γενί Σαφάκ: Ο πρόεδρος Ερντογάν πηγαίνει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ με 6 θέματα στη βαλίτσα του. Ένα από αυτά η παράνομη κατοχή των νησιών από την Ελλάδα κι ο παράνομος εξοπλισμός των νησιών.

Γενί Σαφάκ: Όσοι μας έκαναν να περιμένουμε 60 χρόνια, δεν πρέπει να περιμένουν μια απόφαση σε 60 ημέρες 

*** *** *** 

Τέλος σας προτείνουμε δύο ενδιαφέρουσες αναλύσεις:

Δημήτρης Τσαρούχας γράφει στο ΕΛΙΑΜΕΠ για την σημασία της ισότητας ανάμεσα στα δυο φύλλα στην Τουρκία και για τους κινδύνους που απειλούν την θέση της γυναίκας μετά την απόσυρση της Άγκυρας από την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης εδώ.

Yevgeniya Gaber του Atlantic Council εκτιμά ότι ο χρόνος τελειώνει για την Άγκυρα να μεσολαβήσει σε μια ειρηνευτική συμφωνία ανάμεσα στην Ρωσία και την Ουκρανία αλλά και να διορθώσει τις σχέσεις της με τη Δύση εδώ.

Το επόμενο Γράμμα από την Τουρκία θα είναι στην οθόνη σας την Τετάρτη, 6 Ιουλίου.

Καλή συνέχεια -να προσέχετε, να είστε καλά.

Η Συντακτική Ομάδα του KReport