Τρεις ιδιαιτερότητες έχει το βιβλίο αυτό, που ανατρέχει στα μέσα του 19ο αιώνα αναζητώντας την τομή Συνταγματικού Δικαίου και Οικονομικών.
Η πρώτη είναι, ακριβώς, ότι κάνει το άλμα στον χρόνο – το «Σχέδιο Πολιτικού Συντάγματος» του Ι. Σούτσου ανατρέχει στο 1843, λίγο μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου και της διεκδίκησης Συντάγματος – χρησιμοποιώντας την ευκολία της ηλεκτρονικής έκδοσης, πρωτοβουλία του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου του Ιδρύματος Θ&Δ. Τσάτσου.
Η δεύτερη ανάγεται στο ότι επιλέγει να αναδείξει την σύγκλιση των γνωστικών πεδίων που, ακόμη και σήμερα/πόσο μάλλον στα πρώτα βήματα του Οθώνειου Πανεπιστημίου/εν συνεχεία Πανεπιστημίου Αθηνών αναζητούσαν πεδίο συνάντησης. (Ο Σούτσος υπήρξε καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής, εν συνεχεία Πολιτικής Οικονομίας στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν κάπου μεταξύ Αγγλικών/Adam Smith-Ricardo και Γαλλικών/Say-Necker αναζητήσεων ο κλάδος αποχωριζόταν από την Φιλοσοφία). Το Συνταγματικό Δίκαιο ήταν ευκρινέστερο ήδη πεδίο, καθώς συνδεόταν με την αναζήτηση των πολιτικών ελευθεριών.
Η τρίτη ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι την ανάσυρση/παρουσίαση της πρότασης Σούτσου για Σύνταγμα ανέλαβαν και διεκπεραιώνουν παράλληλα ο Μιχάλης Ψαλιδόπουλος ως ιστορικός των οικονομικών θεωριών στην Ελλάδα και οι Σπύρος Βλαχόπουλος-Ξενοφών Κοντιάδης, από την πρώτη γραμμή των συνταγματολόγων σήμερα.
Η πολυδιάστατη φιγούρα του εκ Φαναριωτών Ιωάννη Σούτσου, οπαδού του οικονομικού φιλελευθερισμού σε μια Ελλάδα όπου το βάρος της παράδοσης (αλλά και η έλλειψη υποδομών, η ασάφεια των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, καθώς τα επιτόκια της τάξεως του 20%...) δεν επέτρεπαν μια οποιαδήποτε θεωρητική αναζήτηση απομακρυσμένη από την πράξη, συνδυαζόταν με την υπεράσπιση της κοινωνίας των πολιτών και των οικονομικών ελευθεριών σε μια εποχή ριζωμένου απολυταρχισμού – που μόλις η 3η Σεπτεμβρίου του προξενούσε ρωγμές.
Ο Ψαλιδόπουλος, λοιπόν, αναδεικνύει το πώς ο Σούτσος προσγειώνει την οικονομική θεωρία (και τις φιλοδοξίες εισαγωγής της στην τότε δημόσια συζήτηση) στην κατάσταση που επικρατούσε – π.χ. όταν οι τιμές των δημητριακών ορίζονταν στην Ελλάδα από τις εισαγωγές από Μαύρη Θάλασσα, οπότε οι Έλληνες γεωργοί υποχρεωτικά δεν καλλιεργούσαν τις πλέον εύφορες/παραγωγικές εκτάσεις, αλλά τις πλησιέστερες στις αγορές (μην έχοντας επιπλέον κεφάλαια για να προχωρήσουν σε υποτυπώδη έστω εκμηχάνιση). Με αυτήν την προσέγγιση, τασσόταν υπέρ της με κάθε τρόπο ενίσχυσης της αγροτικής πίστης. Όσον αφορά πάλι τις συνθήκες στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα που κατέγραφε, είχε ενδιαφέρον να δει κανείς πόσο επεσήμαινε την κοινωνική πίεση και την φτώχεια στις (τότε) βιομηχανικές χώρες. Λόγος που τον έκανε επιφυλακτικό για την ενίσχυση προς την βιομηχανία, που αποδεχόταν μόνο με κριτήριο την «προώθηση των εθνικών συμφερόντων».
