Τα τελευταία τριάντα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομήσει ένα πολιτικό και ρυθμιστικό σύστημα αρκετά ισχυρό ώστε να διαμορφώνει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό και να συγκρατεί μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου. Κι όμως, αντί να ενισχύσουν αυτό το επίτευγμα, οι ευρωπαίοι ηγέτες υπονομεύουν το κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο που το κατέστησε δυνατό.
Παρά τους ισχυρισμούς του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς και των υποστηρικτών του κινήματος MAGA, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν βρίσκεται σε παρακμή. Αντιθέτως, σε πολλές διαστάσεις το ευρωπαϊκό εγχείρημα έχει ξεπεράσει ακόμη και τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες των ιδρυτών του.
Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, η Ευρώπη αναγνωρίζεται από άλλες δυνάμεις ως αυτόνομος πολιτικός δρων και όχι απλώς ως αγορά ή χαλαρό σύνολο κυρίαρχων κρατών. Αυτό δεν ίσχυε μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 ούτε καν μετά τη διεύρυνση της ΕΕ προς ανατολάς στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Σήμερα, οι εξωτερικές δυνάμεις δεν μπορούν πλέον να παρακάμπτουν την Ευρώπη διαπραγματευόμενες ξεχωριστά με 27 κυβερνήσεις· είναι υποχρεωμένες να την αντιμετωπίζουν ως ενιαίο σύνολο.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται ολοένα και πιο καθαρά στον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις πλαισιώνουν τις πολιτικές τους. Ακόμη και η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ μιλά για μια «παρακμάζουσα Ευρώπη», όχι για μεμονωμένα κράτη-μέλη. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δικαιολογεί τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας επικαλούμενος τη διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, ενώ η Κίνα αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως ενιαίο ρυθμιστικό αντίβαρο.
Στον πυρήνα αυτής της εξέλιξης βρίσκεται μια βαθύτερη μεταμόρφωση: Η Ευρώπη δεν θεωρείται πλέον μόνο γεωπολιτικός παίκτης, αλλά και ανταγωνιστικό πρότυπο οργάνωσης της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Έτσι, οι ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα που επί δεκαετίες απέφευγαν: είναι η ΕΕ απλώς ένας μηχανισμός συντονισμού ή μια πολιτική κοινότητα με κοινή μοίρα;
Στην πράξη, ο κόσμος έχει ήδη απαντήσει. Η Ευρώπη είναι πολιτική κοινότητα, ανεξάρτητα από το αν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι το αναγνωρίζουν. Όμως αυτή η αναγνώριση δεν είναι δεδομένη. Εξαρτάται από τη διατήρηση του ιδιαίτερου οικονομικού της μοντέλου. Σε αντίθεση με τον αμερικανικό καπιταλισμό, που δίνει έμφαση στην ταχύτητα, την κλίμακα και τη συσσώρευση, και τον κινεζικό αυταρχισμό, που υποτάσσει αγορές και πολιτική εξουσία στο κεντρικό κράτος, η ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς τοποθετεί στο επίκεντρο τη δημοκρατική επιλογή, την κοινωνική προστασία και το κράτος δικαίου.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εχθρότητα της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στην ΕΕ δεν αφορά επιμέρους ρυθμίσεις. Αφορά την αντίθεση σε ένα σύστημα όπου οι εργαζόμενοι έχουν φωνή μέσω συλλογικών διαδικασιών, η καθολική υγεία και παιδεία αποτελούν δικαιώματα και το δίκαιο ανταγωνισμού προστατεύει την αγορά αντί να ευνοεί κρατικά ή πολιτικά διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις.
Το μοντέλο αυτό στηρίζεται στην κλίμακα. Με 450 εκατομμύρια καταναλωτές και ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο, η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο. Οι πολυεθνικές που θέλουν πρόσβαση σε αυτήν οφείλουν να προσαρμοστούν στους ευρωπαϊκούς κανόνες, γεγονός που επιτρέπει στην Ένωση να θέτει τους όρους του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Οι εξωτερικές πιέσεις για εγκατάλειψη αυτού του μοντέλου δεν είναι καινούργιες. Επί δεκαετίες, επικριτές υποστήριζαν ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος είναι μη βιώσιμο και το ρυθμιστικό πλαίσιο οικονομικά καταστροφικό. Ωστόσο, το μοντέλο αυτό παρήγαγε σταθερότητα, ευημερία και διεθνή επιρροή. Η ένταση των επιθέσεων εναντίον του αποτελεί απόδειξη της επιτυχίας του.
Τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν: οι μεγάλες οικονομίες της ΕΕ ισοφαρίζουν ή ξεπερνούν τις ΗΠΑ σε παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, εμφανίζουν υψηλότερο προσδόκιμο ζωής και πολύ χαμηλότερη ανισότητα εισοδήματος. Οι δείκτες ποιότητας ζωής κατατάσσουν σταθερά ευρωπαϊκές πόλεις, όπως η Βιέννη και η Κοπεγχάγη, πάνω από τις αμερικανικές.
Παράλληλα, η Ευρώπη έχει απορροφήσει εκατομμύρια μετανάστες χωρίς να διαρραγεί η κοινωνική συνοχή. Η Γερμανία πολιτογράφησε πάνω από μισό εκατομμύριο πολίτες τα τελευταία πέντε χρόνια, ενώ ακόμη και κυβερνήσεις ιδεολογικά εχθρικές στη μετανάστευση ενέκριναν ρεκόρ εισόδων.
Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η έλλειψη θεσμικής ισχύος, αλλά η απουσία πολιτικής βούλησης να υπερασπιστεί το μοντέλο της και να ολοκληρώσει την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Παρά τις πραγματικές προκλήσεις —αναιμική ανάπτυξη σε ορισμένες περιοχές, κατακερματισμένες κεφαλαιαγορές, ανεπαρκή αμυντική ικανότητα— η αποδόμηση του κοινωνικού και ρυθμιστικού πλαισίου θα επιδείνωνε, όχι θα έλυνε, τα προβλήματα.
Ωστόσο, πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες εκλαμβάνουν τη διεθνή αντίσταση στο ευρωπαϊκό μοντέλο ως απόδειξη αποτυχίας και καταλήγουν στη διάγνωση της «υπερρύθμισης», με θεραπεία την απορρύθμιση. Αυτή η λογική συγχέει την επιτυχία με την αποτυχία. Η Ευρώπη δεν μπορεί —ούτε χρειάζεται— να μιμηθεί τις ΗΠΑ ή την Κίνα. Σε έναν κόσμο ανταγωνιστικών αυτοκρατοριών και ωμής ισχύος, η μεγαλύτερη δύναμή της παραμένει ακριβώς το μοντέλο που ενοχλεί τους άλλους.
(*) O Alberto Alemanno είναι καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο HEC Paris και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης στις πανεπιστημιουπόλεις της Μπριζ και του Νατολίν. Έχει αναγνωριστεί ως Young Global Leader από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, ως Social Innovation Thought Leader από το Schwab Foundation for Social Entrepreneurship και είναι υπότροφος του Ashoka, European Young Leader από τους Friends of Europe.
Το πρωτότυπο: Europe Is Stronger Than Its Leaders Think, Project Syndicate.