ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τα 12 μίλια και μερικές ακόμα γωνίες της τουρκικής οπτικής  

Η εκκωφαντική σιωπή της Άγκυρας απέναντι στις πρόσφατες επαναλαμβανόμενες αναφορές των Ελλήνων υπουργών περί επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια δεν συνιστά ούτε αμηχανία ούτε υποχώρηση· αποτελεί, αντιθέτως, μελετημένη επιλογή στρατηγικής εγκράτειας. Όπως επισημαίνει ο Τούρκος πολιτικός αναλυτής Χασάν Γκιογούς, εδώ, η τουρκική ανάγνωση βλέπει στη μη αντίδραση ένα εργαλείο αποτροπής χαμηλού θορύβου, προσαρμοσμένο σε μια συγκυρία όπου η διεθνής θέση της Άγκυρας θεωρείται ισχυρή και κάθε δημόσια όξυνση κρίνεται περιττή, αν όχι αντιπαραγωγική.

Παρά τις εσωτερικές επικρίσεις στην Τουρκία, σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση «οφείλει» να απαντήσει ή ακόμη και να επαναφέρει το casus belli στην τουρκική Βουλή με νέα δήλωση, η κυρίαρχη άποψη στην Τουρκία εκτιμά ότι μια τέτοια κίνηση θα έστελνε το αντίθετο μήνυμα, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής θέση της Άγκυρας βρίσκεται στο ισχυρότερό της σημείο -με έναν Ντόναλντ Τραμπ να επαινεί συχνά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι ευνοϊκές οι συνθήκες για ελληνικούς μονομερείς χειρισμούς κι...ας λένε οι Έλληνες υπουργοί. Η σιωπή της Άγκυρας λειτουργεί, επομένως, όχι ως αμηχανία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995 παραμένει σε ισχύ και διατηρεί το αποτρεπτικό της βάρος χωρίς να χρειάζεται επικαιροποίηση.

Το «ελληνικό λάθος» του 1995

 Τριάντα χρόνια μετά, η απόφαση του 1995 επανέρχεται επίσης και ως παράδειγμα πολιτικού χειρισμού που παρήγαγε αποτελέσματα δυσανάλογα των προθέσεών του. Με την επικύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, την 1η Ιουνίου 1995, η Αθήνα συνόδευσε τη διαδικασία με ρητή διακήρυξη περί του δικαιώματός της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, παρότι η πρόβλεψη αυτή περιλαμβανόταν ήδη στο Άρθρο 3 της Σύμβασης. Η προσθήκη αυτή, χωρίς να ενισχύει νομικά τη θέση της Ελλάδας, λειτούργησε ως πολιτικό σήμα προς την Άγκυρα, προκαλώντας αντίδραση που κατέληξε, λίγες ημέρες αργότερα, στην απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης για το casus belli. «Η Αθήνα δεν έπρεπε να είχε κάνει αυτόν τον λάθος υπολογισμό», σημειώνει, ο Χασάν Γκιογούς, υπογραμμίζοντας ότι το πρόβλημα δεν γεννήθηκε από το διεθνές δίκαιο, αλλά από τον τρόπο πολιτικής διαχείρισής του.

Παράλληλοι μονόλογοι σε κοινό τραπέζι

Ίσως η πιο σοβαρή ανάλυση επί των ελληνοτουρκικών από πλευράς Τουρκίας τα τελευταία χρόνια είναι αυτή του Τούρκου αναλυτή, Μουράτ Γιλντίζ, εδώ«Ο διάλογος, υποστηρίζει , λειτουργεί περισσότερο ως καθρέφτης στρατηγικών φόβων και επιδιώξεων παρά ως γέφυρα συνεννόησης μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας». Και εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται το ρήγμα.

Άγκυρα και Αθήνα δηλώνουν με συνέπεια ότι ο διάλογος παραμένει ενεργός. Όμως η σύμπτωση στα λόγια κρύβει απόκλιση στην ουσία. Για την Τουρκία, ο διάλογος είναι εργαλείο διαχείρισης κινδύνου σε ένα περιβάλλον όπου οι περιφερειακές κρίσεις αλληλοτροφοδοτούνται. Για την Ελλάδα, είναι μηχανισμός θέσης ορίων στην Άγκυρα, ώστε να μην επανέρχονται ζητήματα που θεωρούνται «μη διαπραγματεύσιμα».

