Τα τελευταία χρόνια απασχολούν όλο και συχνότερα την κοινή γνώμη περιπτώσεις νεανικής παραβατικότητας με χρήση βίας που εξαπλώνονται ραγδαία. Τα επεισόδια δεν περιορίζονται σε ορισμένες περιοχές ή σχολεία, ούτε σε παιδιά με συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική προέλευση, είναι φαινόμενο καθολικό. Από τη μια πλευρά είναι ενθαρρυντικό, προς το παρόν, ότι με βάση όσα ξέρουμε αυτά αφορούν ως επί το πλείστον την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη πλευρά, είναι ανησυχητικό το ότι αυξάνει η βία και η παραβατικότητα στα κορίτσια.
Η απλή επίθεση είναι μακράν το συχνότερο έγκλημα που διαπράττεται μεταξύ ανηλίκων και είναι γνωστό στην αστυνομία. Επίσης, οι συμπλοκές στο πλαίσιο αθλητικού γεγονότος, η εκβίαση με σωματική βία και απειλές. Ακολουθούν οι κλοπές, οι βιαιοπραγίες και οι βανδαλισμοί. Το 2022 στο 80,4% των περιπτώσεων νεανικής παραβατικότητας που απασχόλησαν την αστυνομία, καταγράφηκαν σωματικές βλάβες, ενώ πολλά από τα περιστατικά έλαβαν χώρα μέσα σε σχολεία. Ο σχολικός εκφοβισμός δεν καταγράφεται γιατί δεν υπάρχει αδίκημα, ενώ η πλατφόρμα σχετικών καταγγελιών που εισήγαγε με τον νόμο 5029 τον Μάρτιο 2023 η κυβέρνηση, δεν έχει ακόμη λειτουργήσει.
Σύμφωνα με την αστυνομία, το 2000 οι γνωστοί δράστες ηλικίας έως 17 ετών ανέρχονταν στους 23.372. Το 2022 ο αριθμός των γνωστών δραστών είχε μειωθεί κατά 68% σε σχέση με το 2000 και ήταν 7.506 άτομα. Tο 2020, τα εγκλήματα βίας εκπροσωπούσαν το 46,5% και το 2022 το 49% των εγκλημάτων που διέπραξαν άτομα ηλικίας μέχρι 17 ετών.
Η εντυπωσιακή μείωση της καταγραφείσας εγκληματικότητας οφείλεται εν πρώτοις στην ευρεία αποποινικοποίηση, ειδικά αδικημάτων ΚΟΚ, που πραγματοποιήθηκε το 2011. Με περαιτέρω επεξεργασία των στοιχείων, διαπιστώνεται όμως πάλι μια σταδιακή άνοδος· συγκεκριμένα, μεταξύ 2011-2022 έχουμε κάθε χρόνο 252 περισσοτέρους δράστες ηλικίας έως 17 ετών ή αλλιώς, 303 περισσότερους δράστες ηλικίας έως 20 ετών από τον προηγούμενο χρόνο (ετήσιος ρυθμός αύξησης). Κι αυτό, παρά το ότι το 2019 με τον νέο ΠΚ αυξήθηκαν τα ηλικιακά όρια ποινικής ευθύνης· συγκεκριμένα, ενώ μέχρι τότε δεν καταλογιζόταν παράνομη πράξη σε παιδιά μέχρι 13 ετών, από το 2019 δεν καταλογίζονται οι πράξεις σε ανηλίκους μέχρι 15 ετών. Ενώ προηγουμένως δεν καταλογίζονταν οι παράνομες πράξεις στις ηλικίες 8-13 ετών, τώρα αυτό ισχύει μέχρι 15 ετών (άρ. 121, 122, 126 ΠΚ), με άλλα λόγια, δεν καταγράφεται δράστης. Μολονότι, λοιπόν, τα παιδιά στην εποχή μας ωριμάζουν πιο γρήγορα από το παρελθόν, έχουν πολλές παραστάσεις και εμπειρίες και τους αναγνωρίζονται περισσότερα δικαιώματα και τα δικαιώματά τους προστατεύονται, μειώνονται τα όρια ευθύνης τους.
