Ιδιαίτερης σύλληψης αλλά και εκτέλεσης, οι «61 Πολαρόιντ»-φωτογραφικά στιγμιότυπα που αποτυπώνουν την συγκυρία αλλ’ επιτρέπουν στην στιγμή να αποκτήσει και βάθος, όμως και να παραμείνει διαθέσιμη (όσο κι αν με τον χρόνο απειλείται να ξεθωριάσει: όσοι εκτέθηκαν στην τεχνολογία Polaroid το γνωρίζουν καλά, αυτό το τελευταίο) – της Μικέλας Χαρτουλάρη, γνώριμης από το «Βιβλιοδρόμιο» των ΝΕΩΝ μέχρι και τις «Κεραίες της Εποχής» της ΕΡΤ, οδηγούν την περιπλάνηση του αναγνώστη σε πολλά και ενδιαφέροντα. Αποτελώντας μιαν αποτύπωση εκείνου που η ίδια αναφέρει ως «πολύπλοκη πραγματικότητα».
Την οποία πραγματικότητα αισθάνθηκε την ανάγκη (;), την ευκαιρία (;), το διάχυτο χρέος προς τον αναγνώστη (;) να αφουγκρασθεί, στην «σημερινή κρίσιμη στιγμή για την Ελλάδα με τα βαρίδια του χτες και τις προοπτικές του αύριο». Η ίδια, έχοντας «ανοιχτεί σε δύσκολα πεδία και διαβάσει όσο ίσως θα χρειάζονταν για ένα μεταπτυχιακό, αλλά αλλιώς», θεωρεί ότι αυτή την «σειρά από πολυπρισματικές εικόνες» τις οποίες αποτελούν οι 61 συνομιλίες που η μια – όντως -φωτίζει την άλλη, την παραδίδει στον χρόνο. Κάπως σαν οδηγό σ’ εκείνο που περιγράφει αναστοχαστικά ως νεοελληνική μας περιπέτεια.
Θαρρούμε ότι επιχείρησε, και μάλλον πέτυχε, κάτι βαθύτερο: μια σχεδόν ψυχαναλυτική βουτιά στην βιωμένη ελληνική συνθήκη. Την οποία ξαναείδαμε/επαναποσεγγίσαμε/αναλύσαμε με αφορμή τα 50χρονα της Μεταπολίτευσης αλλά και τους δυο αιώνες από το ξεκίνημα του ανεξάρτητου (καλά, μην υπερβάλλουμε! αλλ’ έτσι επικράτησε να αυτοσυστήνεται) Ελληνικού (και πάλιν ήπια διόρθωση: Ελλαδικού) Κράτους. Προσπαθώντας, με κάθε συνομιλητή/συνομιλήτρια από ένα ευρύτερο φάσμα φωνών – που ακόμη κι όταν ανήκουν σ’ εκείνο που λέμε «προσωπικότητες», τις καταφέρνει να αφιππεύσουν από τα ψηλά τους άλογα και να προσέρχονται σε έως και εξομολογητική συζήτηση /συν-ζήτηση – να δώσει μεν ένα κεντρικό αφήγημα, αλλά και να φωτίσει ερμηνείες και αναζητήσεις που παρεκκλίνουν από την κυρίαρχη άποψη.
Την βαφτίζει η Χαρτουλάρη αυτήν την προσέγγιση – ψέματα: Τη συλλογική και διασταυρωμένη προσέγγιση των «61» που κάλεσε, οι οποίοι/οι οποίες ανταποκρίθηκαν και την ακολούθησαν – «λοξή πατριδογνωσία». Και μάλιστα εν πολλοίς με την κατάθεση να γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Θα τολμούσαμε να προσθέσουμε ότι: Επιτρέπει την αναζήτηση συγκλίσεων εκεί που εκ πρώτης όψεως καταγράφονται διαφορές. Καλεί σε επανερμηνείες και, πιθανόν, σε κριτική ματιά του αναγνώστη στον καθρέφτη.
