Πριν πενήντα ημέρες, μερικές χιλιάδες τρακτέρ άρχισαν να μπλοκάρουν εθνικές οδούς, λιμάνια, αεροδρόμια και τελωνεία. Τί είχε προκαλέσει την έκρηξη; Οι διεθνείς τιμές παραδοσιακών προϊόντων μας είχαν καταρρεύσει, η ευλογιά των προβάτων είχε αφεθεί να ξεκληρίζει το ένα μετά το άλλο τα κοπάδια, οι τιμές α΄ υλών είχαν εκτοξευτεί, και σ’ αυτά ήρθε να προστεθεί το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο θυμός από τις αποκαλύψεις ότι μια συμμορία κομματικών (από εκείνους που θεωρούν ότι το κράτος είναι λάφυρο του νικητή των εκλογών) λεηλατούσαν τις επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις έκαναν Φερράρι, συνδυάστηκε με την οργή από την κυβερνητική αδιαφορία που επιδείχτηκε στη συνέχεια.
Τί συνέβαινε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση το γνώριζε από το 2019 –όταν ο Μ. Βορίδης έδινε πράσινο να αυξηθούν τα βοσκοτόπια από 351.810 στρ. το 2018, σε 670.126 στρ. το 2019 και σε 1.569.616 στρ. τον δεύτερο χρόνο της υπουργίας του. Το 2024 έμαθε και τι είχε βρει η Ευρωπαία Εισαγγελέας -σχεδόν 12 μήνες πριν διαβιβαστεί η δικογραφία της στη Βουλή. Και, ταυτόχρονα, ενημερώθηκε τότε ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ θα ‘πρεπε να ξηλωθεί και να ξαναστηθεί για να επιτρέψει η Κομισιόν να συνεχιστεί η παροχή των ευρωπαϊκών πόρων. Άγνοια δεν υπήρξε. Υπήρξε αδράνεια, με συνέπεια να καθυστερήσει η καταβολή επιδοτήσεων και αποζημιώσεων, σε μια περίοδο που οι αγρότες είχαν στεγνώσει και οι υποχρεώσεις τους κυνηγούσαν.
Συνελόντι ειπείν: Τα δομικά προβλήματα της αγροτικής μας οικονομίας συνδυάστηκαν με ένα σκάνδαλο (όχι κάποια «παθογένεια»…) και με μια αρνητική συγκυρία, κι έγινε η έκρηξη. Μετά;
Χρειάστηκαν 50 ημέρες ταλαιπωρίας, με προφανείς επιπτώσεις στην οικονομία, για να ανακαλύψει η κυβέρνηση ότι υπήρχαν περιθώρια για κάποιες επιπλέον ενισχύσεις. Όλοι διαπίστωσαν, αυτή τη φορά δια του παραδείγματος των μπλόκων, ότι μόνο εφόσον κάνεις επίδειξη δύναμης έχεις πιθανότητες να γίνεις «ορατός» στην κυβέρνηση. Κι όλοι μαζί θυμηθήκαμε ότι δεν έχουμε αγροτική πολιτική: Έχουμε ένα υπουργείο που ασκεί καθήκοντα τροχονόμου των επιδοτήσεων –ενίοτε πολύ αδέξια. Κι ενώ ο στόχος των επιδοτήσεων είναι να κατευθύνουν την ανάπτυξη, προς τα πού πάμε και τί εγκαταλείπουμε, εμείς επιδοτήσεις έχουμε, κατεύθυνση δεν έχουμε.
Μετά από μια 7ετία, η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι δεν διαθέτει πολιτική αγροτικής ανάπτυξης και, γι’ αυτό, θα συσταθεί διακομματική επιτροπή στη Βουλή, μπας κι αποκτήσουμε. Είναι στα επιτεύγματα της κυβερνητικής προπαγάνδας ότι μια τέτοια ομολογία αποτυχίας περνά σε τόσα πολλά μέσα ενημέρωσης όχι ως αντικείμενο κριτικής στην κυβερνητική ανεπάρκεια αλλά σαν μια νέα θετική πρωτοβουλία. Άραγε, θα αποδώσει κάτι ή θα αποδειχτεί ένα πυροτέχνημα;
Θα στοιχημάτιζα στο δεύτερο. Πρώτον, γιατί ουδείς θα ήθελε να γίνει δυσάρεστος στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, προτείνοντας (και) επώδυνες αλλαγές, πολλώ μάλλον που οι συστάσεις των πορισμάτων είθισται να αγνοούνται -δες, πχ, το πόρισμα για τα δάση ή παλιότερα για τη μειονότητα στη Θράκη ή πιο πρόσφατα το πόρισμα των Ολλανδών για το δέον γενέσθαι στον θεσσαλικό κάμπο. Κυρίως, όμως, γιατί η επεξεργασία πολιτικής δεν είναι θέμα γενικών κατευθύνσεων ούτε αντιγραφής μοντέλων που ευδοκιμούν σε διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές, εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες. Είναι ένα σύνθετο εγχείρημα που απαιτεί συστηματική προσπάθεια με επιστημονική γνώση και διάρκεια.
Προϋποθέτει συγκεκριμένη μελέτη των τοπικών συνθηκών, σχέδιο με πρόνοια για κρίσιμες οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους, συνεργασία πολλών υπουργείων και έναν επιτελικό οργανισμό - φορέα εφαρμοσμένης επιστήμης που θα παρέχει τεχνογνωσία. Για να κτιστεί μια αγροτική πολιτική χρειάζεται ένα σύστημα που θα προστατεύει σε περιπτώσεις δοκιμής και αποτυχίας, θα παρακινεί και θα βοηθά για νέες αποδοτικές καλλιέργειες υψηλής ποιότητας, με μεθόδους φιλικές στο περιβάλλον. Χρειάζεται πάνω από όλα, η βούληση του πολιτικού συστήματος να έχουμε αγρότες που θα στέκονται στα πόδια τους και δεν θα εξαρτώνται από τις επιδοτήσεις που θα τους μοιράζει.
Αντί, λοιπόν, η κυβέρνηση να κάνει αυτό που πρέπει, κάνει μια επιτροπή -παραπέμποντας στη γνωστή πρακτική όταν δεν θέλεις να λύσεις ένα πρόβλημα. Για να καίγεται χρόνος, μέχρι το επόμενο ραντεβού με τα μπλόκα.