Η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, με αφορμή τις απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία και την αναζωπύρωση ενός εμπορικού πολέμου, έχει ανοίξει μια συζήτηση που μέχρι πρόσφατα εθεωρείτο αδιανόητη: Τη χρήση των τεράστιων ευρωπαϊκών επενδύσεων σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, ως εργαλείο γεωοικονομικής πίεσης. Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, κράτη και θεσμοί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέχουν πάνω από 10 τρισ. δολάρια σε αμερικανικές μετοχές και ομόλογα, ποσό που αυξάνεται περαιτέρω αν συνυπολογιστούν Βρετανία και Νορβηγία.
Θεωρητικά, μια μαζική πώληση αυτών των τίτλων θα μπορούσε να πλήξει τις αγορές των ΗΠΑ, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και πιέζοντας τις μετοχές, σε μια οικονομία που βασίζεται έντονα στη ροή ξένων κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της. Δεν είναι τυχαίο ότι αναλυτές μιλούν πλέον ανοιχτά για «μετατροπή σε όπλο του κεφαλαίου», ένδειξη ότι το γεωπολιτικό ρίσκο μεταφέρεται όλο και περισσότερο στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή ενός τέτοιου σεναρίου είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών τίτλων που βρίσκονται σε ευρωπαϊκά χέρια ανήκει σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία και θεσμικούς επενδυτές, εκτός άμεσου κυβερνητικού ελέγχου. Ακόμη κι εκεί όπου υπάρχει δημόσια συμμετοχή, όπως στο νορβηγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο των 2,1 τρισ. δολ., η πώληση για καθαρά πολιτικούς λόγους θα σήμαινε αποδοχή σημαντικών οικονομικών απωλειών.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που οι περισσότεροι στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν χαμηλή την πιθανότητα μιας τέτοιας κίνησης. Η Ευρώπη εμφανίζεται παραδοσιακά διστακτική να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την Ουάσιγκτον, ενώ μια χρηματοπιστωτική επίθεση θα συνιστούσε σαφή κλιμάκωση: από έναν εμπορικό πόλεμο δασμών σε μια σύγκρουση που θα έπληττε άμεσα τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου.
Παρά ταύτα, οι αγορές αντιδρούν ήδη στην αυξημένη αβεβαιότητα. Το δολάριο και τα αμερικανικά χρηματιστηριακά παράγωγα δέχονται πιέσεις, ενώ ο χρυσός, το ελβετικό φράγκο και το ευρώ ενισχύονται ως ασφαλή καταφύγια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει προς το παρόν πιο συμβατικά αντίμετρα, όπως η αναστολή εμπορικών συμφωνιών ή νέοι δασμοί σε αμερικανικά προϊόντα, αφήνοντας την «οπλοποίηση» των επενδύσεων ως ακραίο, αλλά όχι εντελώς αδιανόητο, ενδεχόμενο.
Το μήνυμα είναι σαφές: Σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ραγδαία, ακόμη και η χρηματοπιστωτική διασύνδεση της Δύσης, άλλοτε πηγή σταθερότητας, μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης με απρόβλεπτες συνέπειες.