Ήταν σημαντική η παρέμβαση του Γιάννη Ρέτσου, την περασμένη Τρίτη, στην παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ. Ο καταξιωμένος επιχειρηματίας, μιλώντας ως πρόεδρος του ΙΟΒΕ, περιέγραψε με αδρές πινελιές την διεθνή κατάσταση και όσα πρωτοφανή γίνονται, και έστειλε ένα σήμα κινδύνου με τρόπο και ένταση που διασφάλιζαν ότι δεν θα παραπέσει, θα φτάσει στους πολλαπλούς παραλήπτες του και θα γίνει κατανοητό: Έρχεται θύελλα! –είπε. Αν και έχουμε μπει σε εντελώς αχαρτογράφητα νερά, ούτε επαγρυπνούμε ούτε προετοιμαζόμαστε γι΄ αυτήν, παρότι η οικονομία μας δεν θα μπορέσει να αντέξει σε μια νέα ευρωπαϊκή κρίση –κάτι που, πλέον, ουδείς μπορεί να αποκλείσει.
Υπάρχει –συνέχισε- μια τελείως ανισόρροπη κατάσταση πού δεν είναι βιώσιμη, θα σκάσει. Γι’ αυτό, θα ‘πρεπε να μην χάνουμε ούτε ώρα, να σπεύσουμε να κάνουμε κάποια από αυτά που έπρεπε αλλά δεν έχουμε κάνει, δομικές αλλαγές που επί χρόνια συζητάμε ως απόλυτα αναγκαίες, στο κράτος, στη δικαιοσύνη, και για την αποκατάσταση της ασφάλειας δικαίου. Αντί, όμως, να σπεύσουμε να θωρακιστούμε, με κύρια ευθύνη του πολιτικού συστήματος η χώρα ασχολείται όχι με τα σημαντικά αλλά με δευτερεύοντα ή ανάξια λόγου ζητήματα. Κι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που σε προηγούμενη φάση έδειχναν να ξεκινούν, είτε έχουν φρενάρει είτε, τώρα πια, έχουν ξεχαστεί.
Ο Γ. Ρέτσος είπε ορισμένα πράγματα που σχεδόν όλη η επιχειρηματική πιάτσα συζητά μεταξύ της αλλά αποφεύγει να τα πει μεγαλόφωνα.
Είναι αλήθεια ότι χρόνος δεν περισσεύει. Σε λίγους μήνες τελειώνει το ΤΑΑ, μια πολύ μεγάλη ευκαιρία που τσαλακώθηκε, με αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια η οικονομική μεγέθυνση να πέφτει ανάμεσα στο 0 και το 1. Δυνατότητες να μοιράζονται λεφτά από το ελικόπτερο, όπως τα περίπου 60 δισ. με την covid και την ενεργειακή κρίση, δεν υπάρχουν. Ο χείμαρρος των επιδοτήσεων στεγνώνει, αλλά οι μεταρρυθμίσεις που θα άνοιγαν το παιγνίδι, που θα σήμαιναν προσκλητήριο στην επιχειρηματικότητα που επενδύει μακροπρόθεσμα και αυξάνει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας και θα πυροδοτούσαν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, δεν έχουν γίνει.
Η υγιής επιχειρηματικότητα και δη οι ξένοι μακροπρόθεσμοι επενδυτές θέλουν ισχυρούς θεσμούς, ισονομία, ασφάλεια δικαίου, διαφάνεια για να δραστηριοποιηθούν. Καθ’ ημάς, γίνονται τα αντίθετα. Φωτογραφικές τροπολογίες που κρύβονται σε άσχετα νομοσχέδια. Υποθέσεις που πάνε στα βράχια ή τακτοποιούνται ανάλογα με την έκβαση που έχουν τα «νταραβέρια». Θεσμοί και ανεξάρτητες αρχές αποδυναμώνονται. Κι όλες οι εξουσίες προσκυνούν μία, την εκτελεστική –που αποφασίζει για όλα και δεν λογοδοτεί για οτιδήποτε.
Δεν χρειάζονται χρήματα για να σταματήσουν αυτά, αλλά βούληση. Κι επείγει, γιατί πολλή βενζίνη έχει χυθεί στην κοινωνία και δεν απομένει παρά να πέσει ένα σπίρτο. Στους νέους επικίνδυνους καιρούς, η χώρα μας παραμένει στις τελευταίες θέσεις της παραγωγικότητας, με ένα παρωχημένο και κουρασμένο κοινωνικό κράτος και με ένα πολιτικο-οικονομικό σύστημα που διαθέτει μεγαλύτερο ΑΕΠ και πλούτο αλλά και πολύ μεγαλύτερες ανισότητες, πολύ ασθενέστερη κοινωνική κινητικότητα, και είναι πολύ λιγότερο συμπεριληπτικό από πριν. Κατ’ ουσία, πετά ανθρώπους –και δη νέους- στο περιθώριο.
Αν τα πράγματα, για κάποιον από τους πολλούς λόγους που μπορεί κάποιος να σκεφτεί, επιδεινωθούν στην παγκόσμια ή την ευρωπαϊκή οικονομία, η μικρή και ανοχύρωτη ελληνική οικονομία θα υποχρεωθεί να πληρώσει δυσανάλογα βαρύ τίμημα. Οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στο οικονομικό επίπεδο. Θα διεμβολίσουν τις εναπομένουσες δυνάμεις της λογικής, θα δοκιμάσουν σκληρά τις αντοχές της κοινωνικής συνοχής κι εύκολα θα μεταδοθούν στο πεδίο της πολιτικής. Ίσως αυτά τα προλάβουμε, αν υπάρξει αφύπνιση. Που θα μπορούσαν ίσως να την προκαλέσουν πολλές ισχυρές φωνές. Αν, πάλι, συνεχιστεί η μακαριότητα που επικρατεί στις ιθύνουσες ελίτ του τόπου, δεν θα βγει σε καλό.