*** *** ***
Για να οργανώσει καλύτερα την προσέγγισή μας σ’ αυτήν την καλειδοσκοπική περιδιάβαση, η Χαρτουλάρη έχει χτίσει εννέα ενότητες με θεματική ομοιογένεια. (Ομοιογένεια σχετική, όχι στενά καθοδηγητική: Έτσι όπως εκτυλίσσεται ο λόγος των 61 προσερχομένων στην συζήτηση, οι θεματικές ενότητες συναντώνται, τέμνονται, αλληλοφωτίζονται: πώς τα ζητήματα ταυτότητας που ανασκάπτει ο Δημήτρης Τζιόβας στο πεδίο «Δημόσια και Ιδιωτικά» να μην συναντώνται με της Θάλειας Δραγώνα ή του Παντελή Μπουκάλα τις καταθέσεις στο πεδίο «Οι «άλλοι» και εμείς»; Ή πάλι η προσέγγιση του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν στην εποχή της πολυκρίσης να μην τέμνεται με την προσέγγιση Κωνσταντίνου Τσουκαλά «στο maelstrom όπου στροβιλίζεται «το φαινόμενο που ονομάζουμε «πολιτική»»;
Στη διάρθρωση που επιλέγεται από την οργανώτρια και συνάμα ερανίστρια καταθέσεων για την ελληνική περιπέτεια Μικέλα Χαρτουλάρη, έχει ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι το άνοιγμα και το κλείσιμο/αρχή και τέλος επιλέγεται να γίνει με την ματιά στραμμένη στο μέλλον: «Εκκίνηση με το πώς θα είναι η επόμενη μέρα;» σε λογική αγωνίας για το άμεσο αύριο στην πολιτική, στην κοινωνία και στα ΜΜΕ, με εισαγωγική την κατάθεση του Ηλία Νικολακόπουλου που αντηχεί από το παρελθόν με αναφορά στο ότι «αντιμετωπίζουμε σήμερα κάτι σαν απότομο τέλος πολιτισμού», αλλά και με προσεγγίσεις στο τι σήμαναν (και πώς λείπουν...) μορφές ηγέτη στην Ελλάδα ικανές για «ανάκτηση της αξιοπιστίας στην κοινωνία» .Ενώ το κλείσιμο επιστρατεύει «Παρόν, παρελθόν και μέλλον της Μεταπολίτευσης» με τον φακό στραμμένο στις πολλαπλές μετατοπίσεις της Ελλάδας σε ιδεολογικά, αξιακά και πολιτισμικά επίπεδα, με τον Κωστή Κορνέτη να πορεύεται σε αναζήτηση «επιτευγμάτων και ελλειμμάτων» της Μεταπολίτευσης, μαζί και με διστακτική αναζήτηση «ενός σοβαρού και ικανού πολιτικού προσωπικού στην χώρα», και τούτο την στιγμή που ο Αριστείδης Αντωνάς μιλά για την πραγματικότητα όπως αυτή βιώνεται στις διαδικτυακές πλατφόρμες με την ψευδή αίσθηση αυτονομίας που παρέχεται στον (δυτικό πάντως) άνθρωπο.
Ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα συναντά κανείς κατά σειράν επτά ακόμη θεματικές: «Οι «άλλοι» κι εμείς» με την οποία προσεγγίζονται τα καταγραφόμενα ως εθνικά θέματα. «Ιστορία-Ιστοριογραφία» που επιτρέπει, έτσι όπως επιχειρείται, να ξαναδούμε στερεότυπα και φίλτρα προσέγγισης της συλλογικής μας διαδρομής. «Πολιτικές και Πολιτικοί» ως εισαγωγή στην αναμέτρηση της κοινωνίας με την θεσμισμένη πολιτεία. «Πόλη-Δημόσιος χώρος-Πολυκρίση» που διερευνά το πώς οι κοινωνικές σχέσεις καθοδηγούνται (και) από τον διαμορφωμένο δημόσιο χώρο. «Δημόσια και Ιδιωτικά», με μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην πολιτισμική μήτρα των ανισοτήτων και το μετέωρο βήμα της συμπεριληπτικότητας. «Πρόοδος προς τα πίσω» με άλλα ερωτηματικά για τα φαινόμενα του αποκλεισμού και την εγγενώς αμφιλεγόμενη έννοια της «προόδου». τέλος, την θεματική «Η λογοτεχνία σηκώνει το γάντι», που επιχειρεί να στρέψει σε αισιόδοξη κατεύθυνση την λειτουργία της δουλειάς του συγγραφέα.
