Τις τελευταίες εβδομάδες, οι αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τη δεκαετία του 1990, προκαλώντας ανησυχία τόσο στο Τόκιο όσο και στις διεθνείς αγορές. Η άνοδος συνδέεται με τη συζήτηση για μια προσωρινή μείωση του φόρου κατανάλωσης στα τρόφιμα, σε μια περίοδο που το κόστος ζωής αυξάνεται αισθητά -χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο διπλασιασμός της τιμής του ρυζιού. Παρότι ένα τέτοιο μέτρο θα ανακούφιζε τους καταναλωτές, εκτιμάται ότι θα μείωνε τα δημόσια έσοδα κατά περίπου 1% του ΑΕΠ ετησίως, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά.
Η Ιαπωνία, με ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους παγκοσμίως, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: Πώς να διατηρήσει την κοινωνική και αναπτυξιακή πολιτική της, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται τα κόστη εξυπηρέτησης του χρέους. Η σταδιακή απομάκρυνση της Τράπεζας της Ιαπωνίας από την υπερβολικά χαλαρή νομισματική πολιτική εντείνει τις πιέσεις. Αν και οι αυξήσεις επιτοκίων παραμένουν εξαιρετικά αργές — το βασικό επιτόκιο έφτασε μόλις στο 0,75% έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια — η κεντρική τράπεζα κινείται ταχύτερα σε έναν άλλο τομέα: Στη συρρίκνωση του ισολογισμού της.
Κατά την περίοδο της ποσοτικής χαλάρωσης, η Τράπεζα της Ιαπωνίας συγκέντρωσε τεράστιες ποσότητες κρατικών ομολόγων, φτάνοντας να κατέχει περίπου το 50% της αγοράς. Σήμερα, επιτρέπει σε μεγάλο μέρος αυτών να λήγουν χωρίς επαναγορά, μεταφέροντας το βάρος στους ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η διαδικασία, που ισοδυναμεί με ποσοτική σύσφιγξη, οδηγεί σε μεγαλύτερη προσφορά χρέους προς τις αγορές και ενισχύει τις ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις.
Θεωρητικά, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να επιβραδύνει αυτή την πορεία, αυξάνοντας εκ νέου τις αγορές ομολόγων. Όμως μια τέτοια κίνηση, αν εκληφθεί ως υποχώρηση στις πιέσεις της αγοράς ή ως έμμεση χρηματοδότηση του κράτους, θα μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής και να αποδυναμώσει περαιτέρω το γεν. Το νόμισμα έχει ήδη δεχθεί πιέσεις, αγγίζοντας πρόσφατα τα 160 γεν/δολ, επίπεδο που θεωρείται πολιτικά και οικονομικά ευαίσθητο.
Παράλληλα, κυκλοφορούν σενάρια για πιθανή συνεργασία Ιαπωνίας και Ηνωμένων Πολιτειών με στόχο τη στήριξη του γεν. Αν και η Ουάσιγκτον έχει επισήμως απορρίψει τέτοια πρόθεση, ενδείξεις ελέγχου της ισοτιμίας από τη Fed αναζωπυρώνουν τις υποψίες περί μελλοντικής παρέμβασης. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει την Ιαπωνία σε πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων, προκαλώντας αναταράξεις και στις αγορές των ΗΠΑ.
Οι εξελίξεις στην Ιαπωνία δεν περιορίζονται εντός των συνόρων της. Είτε μέσω της ανόδου των αποδόσεων, είτε μέσω πιθανών νομισματικών παρεμβάσεων, οι επιπτώσεις μπορούν να μεταφερθούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, καθίσταται αναγκαία η στενή παρακολούθηση αυτών των εξελίξεων από επενδυτές και κυβερνήσεις.
(*) Ο Benjamin Shatil, είναι ανώτερος οικονομολόγος της JPMorgan