Πέρα από αυτό το πλαίσιο, ο Ψαλιδόπουλος αναζητά στα Θεσμικά/Συνταγματικά Οικονομικά του (και Νομπελίστα) Τζέημς Μπιουκάναν, αρχιτέκτονα της θεωρίας της δημόσιας επιλογής και κριτικής του ρόλου του Κράτους – ενδεχομένως με φόντο την συνάντηση Μπιουκάναν-Τάλλοκ, εκεί όπου τα Οικονομικά συνάντησαν το Δίκαιο στο Calculus of Consent – την ρίζα της στήριξης/υπεράσπισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παράδειγμα η κατοχύρωση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στους αγρότες, αλλά και η έμφαση στην αποφυγή του να γίνεται «βορά των ισχυροτέρων» η ιδιωτική ιδιοκτησία, σε επίπεδο πρώιμου συνταγματισμού.
Η αντίστοιχη εισαγωγή στην παρουσίαση των Βλαχόπουλου-Κοντιάδη στέκεται σε επιπρόσθετα στοιχεία της προσέγγισης του Σούτσου και του «Σχεδίου» του, μερικά από τα οποία έχουν και σήμερα απήχηση (ή: θάπρεπε να έχουν). Παράδειγμα η έμφαση στο ότι ένα Σύνταγμα οφείλει να φιλοξενεί μόνο τα ουσιώδη, αφήνοντας στο κοινό νομοθέτη την συγκεκριμενοποίηση. «Εντός των πλειοτέρων Συνταγμάτων των πλέον πολιτισμένων λαών, απαντώμεν όχι ολίγην αμεθοδίαν και επισώρευσιν εν αυτοίς αντικειμένων αλλοτρίων προς το Σύνταγμα». Η έκταση σε αντιπαράθεση με την λειτουργικότητα του συνταγματικού κειμένου, είναι ένα στοιχείο που το εξ 70 συνεκτικών άρθρων «Σχέδιο Συντάγματος» του Σούτσου σε κάνει να ρεμβάζεις (συγκρινόμενο με την μετά από 180τόσα χρόνια συνταγματική πρακτική ροπής προς συνταγματοποίησης κάθε λεπτομερειακής διευθέτησης).
Από κει και πέρα, η έμφαση στην νομιμοποιητική βάση του φόρου που αποτελεί η συναίνεση του πολίτη – πάντως η αίσθηση συναινέσεως: «ουδείς ελεύθερος λαός φορολογείται άνευ της συναινέσεώς του» – αλλά και η αυστηρότητα των προϋποθέσεων για τυχόν απαλλοτριώσεις και τούτο την στιγμή που ο Σούτσος ήταν υπέρμαχος της διανομής των εθνικών γαιών, αξίζουν την προσοχή του αναγνώστη.
Το ίδιο – πικρά ενισχυμένο από την τωρινή συγκυρία – ισχύει και για την αναφορά στην «διαφθοράν των ψήφων», με αγωνιώδη αναζήτηση εγγυήσεων στην διαφάνεια. ομοίως στην αναζήτηση θεσμικών αντιβάρων (και, θα ‘λεγε κανείς σήμερα «εγγυήσεων καλής νομοθέτησης») στην θέσπιση δυο αντιπροσωπευτικών σωμάτων, Βουλής και Γερουσίας. Α, ναι! και με προβληματισμούς για την μεθόδευση της κήρυξης νόμων ως αντισυνταγματικών κατά τρόπο που όχι απλώς να καθίστανται ανεφάρμοστοι στο συγκεκριμένο, αλλά να καταργούνται...
Με αυτές τις αναλυτικές αποσκευές, μπορεί ο σημερινός αναγνώστης να περιδιαβάσει τα 70 άρθρα του Σχεδίου Πολιτικού Συντάγματος – με κάποιες, ειν’ αλήθεια εκτενείς παρεκβάσεις στα περί νομοθετικών σωμάτων, περί αποκέντρωσης και εκείνων που σήμερα θα αποκαλούσαμε οργανικών διατάξεων. Και να αναλογισθεί την ιστορική διαδρομή 1843-2026...