Συνοδεύσαμε την αναφορά των θεματικών ενοτήτων με μια δική μας συνοπτική περιγραφή-πρόταση: Η Μ. Χαρτουλάρη δίνει τον δικό της προσανατολισμό κάθε φορά, με την μορφή μιας πιο εκτεταμένης, πάντως συνεκτικής παραγράφου, που ασφαλώς θα βοηθήσει τον αναγνώστη προσανατολίζοντάς τον στα βήματά του. Άλλωστε εδώ βρίσκεται ένα πρόσθετο πλεονέκτημα των «61 Πολαρόιντ»: όχι απλώς δεν αποθαρρύνουν μιαν αποσπασματική ανάγνωση, αλλ’ αντιθέτως ίσως και να σπρώχνουν και προς αυτήν. Κάπως όπως οι σύγχρονοι επιμελητές πινακοθηκών ή μουσειολόγοι σε ενθαρρύνουν/καθοδηγούν να περιφερθείς και να επανέλθεις σε κάτι που σου κράτησε στο πρώτο πέρασμα την προσοχή. Να επισημανθεί επίσης ότι η προσέγγιση της Χαρτουλάρη δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπο κάτι σαν σειρά συνεντεύξεων: έχει κάθε φορά διαβάσει διεξοδικά καταθέσεις και/ή έργα ή φάσεις διαδρομής του κάθε συζητητή της. ενσωματώνει τοποθετήσεις τους από προηγούμενες ή παράλληλες καταθέσεις, κρατώντας μιαν αμεσότητα συχνά πρώτου προσώπου. ακόμη και τα βιογραφικά τους στοιχεία έχουν μια λογική σύνθεσης νωπογραφίας, όπου το πρόσωπο συνδέεται με την εποχή και με τον περίγυρο.
Όλα αυτά, δε, ενώ ακούγονται περίπλοκα δίνονται με μια γραφή ευχάριστη που σε καλεί να συνεχίσεις. Όχι απλή υπόθεση, αυτό, όταν έχεις μπροστά σου υλικό 700τόσων σελίδων (Οι τελευταίες 50 είναι σημειώσεις. Που, άμα το θέλει κανείς, ανοίγουν πρόσθετες ατραπούς ανάγνωσης στις λόχμες της δημόσιας συζήτησης – όση έχει απομείνει άξια αυτού του χαρακτηρισμού, δηλαδή πέραν του θορύβου).
*** *** ***
Εδώ, το ασφαλέστερο για τον συντάκτη αυτού του σημειώματος-πρότασης ανάγνωσης θα ήταν να ευχηθεί, απλώς, «καλή ανάγνωση» και να αποχωρήσει. Ωστόσο θα κάνουμε κάτι πιο παρακινδυνευμένο – και εξορισμού άδικο: Θα πούμε δυο παραπάνω λόγια για κάποιες από τις 61 Πολαρόιντ, που είτε από την στόχευσή τους, είτε από το ίδιο το κείμενο μας κράτησαν ιδιαίτερα την προσοχή. Λοιπόν:
Ο ίδιος δείχνει και προς την κατεύθυνση των συνεπειών από το μπόλιασμα της κεντρικής πολιτικής σκηνής με πρόσωπα από την Ακροδεξιά. Η διάσταση αυτή επισημαίνεται και από την Ρίκα Μπενβονίστε, με ευθεία αναφορά στο αντισημιτικό παρελθόν κομβικών προσώπων στην Κυβέρνηση αλλά και από την Θάλεια Δραγώνα όταν αυτή αναδεικνύει τις δυσκολίες που προέκυψαν για την διαπολιτισμική εκπαίδευση για την μειονότητα στην Θράκη.
