H μετατόπιση του προβλήματος από τα 15 στα 17 ή στα 18, δεν το επιλύει. Πολλοί ενήλικες παραμένουν εξίσου ευάλωτοι σε απάτες και τοξικό περιεχόμενο.
Η συζήτηση για την απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τους κάτω των 16 ετών κερδίζει έδαφος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυστηρότερων περιορισμών. Όμως, η εστίαση αποκλειστικά στους ανηλίκους αποκρύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: Την απουσία ουσιαστικών δικλίδων ασφαλείας γενικά για τους χρήστες του διαδικτύου, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Το επιχείρημα υπέρ των περιορισμών βασίζεται στην ανάγκη προστασίας των μυαλών των νέων από βίαιο πορνογραφικό υλικό, ωμές εικόνες πολέμου, ακόμη και τεχνητά παραγόμενο υλικό σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα: Σε ποια ηλικία παύουν όλα αυτά να είναι επιβλαβή; Είναι πράγματι τα 16 το όριο ωριμότητας που καθιστά έναν πολίτη ικανό να διαχειριστεί ανεξέλεγκτο και συχνά ακραίο περιεχόμενο;
Η τεχνολογική διάσταση του ζητήματος είναι σύνθετη. Η χρήση VPN, που συζητείται ως πιθανό «παραθυράκι» για την παράκαμψη περιορισμών ηλικίας, δεν είναι μόνο εργαλείο αποφυγής ελέγχων αλλά και μέσο κυβερνοασφάλειας — ιδίως σε δημόσια δίκτυα WiFi. Σε μια εποχή αυξανόμενων κυβερνοεπιθέσεων, η γενικευμένη απαγόρευση ή ο περιορισμός τέτοιων εργαλείων θα μπορούσε να πλήξει την ασφάλεια των πολιτών αντί να την ενισχύσει.
Το βασικότερο όμως επιχείρημα αφορά τη φιλοσοφία της ρύθμισης. Στην κοινωνία αποδεχόμαστε ότι οι ανήλικοι δεν μπορούν να αγοράζουν αλκοόλ ή να οδηγούν αυτοκίνητο. Ταυτόχρονα, όμως, φροντίζουμε ώστε το αλκοόλ που διατίθεται να είναι ασφαλές και οι δρόμοι να εποπτεύονται. Δεν περιορίζουμε απλώς την πρόσβαση των νέων· διαμορφώνουμε ένα πλαίσιο προστασίας για όλους. Στο διαδίκτυο, αντιθέτως, η συζήτηση μοιάζει να εξαντλείται στην ηλικιακή απαγόρευση, αφήνοντας τους ενήλικες εκτεθειμένους σε επιβλαβές, εθιστικό ή παραπλανητικό περιεχόμενο.
Οι αλγόριθμοι που προωθούν βίαιη πορνογραφία, θεωρίες συνωμοσίας ή παραπληροφόρηση δεν βλάπτουν μόνο τους εφήβους. Διαμορφώνουν κοινωνικές αντιλήψεις, ενισχύουν επικίνδυνες συμπεριφορές και τροφοδοτούν απάτες που πλήττουν ακόμη και ηλικιωμένους χρήστες. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η ηλικία αλλά το ίδιο το οικοσύστημα των ψηφιακών πλατφορμών — ένα «άγριο δυτικό» τοπίο εκμετάλλευσης και εμπορευματοποίησης της προσοχής.
Επιπλέον, η επίκληση της προστασίας των παιδιών λειτουργεί συχνά ως πολιτικό επιχείρημα που αφοπλίζει κάθε αντίλογο. Είναι ευκολότερο να περιορίσεις τους ανήλικους παρά να αναμετρηθείς με την ανάγκη βαθύτερης ρύθμισης των ίδιων των πλατφορμών. Ωστόσο, η μετατόπιση του προβλήματος —από τα 15 στα 17 ή στα 18— δεν το επιλύει. Πολλοί νέοι ενήλικες παραμένουν εξίσου ευάλωτοι σε απάτες και τοξικό περιεχόμενο.
Συμπερασματικά: Η συζήτηση δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στο αν οι κάτω των 16 πρέπει να αποκλειστούν από τα social media. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν το σημερινό ψηφιακό περιβάλλον είναι ασφαλές για οποιονδήποτε. Η απαγόρευση των ανηλίκων ίσως προσφέρει πολιτική ανακούφιση — αλλά δύσκολα συνιστά πραγματική λύση.