Δεν υποστηρίζω σε καμία περίπτωση τις αυστηρές ποινές, υποστηρίζω όμως ότι πρέπει να υπάρχουν μέτρα τα οποία θα επιβάλλονται και θα υπάρχει παρακολούθηση του ανηλίκου από τις αρμόδιες υπηρεσίες, διότι μόνον έτσι ενισχύεται η υπευθυνότητα του νεαρού ατόμου. Τα εφαρμοζόμενα αναμορφωτικά μέτρα σε όσους επιβάλλονται, είναι, συνήθως, η επίπληξη, η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του ή σε υπερφορτωμένους επιμελητές ανηλίκων. Οι επιμελητές μάλιστα αναφέρουν ότι «Συχνά βλέπουμε, όταν πηγαίνουμε στις οικογένειες, ότι οι γονείς έχουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από τα παιδιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε με τις λίγες επισκέψεις μας την κατάσταση στο σπίτι».
Τα νέα αναμορφωτικά/εναλλακτικά μέτρα (π.χ. συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, παρακολούθηση προγραμμάτων, κοινωνικών, ψυχολογικών, κυκλοφοριακής αγωγής, παροχή κοινωφελούς εργασίας) χρησιμοποιούνται οριακά για διάφορους λόγους. Άρα, κυριαρχεί η ατιμωρησία και υποθάλπεται η ανομία. Είναι όμως ενδιαφέρον ότι έτσι, μειώνεται ταυτόχρονα ο φόρτος εργασίας των δικαστηρίων και των αρμόδιων υπηρεσιών, διότι αυτά τα μέτρα απαιτούν περισσότερο χρόνο επεξεργασίας και στενότερη παρακολούθηση.
Υπάρχουν αρκετές ερμηνείες για τη νεανική παραβατικότητα, γενικά πάντως μπορούμε να πούμε ότι η παραβατική συμπεριφορά, η οποία ξεκινά συνήθως ως ομαδική διαδικασία, μαθαίνεται με τη συναναστροφή και με την παρατήρηση (μίμηση).
Το ίδιο ισχύει και για τη βία. Κι αυτή μαθαίνεται. Οι πηγές εκμάθησης της βίας είναι η οικογένεια, τα ΜΜΕ και το περιβάλλον. Οι νέοι μαθαίνουν τη βία παρατηρώντας α) κάποιους να την χρησιμοποιούν για να επιτύχουν έναν σκοπό, και β) κάποιους που τη χρησιμοποιούν να ανταμείβονται και να έχουν αναγνώριση. Συνθήκες οι οποίες ευνοoύν την εκδήλωση της βίας λειτουργώντας συνδυαστικά, είναι ένα γεγονός που μπορεί να προκαλέσει πόνο ή απογοήτευση (π.χ. προσβολή), το άτομο να έχει ικανότητες να χρησιμοποιήσει τη βία, προσδοκία οφέλους από την άσκησή της (π.χ. αναγνώριση, υπεροχή, υλικό όφελος) και συσχέτιση με «αξίες» για τη δικαιολόγηση της συμπεριφοράς: «του άξιζε», «πρόσβαλλε» την ομάδα κλπ. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα βιντεοπαιχνίδια είναι επιπρόσθετες σύγχρονες πηγές μάθησης. Η καθημερινή έκθεση στη διαδικτυακή βία, οι απειλές και προκλήσεις σε μουσικά βίντεο εξοικειώνουν τους νέους στη βία.
Έρευνες στη Γερμανία διαπιστώνουν ότι «Όσο πιο νέοι είναι οι άνθρωποι, τόσο μεγαλύτερη είναι η προθυμία για χρήση βίας». Στο Goslar της Κάτω Σαξονίας ερωτήθηκαν 250 νέοι ηλικίας 12-18 ετών. Ένας στους τρεις δήλωσε ότι πήγαινε στην τάξη οπλισμένος. Τα όπλα ήταν από πιστόλια με άσφαιρα πυρά, πιστόλια εκπομπής αερίου, έως κανονικά πιστόλια και πτυσσόμενα μαχαίρια. Σχεδόν όλοι τους δήλωσαν ότι τα είχαν μόνο «για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους».
