ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Εθνικός Διχασμός: Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2025,σελίδες 242

Ζούμε που ζούμε και πάλι σε συνθήκες – και, το χειρότερο, μάλλον θα συνεχίσουμε να ζούμε –όπου η πολιτική ομαλότητα της Μεταπολίτευσης, ένα αληθινά σημαντικό κεκτημένο, συνδυάζεται με επαναφορά ή/και επανεγκατάσταση διχαστικού κλίματος. Όπως παρατηρεί εισαγωγικά ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, που στην τωρινή δημόσια συζήτηση μάλλον για χαμηλούς τόνους και αναστοχαστική διάθεση έχει διακριθεί, ο Εθνικός Διχασμός («ένα από τα βασικά αίτια, αν όχι το σημαντικότερο της Μικρασιατικής Καταστροφής») καίτοι αποτέλεσε την μεγαλύτερη πολιτική κρίση στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους, «υποβαθμίστηκε μεταγενέστερα για άλλους λόγους».

Το γιατί, αυτής της κατά Χατζηβασιλείου υποβάθμισης, ανάγεται κατά την προσέγγιση που προτείνει σε κάτι σαν αριστερό αντανακλαστικό (πολιτικό, ακόμη και ακαδημαϊκό) να θεωρούνται «τα τεράστια ενδο-αστικά ρήγματα του Διχασμού ως κάτι που σε τελική ανάλυση δεν τους αφορούσε». Ο ίδιος ο συγγραφέας-αναλυτής αισθάνεται ότι αυτή/μια τέτοια προσέγγιση δεν αρκεί για να θέσει εκποδών την κληρονομιά του Διχασμού στην πολιτική κουλτούρα, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι – με την Μεταπολίτευση – μπολιάστηκαν με ανθεκτικότητα οι θεσμοί.

Όμως φέρνει ο Χατζηβασιλείου στο προσκήνιο και την άλλη ερμηνευτική γραμμή, ότι δηλαδή «υπήρξαν άνθρωποι που επιζήτησαν από νωρίς  την υπέρβαση του Διχασμού αναλυτές ή πολιτικοί [του Μεσοπολέμου: με αναφορά σε Γ. Θεοτοκά, Π. Κανελλόπουλο, Κ. Τσάτσο]» δίδοντας έτσι ένα αντίβαρο στην περί Αριστεράς ερμηνεία.

Βέβαια, εδώ θα συμπλήρωνε την εικόνα ένα άλμα στην φιγούρα του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Μεταπολίτευση και την ίδρυση της Νέας – όχι τυχαίο! – Δημοκρατίας, μην και παραμερισθεί το φάσμα της κατά Ηλία Νικολακόπουλο «Καχεκτικής Δημοκρατίας» των άμεσα μετα-πολεμικών δεκαετιών. Και μάλιστα αν συμπεριλάμβανε κανείς την έντονη αντίθεση Καραμανλή στην λογική π.χ. Κωνσταντίνου Τσάτσου να περιληφθεί στο Σύνταγμα του 1975 δυνατότητα/πρακτική απαγορεύσεως κομμάτων, υπό μια έννοια «μαχόμενης δημοκρατίας» - αυτό κι αν θα ήταν κατάλοιπο νοοτροπίας διχασμού! ...

Πάντως ήδη ο ίδιος ο Χατζηβασιλείου, καταθέτοντας την σκέψη «ο Διχασμός ως πολιτικό φαινόμενο είχε τελειώσει [μετά το 1950], αλλά παρέμειναν τα «απόνερά του» με την μορφή των πολιτικών και ψυχολογικών συμβόλων του» και πάντως τραβώντας το όριο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, κρατάει μια επιφύλαξη. Πώς; Αφήνοντας μια αναφορά στον «δημόσιο λόγο εναντίον της βασιλείας μετά το 1974» να λειτουργεί ως υπενθύμιση αντιπαλότητας. αλλά και διερωτώμενος μέχρι ποίου σημείου οι αναφορές σε «δημοκρατική παράταξη» (από την δεκαετία του 2010 και μετά...) λειτουργούν και τώρα ως αναπαραγωγή διχαστικών στερεοτύπων.

