Στις αρχές του 2026, η Wall Street φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα, πιο σιωπηλή φάση. Όχι λόγω έλλειψης γεγονότων, αλλά εξαιτίας του φόβου πρόκλησης της οργής του προέδρου Τραμπ. Τραπεζίτες, διαχειριστές κεφαλαίων και αναλυτές καλούνται πλέον να ισορροπήσουν ανάμεσα στην υποχρέωση να ενημερώνουν τους πελάτες τους και στην ανάγκη να μην στοχοποιηθούν από τον Λευκό Οίκο. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη τάση αυτολογοκρισίας, που θυμίζει –σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές– πρακτικές αυταρχικών καθεστώτων.
Το φαινόμενο έγινε ιδιαίτερα ορατό στο ετήσιο ραντεβού της παγκόσμιας ελίτ στο World Economic Forum στο Νταβός. Εκεί, στελέχη κορυφαίων επενδυτικών ομίλων αντάλλασσαν ανησυχίες για τις επιπτώσεις των αμερικανικών πολιτικών, αποφεύγοντας επιμελώς ακόμη και να αναφέρουν το όνομα του Τραμπ. Η ένταση γύρω από τις αμερικανικές απειλές για τη Γροιλανδία και οι πιθανές επιπτώσεις στις αγορές συζητούνταν με υπαινιγμούς, όχι με ευθείες αναφορές.
Η πιο χαρακτηριστική υπόθεση ήταν εκείνη της Deutsche Bank. Έρευνα του επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος της τράπεζας προειδοποιούσε ότι η Ευρώπη ίσως μειώσει την έκθεσή της σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών αποκάλυψε ότι ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας επικοινώνησε μαζί του για να αποστασιοποιηθεί από το ίδιο του το έγγραφο. Το μήνυμα προς την αγορά ήταν σαφές: Ακόμη και τεχνικές αναλύσεις μπορούν να προκαλέσουν πολιτική ενόχληση.
Σε αυτό το περιβάλλον, πολλές ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες περιορίζουν τις δημόσιες τοποθετήσεις των αναλυτών τους, ιδίως σε θέματα που αφορούν εμπορικούς πολέμους, δασμούς ή γεωπολιτικές εντάσεις. Ο φόβος δεν είναι θεωρητικός: Μια αρνητική αναφορά μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολίες αδειοδότησης, σε προβλήματα με βίζες στελεχών ή σε απρόβλεπτες ρυθμιστικές πιέσεις. Όπως σημειώνουν ακαδημαϊκοί, δημιουργείται μια «κουλτούρα φόβου» που περιορίζει ακόμη και την εσωτερική συζήτηση.
Το παράδοξο είναι ότι, παρά τον φόβο, η Wall Street έχει μέχρι στιγμής ωφεληθεί οικονομικά από την προεδρία Τραμπ: Χαλάρωση ρυθμίσεων, άνοδος των αγορών και αύξηση των τραπεζικών κερδών. Ωστόσο, οι αιφνιδιαστικές παρεμβάσεις του προέδρου –από περιορισμούς στις αγορές ακινήτων έως πλαφόν στα επιτόκια πιστωτικών καρτών– υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστη είναι αυτή η ισορροπία. Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή μπορεί να μοιάζει ασφαλής επιλογή, αλλά μακροπρόθεσμα ενέχει τον κίνδυνο κακών αποφάσεων, τόσο για τις αγορές όσο και για την ίδια την οικονομία.