Μια ολιστική καταγραφή προτάσεων πολιτικής – συνειδητή η επιλογή της έννοιας «διακυβέρνηση»/governance, ήδη από τον τίτλο... – αρθρωμένη σε τρεις ενότητες: (α) Εξωτερική πολιτική, αμυντική, ενεργειακή και κλιματική, (β) θεσμικά: Δικαιοσύνη, κοινωνικό κράτος, δημογραφία, (γ) τεχνολογικές προκλήσεις. Καταγραφή που επιχειρεί να δείξει κάτι από αναζήτηση μέλλοντος για την Ελλάδα. Με ρητά διατυπωμένη μάλιστα την άποψη ότι «ο μεταμνημονιακός κοινωνικός κατευνασμός και η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας δεν θα πρέπει να οδηγούν σε εφησυχασμό των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου», και δη με την παρατήρηση ότι η ιστορική εμπειρία δείχνει πώς «οι περίοδοι κοινωνικής και οικονομικής ευφορίας αντικαθίστανται [στην Ελλάδα] συχνά και απότομα από περιόδους εσωστρέφειας και περιδίνησης».
Η συλλογική αυτή δουλειά, που προκύπτει/προβάλλεται ως καταστάλαγμα της λειτουργίας του think tank ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ (από τις, κατά τον πρόλογο, «εκατοντάδες επαγγελματιών και επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικό» έχουν προσέλθει στον τόμο αυτό αρκετές ντουζίνες, σε ομάδες που καταγράφονται στην αρχή κάθε παρουσίασης θεματικής) συνοδεύεται άλλωστε και από διαδικτυακή παρουσία. Στην παρουσίαση του τόμου, που θύμιζε αρκετά λανσάρισμα πρωτοβουλίας – στην αίθουσα ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ του Πολεμικού Μουσείου – και που στήριξαν Σταύρος Παπασταύρου, Σοφία Ζαχαράκη, Κώστας Σκρέκας, Μ. Χρυσομάλλης, Κώστας Μπακογιάννης (ως Πρόεδρος Επιτροπής Περιβάλλοντος της Ευρ. Επιτροπής Περιφερειών) και Γρ. Δημητριάδης (ως πρώην ΓΓ του Γραφείου Πρωθυπουργού), την εξωστρέφεια αποτύπωσαν πέραν του προέδρου της «ΣΥΝΕΡΓΕΙΑΣ» Ορέστη Ομράν, ο Μιχ. Ρίβας από το Πανεπιστήμιο Southampton και η Αν. Γιακουμέλου από την ESCP/Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων των Παρισίων.
Σταθήκαμε λίγο σε αυτά τα εξωτερικά στοιχεία, με τα οποία αυτοσυστήνεται ευρύτερα η ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ – που στην ιδρυτική της διακήρυξη συνδυάζει τεχνοκρατική διάθεση με «αταλάντευτη προσήλωση στις αξίες της Δημοκρατίας, του Ορθού Λόγου, της Αξιοκρατίας, της Ελεύθερης Οικονομίας, της Βιώσιμης Ανάπτυξης, του Πατριωτισμού και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας» [τα κεφαλαία από το κείμενο της ιστοσελίδας, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός περιέργως με μικρά στοιχεία] γιατί έχει, θαρρούμε, ενδιαφέρον τι; Το πώς η πολιτική στράτευση (δυο τουλάχιστον από τους συμμετέχοντες στο βιβλίο ήταν υποψήφιοι Ευρωβουλευτές της Ν.Δ.) επιχειρεί να συνδυάσει (α) υπέρβαση παραδοσιακών εκφάνσεων πολιτικής του χώρου και (β) σύνθεση δύσκολα συμβατών στην πράξη εννοιών.
Η επίκληση του Ορθού Λόγου – για παράδειγμα – σε αντίθεση υποθέτει κανείς με τον λαϊκισμό, γίνεται με παράλληλη την κάλυψη του Πατριωτισμού, που κι αυτός μπαίνει κάτω από την ευρωπαϊκή στέγη. Σε μια απόπειρα – αυτό είναι από την Διακήρυξη της ΣΥΝΕΡΓΕΙΑΣ – ζυγιασμένης απάντησης στο καταγραφόμενο ως Πλατωνικό δίλημμα περί σωστής διακυβέρνησης (άσκηση της πολιτικής εξουσίας από τους πολλούς χωρίς προϋπόθεση ιδιαίτερης γνώσης; ή «από τους ολίγους που κατέχουν εξειδικευμένη γνώση;) με την αποκήρυξη «λαϊκιστών και δημαγωγών» καθώς και «τοξικών συζητήσεων διαιρετικού χαρακτήρα».