Η κυρίως ανάλυση των θεσμικών καταλοίπων του Διχασμού, με τη διαδοχή δικτατοριών που «σπάρθηκαν» την εποχή του Μεσοπολέμου για να καταλήξουν στη Χούντα των Συνταγματαρχών, με την παράλληλη διαμάχη γύρω από το Πολιτειακό με ό,τι έχει αφήσει ως ίζημα, με την (λησμονημένη πλέον...) πρακτική της αποχής από εκλογές που π.χ. αντικατοπτρίσθηκε από την αποχώρηση/μη-συμμετοχή σύσσωμης της αντιπολίτευσης στην ψήφιση του Συντάγματος του 1974, αυτά σε κάνουν να αναστοχαστείς προκαταβολικά την αρκετά ριζοσπαστική επιλογή του συγγραφέα. Να παρουσιάσει – καταληκτικά – μιαν αισιόδοξη παρέκβαση, σύμφωνα με την οποία η περίοδος του Διχασμού άφησε πίσω και στοιχεία προόδου. (Δεν περιλαμβάνονται, δε, εδώ, μόνον τα θετικά της Βενιζελικής τετραετίας 1928-1932 αλλά και η δημιουργία – και διατήρηση – μιας ορμής προς εκείνο που, έξι και πλέον δεκαετίες αργότερα, μάθαμε/ ζήσαμε ως εκσυγχρονισμό).

Αντίστοιχα, η αναζήτηση των τραυματισμών από την εγκατάσταση διχαστικής νοοτροπίας, με αληθινά καίρια την ανάδειξη των φαινομένων πολιτικής μικροψυχίας (κορύφωση: Η απαγόρευση να εκτεθεί η σορός του Βενιζέλου στην Αθήνα προτού μεταφερθεί για ταφή στα Χανιά στις παρυφές του πευκοδάσους του Ακρωτηρίου) αλλά και την παιδαγωγική της χρήσης της έννοιας/της λέξης «προδοσία», οδηγεί απευθείας στην διερώτηση του Ευ. Χατζηβασιλείου: «Πώς γίνεται δυνατή η υπέρβαση του Εθνικού Διχασμού;». Όπου η παρατήρηση του ότι «οι νοοτροπίες του Διχασμού συνέχισαν (και συνεχίζουν) να είναι πολιτικά αποδοτικές» είναι βαριά. Τόσο, ώστε να τον υποχρεώνει και τον ίδιο να κοινωνιολογήσει – σε μια εποχή όπου η κοινωνιολογική προσέγγιση είναι ύποπτη ιδεολογικά, και απωθούμενη από την εγκύκλια εκπαίδευση άλλωστε... – μιλώντας για αδράνειες της κοινωνικής πραγματικότητας που «εξελίσσονται με πιο αργούς τρόπους».

Οπότε, στο άλλο μείζον ερώτημα – το «ποιος επεκράτησε στον Εθνικό Διχασμό;» - ερώτημα που τώρα επανέρχεται περίπου βίαια /οπαδικά προκειμένου να τροφοδοτήσει τις ανάγκες αντιπαράθεσης και εχθροπάθειας του δεύτερου τετάρτου του 21ου αιώνα (γιατί... εκεί βρισκόμαστε!) πέρα από την παραδοχή του αναστήματος του Ελευθερίου Βενιζέλου από τον – κάπως διστακτικό εν προκειμένω – Ευάνθη Χατζηβασιλείου, μένει ανοιχτό και αναπάντητο. Ακριβέστερα: Απαντάται εν γένει στη δημόσια συζήτηση με παραταξιακά κριτήρια.

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!