Αυτή η διάσταση εξηγεί γιατί η επικοινωνία συχνά μοιάζει με παράλληλους μονολόγους: κάθε πλευρά μιλά, αλλά μέσα στο δικό της στρατηγικό θάλαμο.

«Πρόληψη», και «θέση ορίων»

 Στην τουρκική προσέγγιση, ο διάλογος δεν αποσκοπεί στην προσέγγιση, ούτε στην επίλυση ζητημάτων. Λειτουργεί προληπτικά, κατά τον Μουράτ Γιλντίζ. Στόχος είναι να παραμένουν ανοιχτοί οι δίαυλοι πριν οι εξελίξεις στο πεδίο -Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Μέση Ανατολή- μετατραπούν σε ανεξέλεγκτη αλυσιδωτή αντίδραση. Η διαχείριση και όχι η οριστική λύση είναι το ζητούμενο.

Για την Αθήνα, αντίστοιχα, όπως το βλέπει το τουρκικό πρίσμα, ο διάλογος είναι αποδεκτός μόνο εφόσον δεν αγγίζει ζητήματα κυριαρχίας. Η θέση του Γιώργου Γεραπετρίτη συμπυκνώνει αυτή τη λογική: συνομιλίες ναι, αλλά εκτός ατζέντας χωρικά ύδατα, δικαιοδοσίες και κυριαρχικά δικαιώματα.

Η σύγκρουση δεν προκύπτει από την ύπαρξη κόκκινων γραμμών, αλλά από τη διαφορετική λογική χάραξής τους. Η Τουρκία λειτουργεί με αθροιστικές και περιφερειακές κόκκινες γραμμές, όπου μια εξέλιξη στο Αιγαίο συνδέεται με το Ισραήλ, τις ΗΠΑ ή την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, αντίθετα, κινείται με στενότερες, νομικά προσδιορισμένες γραμμές, τις οποίες επαναλαμβάνει σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, συχνά έχοντας στο μυαλό το εσωτερικό ακροατήριο. Έτσι, αυτό που η Άγκυρα εκπέμπει ως αποτρεπτικό σήμα, η Αθήνα το αντιλαμβάνεται ως πρόκληση και αναθεωρητισμό και τούμπλαλιν.

Χωρικά ύδατα: Η καρδιά της διαφωνίας δεν είναι νομική, αλλά γεωπολιτική

Η επέκταση των χωρικών υδάτων αποτελεί το κεντρικό παράδειγμα αυτής της ασυμφωνίας. Η Ελλάδα την αντιμετωπίζει ως άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Η Τουρκία, λόγω γεωγραφίας και ισορροπίας ασφαλείας στο Αιγαίο, τη θεωρεί εγγενώς περιοριστική κίνηση.

Η απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου περί αιτίας πολέμου δεν εντάσσεται, στην τουρκική ανάγνωση, στη σφαίρα της ρητορικής υπερβολής, αλλά σε μια στρατηγική αντίληψη αποτροπής. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ελληνική βούληση για την επέκταση όχι μόνο ως νομική διεκδίκηση, αλλά ως προσπάθεια περιορισμού του τουρκικού στρατηγικού χώρου μέσω περιφερειακών συνεργασιών με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τον Λίβανο και κράτη του Κόλπου. Ο Χακάν Φιντάν έχει προειδοποιήσει ότι τέτοιες δομές εκλαμβάνονται ως δυνητικά εχθρικές.

Αντίστοιχα, η τουρκική στάση χαρακτηρίζεται από αντίφαση: ενώ η ρητορική παραμένει σκληρή, η επιχειρησιακή παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο έχει μειωθεί, με κινήσεις αυτοσυγκράτησης που στο εσωτερικό εκλαμβάνονται περισσότερο ως απώλεια πρωτοβουλίας και αδυναμία μπροστά σε δυτικές πιέσεις, που θέλουν ηρεμία στην περιοχή.

Αυτό που χωρίζει, επομένως, σήμερα Αθήνα και Άγκυρα δεν είναι η απουσία διαλόγου, αλλά η διαφορετική κατεύθυνση που του αποδίδουν. Ο διάλογος συνεχίζεται, αλλά δεν συγκλίνει.

 

 

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!