Το βιβλίο «Προτάσεις Διακυβέρνησης για την Ελλάδα του Μέλλοντος» έχει εν πολλοίς χαρακτήρα μανιφέστου. Έτσι, δε, που εντάσσεται στην σειρά των Εκδόσεων ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ όπου ανήκει π.χ. το «Καταστροφές και Θρίαμβοι» του Στάθη Καλύβα, ή πάλιν «Η Μεγάλη Επιστροφή» του Αλέξη Πατέλη, αποκτά κάτι από χαρακτήρα ιδεολογικής πρότασης-σύνθεσης. Όχι πως κάτι τέτοιο είναι εύκολη υπόθεση.
Δεν αναφερόμαστε, εδώ, μόνο στο αρκετά διαφανές εγχείρημα να συνδυαστεί υπό την έννοια της ενεργειακής διπλωματίας ή διεκδίκηση της ασφάλειας (που φιλοξενεί Κάθετο Διάδρομο για Αμερικανικό LNG, έρευνες για υδρογονάνθρακες στην – ιδεατή – ΑΟΖ κοκ) με την επιδίωξη στόχων Πράσινης Συμφωνίας, κλιματικής ουδετερότητας κοκ. Όσο θα καλούσαμε τον αναγνώστη να δει, για παράδειγμα από την ενότητα που αφορά την Δικαιοσύνη την προσέγγιση της «οικονομίας του σωφρονισμού». Όπου με αναγωγή στον Νομπελίστα Gary Becker (της Σχολής του Σικάγου) επιχειρείται μια θεμελίωση της καταπολέμησης της εγκληματικότητας με βάση την «πολλαπλάσια αποτρεπτική ισχύ της πιθανότητας σύλληψης και τιμωρίας σε σχέση με την αυστηρότητα της επαπειλούμενης ποινής», και μάλιστα με ζωηρές εκκλήσεις «να κατοχυρώνεται ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της ποινικής δικαιοσύνης» και με αποκήρυξη των φυλακών ως «χωνευτηριού παραβατών και ως μαιευτηρίου κοινωνικών «τεράτων» (sic)».
Και να κλείσει κανείς την ανάγνωση του σχετικού κεφαλαίου με τον εξαιρετικά διαφωτιστικό πίνακα κόστους-οφέλους παρεμβάσεων στην Πολιτεία της Ουάσιγκτον – 2024, προσγειωνόμενος στην ελληνική πραγματικότητα του ποινικού λαϊκισμού επί υπουργίας Γιώργου Φλωρίδη με την νομοθέτηση της υποχρεωτικής έκτισης πλημμελημματικών ποινών στις υπερκορεσμένες φυλακές, με την σταθερή καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αναστοχάζεται το πόσο η οικοδόμηση επί βάθρου καλών προθέσεων μπορεί να απέχει από την πράξη.
Η συγκριτικά διεξοδικότερη κάλυψη που επιφυλάσσεται στο ζήτημα της δημογραφικής κρίσης με αρκετές αναφορές στην διάσταση της κοινωνικής αντίληψης του θέματος, αλλά και στην δυνητική συνεισφορά της τεχνολογικής μετάβασης για υπέρβαση του αδιεξόδου – ενός αδιεξόδου που χτίζουμε επ’ εσχάτων με ενθουσιασμό, με την αντιμεταναστευτική στράτευση της κεντρικής πολιτικής (τουλάχιστον η ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ αγγίζει το θέμα της κοινωνικής ένταξης/μακροπρόθεσμης ενσωμάτωσης των μεταναστών...) – επιτρέπει στο βιβλίο να καταλήξει με τα μάτια περισσότερο στραμμένα στο μέλλον. Το ίδιο ισχύει και με την πολύ πιο μεγάλη ενότητα που αφορά συνολικά την τεχνολογία και την ένταξή της στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Μόνο που, σε κάθε στροφή της συζήτησης, προκύπτει η οχληρή διαπίστωση ότι οι καλές προθέσεις – όταν το ζητούμενο είναι η πολιτική, ή έστω οι προτάσεις διακυβέρνησης – χρειάζεται να είναι συμβατές με την εφαρμοζόμενη πρακτική.