Τον Ιούλιο του 2023, ένα ροζ σύννεφο έμοιαζε να αιωρείται πάνω από τα νερά του Αιγαίου. Ελλάδα και Τουρκία έβγαιναν από εκλογές που είχαν γίνει σχεδόν ταυτόχρονα και είχαν δώσει ισχυρές εντολές. Η πρώτη μετεκλογική συνάντηση των δυο φρέσκο-εκλεγμένων ηγετών είχε γίνει σε ασυνήθιστα καλό- δεδομένης της πρόσφατης προϊστορίας τους- κλίμα. Και ο Κ. Μητσοτάκης δήλωνε, σε μια συνέντευξη που έδωσε αμέσως μετά, αισιόδοξος πως «η Τουρκία φαίνεται έτοιμη για μια στροφή στην εξωτερική της πολιτική», όχι μόνον απέναντι στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αλλά και απέναντι στην Ελλάδα. Στις προγραμματικές δηλώσεις, άλλωστε, είχε αναφερθεί με θετικό τρόπο στην προοπτική διευθέτησης της ελληνοτουρκικής διαφοράς στο Δικαστήριο της Χάγης. «Δεν θα γυρίσουμε την πλάτη στην Ιστορία αν έχουμε την ευκαιρία να την διαμορφώσουμε», ήταν η φράση-κλειδί.
Το ροζ σύννεφο είχε τις σκιές του, βέβαια. Όχι μόνον τις γνωστές σκιές μιας δύσκολης ιστορίας. Αλλά και την σκιά της παγερής σιωπής με την οποία είχαν υποδεχθεί οι βουλευτές της πλειοψηφίας τις αναφορές για ελληνοτουρκικά και Χάγη – ενώ είχαν χειροκροτήσει με πάθος την υπόλοιπη πρωθυπουργική ομιλία, σε ένα κλίμα επινίκιας ευφορίας-. «Αν υποθέσουμε ότι η άλλη πλευρά είναι όντως έτοιμη να μπει στην συζήτηση και να την φθάσει έως εκεί, ως την Χάγη»- τον είχα ρωτήσει- «εμείς είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε»; Ή θα σας φρενάρει (το σκέφθηκα αλλά δεν το είπα) το σύνδρομο της Ζυρίχης και το Κόμμα που σας τραβά από το μανίκι; Η απάντησή του ήταν απαξιωτική για έναν «πατριωτισμό που εξαντλείται σε εύκολες κορώνες». Ο στόχος μου, είχε πει, δεν είναι απλώς να εξασφαλίσω μια παράταση των ήρεμων νερών. «Ο μεγάλος στόχος είναι να λύσουμε τον πυρήνα της διαφοράς».
Στους τριάντα μήνες που έχουν περάσει από τότε, τα «ήρεμα νερά» διατηρήθηκαν λίγο-πολύ, με ελαφρούς κυματισμούς. Μα η αισιοδοξία για επίλυση του «πυρήνα της διαφοράς» μοιάζει να έχει εξατμιστεί. Μια προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, που αναβάλλεται από μήνα σε μήνα, εδώ κι ένα χρόνο, ορίστηκε επιτέλους για τον ερχόμενο Φεβρουάριο. Μα το κλίμα έχει αλλάξει.
«Σήμερα»- είπε ο υπουργός των εξωτερικών στην Βουλή την Παρασκευή- «δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για τη συζήτηση αυτή διότι η Ελλάδα επιμένει και θα επιμένει εσαεί ότι υπάρχει ένα και μόνο ζήτημα και είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η Τουρκία θεωρεί ότι υπάρχουν παρελκόμενα ζητήματα, αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, άρα δεν μπορεί να γίνει συζήτηση».
Και ο πρωθυπουργός, λίγες ώρες αργότερα, είπε πάνω-κάτω τα ίδια: «Για να μπορούμε να συζητήσουμε για το θέμα αυτό, θα πρέπει η Τουρκία να αποστεί από μια σειρά διεκδικήσεων τις οποίες έχει βάλει στο τραπέζι τα τελευταία χρόνια, οι οποίες είναι παντελώς ανυπόστατες και οι οποίες δεν μπορούν ποτέ να αναγνωριστούν από καμία ελληνική κυβέρνηση».
Η αλλαγή στον τόνο είναι προφανής. Η προκαταβολική εγκατάλειψη των- πράγματι ανυπόστατων- «παρελκόμενων» θεμάτων από την πλευρά της Τουρκίας, θεωρείται τώρα προϋπόθεση για να αρχίσει καν η συζήτηση. Τέτοιος όρος δεν διατυπωνόταν το 2023.
Μα, έτσι κι αλλιώς, θα μπορούσε να γίνει τώρα ό,τι δεν έγινε τότε που οι δύο κυβερνήσεις περνούσαν, πολιτικά, τον μήνα του μέλιτος και το διεθνές κλίμα στην Ευρώπη και την Αμερική ήταν εντελώς διαφορετικό και πολύ πιο ευνοϊκό για μια προσέγγιση τύπου Ελσίνκι ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία; Η, αυτονόητη σχεδόν, απάντηση είναι όχι. Ζούμε την εποχή της Μεγάλης Αναστάτωσης, η διπλωματία και οι τρόποι της μοιάζουν, ξαφνικά, εκτός μόδας, οι τουρκικές προτεραιότητες έχουν σημαντικά διαφοροποιηθεί, η Ανατολική Μεσόγειος έχει κατεβεί πολλές θέσεις στην κλίμακα ενδιαφερόντων της Ευρώπης. Επιπλέον- και ίσως σημαντικότερο- η Ελλάδα βαδίζει προς την τελευταία φάση του εκλογικού της κύκλου, φάση που δεν ευνοεί πρωτοβουλίες και κάνει τις κυβερνήσεις να αποφεύγουν το πολιτικό ρίσκο.
Κι όμως. Ελλάδα και Τουρκία έχουν, παρ’ όλα αυτά, ένα (αλλά πολύ ισχυρό) κίνητρο να βάλουν τον πυρήνα της διαφοράς τους στο τραπέζι. Να βρουν μια μέθοδο διαλόγου. Ή, έστω, να υποκριθούν ότι την αναζητούν. Αν όχι ως μέθοδο επίλυσης, ως ξόρκι. Γιατί, αλλιώς, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να βρεθούν ξαφνικά μπροστά σε μια αμερικανική πρωτοβουλία μεσολάβησης. Τα ενεργειακά της περιοχής μας και η θέση της στον διάδρομο προς την Ινδία, την κάνει «ενδιαφέρουσα» για την σημερινή Ουάσιγκτον. Και όλοι πια, και εμείς και εκείνοι, έχουμε κάθε λόγο να ξορκίζουμε ως κίνδυνο ένα «ενδιαφέρον» του προέδρου Τραμπ.