Η κυβέρνηση εξάγγειλε μια δέσμη απλουστεύσεων με κυριότερη την αντικατάσταση ορισμένων δικαιολογητικών με «υπεύθυνη δήλωση». Πρόκειται για μια πρακτική που ακολουθήθηκε και στο παρελθόν με την κατάργηση των χαρτοσήμων και είχε θετικά αποτελέσματα. Ανακοινώθηκε, επίσης, η αυτεπάγγελτη αναζήτηση δικαιολογητικών που έχει δοκιμαστεί, πλειστάκις, παλαιότερα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.
Πρόκειται για μια ιδέα που διαμορφώθηκε και προσαρμόστηκε στα ελληνικά δεδομένα κατά την περίοδο της εισόδου της χώρας μας στο κίνημα της Ποιότητας. Η κεντρική ιδέα της θεσμοθετήθηκε, για πρώτη φορά, με τον Νόμο 3242/2004 (άρθρο 16). Μ’ αυτή τη ρύθμιση καθιερώθηκε η υποχρέωση των δημόσιων υπηρεσιών να αναζητούν αυτεπάγγελτα πιστοποιητικά που εκδίδονται από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, απαλλάσσοντας τους πολίτες από τη σχετική γραφειοκρατική διαδικασία.
Η εφαρμογή της ρύθμισης αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολη, παρ’ όλον ότι λίγα χρόνια αργότερα (ν. 4325/2015) η αυτεπάγγελτη αναζήτηση έγινε «υποχρεωτική» και «ηλεκτρονική» για τις δημόσιες υπηρεσίες. Όσοι παροικούν το ελληνικό δημόσιο ήξεραν, όμως, ότι τα διοικητικά «σιλό», δηλαδή, οι παράλληλες μη επικοινωνούσες δομές, ακόμη και εντός της ίδιας οργάνωσης, δεν θα επέτρεπαν την αναζήτηση από άλλες «ξένες» υπηρεσίες.
Η περιχαράκωση και ο υπουργικός πατριωτισμός είναι το αποτέλεσμα όχι μόνον μιας άκαμπτης γραφειοκρατίας αλλά και των επιλογών ενός πελατειακού πολιτικού συστήματος το οποίο αντιλαμβάνεται το Δημόσιο ως «λάφυρο».
Απέναντι στις επιλογές και τους «νεωτερισμούς» ενός τέτοιου πολιτικού συστήματος η γραφειοκρατία αναπτύσσει ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς διασφαλίζοντας, πρωτίστως, την νομική και διοικητική επιβίωσή της. Αποκρούει κάθε τι που δεν γνωρίζει εξ ιδίων και η μόνη περίπτωση να μην συμβεί αυτό είναι να επιτύχουν οι μεταρρυθμίσεις. Μόνον αυτές καταφέρνουν να νικήσουν τη γραφειοκρατία, διότι μπορούν να διαπεράσουν το «veil of ignorance», που στην ελληνική περίπτωση μεταφράζεται ως τυπολατρία και νομικισμός παντού, χωρίς εξαίρεση.
Ο νομικισμός απαιτεί για κάθε πράξη της διοικήσεως μια διάταξη νόμου που να προβλέπει, να απαγορεύει ή να επιτρέπει ρητώς μια ενέργεια. Η κοινή λογική τίθεται εκποδών και ο κανόνας αυτός παραβιάζεται με την προσθήκη μιας ή περισσότερων εξαιρέσεων (βλ. παραθυράκια»).
Για παράδειγμα, όταν ένας μηχανικός δεν προσκομίζει την εγγραφή του στο ΤΕΕ, ενώ έχει τα αποδεικτικά των έργων του, είναι αρκετό για να κριθεί ως αβάσιμη και να απορριφθεί η ένστασή του σ’ έναν διαγωνισμό του Δημοσίου. Το ίδιο ισχύει και για εκείνον που δεν προσκόμισε του πιστοποιητικό της ΑΣΠΕ, ενώ είναι πολύτεκνος, ή εκείνος που προσκόμισε την αναλυτική βαθμολογία του πτυχίου του χωρίς το ίδιο το σώμα του πτυχίου κοκ.
Η απλούστευση των διαδικασιών είναι μια μείζονα διοικητική μεταρρύθμιση που απαιτεί πολλές και συντονισμένες δράσεις. Ίσως, εξ αυτού του λόγου να μην ευδοκίμησε παρ’ ημίν. Η εγχώρια πολιτική και διοικητική τάξη αρέσκεται να καταργεί, από καιρού εις καιρόν, κάποια πιστοποιητικά τα οποία είτε επανέρχονται με άλλα, λίγο αργότερα, είτε «ψηφιοποιούνται» περνώντας από μια έγχαρτη σε μια ψηφιακή γραφειοκρατία.
Ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα απλουστεύσεων θα πρέπει να εξετάσει ριζικές λύσεις, όπως η «ρυθμιστική γκιλοτίνα», με την οποία θα καταργηθούν, μαζικά, πολλά από τα χιλιάδες άχρηστα δικαιολογητικά που ζητούνται σήμερα. Μπορεί κανείς να πάρει μια εικόνα του λαβυρίνθου περιηγούμενος τις 4.155 διοικητικές διαδικασίες που έχουν καταχωρηθεί, έως τώρα, στο εθνικό αποθετήριο διαδικασιών «Μίτος».
Το χαρτοβασίλειο που εξυπηρετεί, σε μεγάλο βαθμό, τις γραφειοκρατικές εγγυήσεις, ταλαιπωρεί τους πολίτες και αποθαρρύνει τους επενδυτές, δεν αντιμετωπίζεται με μια χούφτα απλουστεύσεων. Θέλει πράξεις αντίστοιχες με τη γενναιότητα των εξαγγελιών, ειδάλλως η κατάσταση θυμίζει εκείνο το ανεπανάληπτο «ώδινεν όρος και έτεκε μυν».