Οι παράγοντες κινδύνου, δηλαδή χαρακτηριστικά η παρουσία των οποίων αυξάνει την πιθανότητα να τελέσει κάποιο έγκλημα ο ανήλικος, είναι ατομικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί. Ο εντοπισμός και η εκτίμηση αυτών των παραγόντων δεν είναι απλό έργο, διότι συνήθως δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά σωρευτικά και αλληλεπιδραστικά. Μελέτες σε ανηλίκους στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και την Ολλανδία έχουν διαπιστώσει τη συνδυαστική επίδραση των παραγόντων κινδύνου στην παραβατικότητα. Συνοπτικά, οι σημαντικότεροι παράγοντες που συμβάλλουν στην παραβατικότητα των ανηλίκων και τη χρήση βίας είναι: Αντικοινωνικές απόψεις και στάσεις, έλλειψη ηθικής καθοδήγησης, χαλαρός δεσμός με το σχολείο, αρνητική πίεση από συνομηλίκους και κοινωνική αποδιοργάνωση.
Η κοινωνική αποδιοργάνωση είναι η διάλυση της κοινωνικής συνοχής που προκύπτει από την κοινωνική αλλαγή, ιδίως τον εκσυγχρονισμό και την παγκοσμιοποίηση με τις συνέπειές της. Η αποδιοργάνωση μπορεί να επηρεάσει κράτη, κοινωνίες, κοινωνικές τάξεις, κοινότητες ή ομάδες, όπως την οικογένεια. Οι μελέτες στα σχολεία διαπίστωσαν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική αποδιοργάνωση, όσο μικρότερη ισορροπία και όσο μεγαλύτερη αστάθεια υπάρχει μεταξύ αυτοελέγχου και ελέγχου από τους φορείς κοινωνικοποίησης (οικογένεια, σχολείο, κλπ.), τόσο συχνότερα εκδηλώνονται σωματικές και ψυχολογικές πράξεις βίας.
Άλλες έρευνες έδειξαν, ακόμη, ότι κακές σχολικές επιδόσεις σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους δασκάλους επηρεάζει εμμέσως την παραβατική συμπεριφορά. Οι δάσκαλοι είναι από τους πρώτους ανθρώπους εκτός οικογένειας που παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή των μαθητών. Εάν ένας δάσκαλος απολαμβάνει υψηλό κύρος μεταξύ των μαθητών του και είναι αγαπητός, η επιρροή του στους μαθητές θα είναι μεγαλύτερη από κάποιου άλλου.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη της βίας και της εγκληματικότητας όχι μόνο στο σχολικό περιβάλλον, διότι η καλλιέργεια και η ενίσχυση καλών σχέσεων μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών θα επιτρέψουν στους εκπαιδευτικούς να επιτελέσουν και τον παιδαγωγικό τους ρόλο, να εξοπλίσουν τους μαθητές με κοινωνικές ηθικές στάσεις. Όμως, ο μεγάλος φόρτος εργασίας των εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποστήριξής τους από τους γονείς και την πολιτεία, τους δυσκολεύει να ανταπεξέλθουν στις νέες προκλήσεις της καθημερινής σχολικής ζωής και τους οδηγεί συχνά στην απόσυρση και σε μια λειτουργία καθαρά μεταφοράς γνώσεων.
Πώς μπορεί να προληφθεί η παραβατικότητα των ανηλίκων; Τα αποτελεσματικότερα προγράμματα για την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας έχουν ως άξονες: 1) Την παροχή υποστήριξης σε δήμους και κοινότητες για την αντιμετώπιση της οργανωμένης νεανικής βίας και παραβατικότητας. 2) Την παραγωγική ψυχαγωγία και τη δημιουργία εναλλακτικών οδών στη βία και την κουλτούρα της συμμορίας για νέους που θέλουν να ξεφύγουν ή να αποφύγουν την εμπλοκή. 3) Την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ τοπικών κοινοτήτων, σχολείων, δήμων, συλλόγων γονέων κλπ. στην αντιμετώπιση των μαθητικών συμμοριών και άλλων βιαιοπραγιών. 4) Συμβουλευτική υποστήριξη γονέων. 5) Τιμωρία και επιβολή του νόμου για όσους συνεχίζουν παράνομες και βίαιες πρακτικές. Προγράμματα πρόληψης στο πλαίσιο του συστήματος δικαιοσύνης ανηλίκων.
Τελειώνοντας θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η ατιμωρησία στη νεανική παραβατικότητα δεν είναι λύση, η αυστηρή τιμωρία είναι προδιαγεγραμμένη αποτυχία, ενώ η ευμετάβολη και ασυνεπής αντίδραση είναι καταστροφική.
(*) Η Έφη Λαμπροπούλου είναι Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, στο Τμήμα Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.