Στο ίδιο πεδίο, ένα άλλο δίπολο – της Έφης Γαζή και του Κώστα Κωστή – εισφέρει εργαλεία προσέγγισης πλευρών «της ελληνικής περιπέτειας», του κυρίως τίτλου του βιβλίου. Η πρώτη, αναλαμβάνοντας λίγο τον ρόλο του παιδιού που φωνάζει «ο βασιλιάς είναι γυμνός!» αναδεικνύει το πώς η Ελλάδα ουδέποτε έζησε με ουσιαστική πολιτική ισοτιμία με τις χώρες του Ευρωπαϊκού πυρήνα – όσο κι αν η απόφαση του «ανήκειν» της, από την κορυφή των ηγεσιών και μέχρι την βάση της κοινωνίας, πορεύθηκε με βάση αυτήν ακριβώς την υπόθεση. Η πρόσδεση σε πολιτικά αντανακλαστικά αυταρχισμού και σε κοινωνικά συντηρητισμού έφερε εσωτερική καθήλωση, αλλά και εξιδανίκευση του Ευρωπαϊκού ανήκειν. Ο δεύτερος αναδιατυπώνει με πιο σύγχρονους όρους την δυσπιστία με την οποία προσεγγίζεται στην Ελλάδα η επιχειρηματικότητα (ευρύτερα: «Οι οργανισμοί που παράγουν πλούτο»), και τούτο σε συνδυασμό με την αυτοπαγίδευση σε ένα κρατοκεντρικό μεν υπόδειγμα, που ωστόσο δεν προχωράει στις τομές και τους μετασχηματισμούς που επαγγέλλεται.
Ενώ στο δίπολο Αλέκου Λεβίδη (ζωγράφου) και Μαρίας Τσαντσάνογλου (ιστορικού της Τέχνης) βρίσκει κανείς ενός είδους έκκληση για αναζήτηση στην τέχνη διεξόδων από την παραίτηση, που την φέρει η εποχή. Δεν είναι απλό/δεν είναι εύκολο να κινηθεί κανείς στην κόψη ανάμεσα στην αποφυγή της παγίδας της ελληνικότητας και την αξιοποίηση της παράδοσης, ούτε να ζήσει την συνειδητοποίηση ότι «το ψηφιακό μουσείο ήρθε για να μείνει». Όμως η ξενάγηση από έναν εικαστικό και μια ιστορικό που μετείχε στην παραλαβή της Συλλογής Κωστάκη έχει το δικό της ενδιαφέρον.
Από την ευθύνη της Εθνικής Βιβλιοθήκης σήμερα, αλλά με μακρά θητεία στην Μέση Εκπαίδευση και στράτευση στον χώρο του βιβλίου, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης συνεισφέρει κάτι που θα φανεί απροσδόκητο – πλην όσων γνωρίζουν την βαθύτερη σχέση που διατηρεί με τα της Εκκλησίας – διατυπώνοντας σκέψεις για τον πολιτικό ρόλο που άσκησε στην Ελληνική περιπέτεια μια Εκκλησία που «είναι κοντόφθαλμη και δίνει μάχες εξαρχής χαμένες». Και τούτο σε μια εποχή που πολλοί άνθρωποι βρίσκονται σε αναζήτηση μιας νέας αγκύρωσης στην πνευματικότητα. Ενώ η Κατερίνα Μάτσα φέρνει τον αναγνώστη στην βίαιη και σιωπηλή συνάμα πραγματικότητα της πορείας προς τα πίσω για την αντιμετώπιση των τοξικοεξαρτημένων ατόμων. Μπορεί ήδη ο τίτλος της συνεισφοράς της «Η πιο προσοδοφόρα επιχείρηση μετά το εμπόριο όπλων» να σοκάρει, όμως η – συνειδητή πλέον – αγνόηση από την επίσημη πολιτική των πολλών και σύνθετων διαστάσεων του φαινομένου, από την κοινωνική/οικονομική μέχρι την οικογενειακή και ψυχική, «βοηθάει» στην οπισθοχώρηση των υπηρεσιών αρπαγής/ψυχικής υγείας. Μέσα από μια γραφειοκρατική ομογενοποίηση κοινωνικά δικαιωμένων προσπαθειών δεκαετιών για την απαλλαγή ανθρώπων από τα δεσμά της εξάρτησης, γίνεται άλλο ένα βήμα προς τα πίσω.
...όμως με την Μάρω Δούκα να αντιπαρατίθεται (κοντά στα 80 της) με μια «πολιτική ορθότητα κενή περιεχομένου» και να αναστοχάζεται το τι άφησε πίσω η κρίση παγιδεύοντας κοινωνικές ομάδες σε αντιλήψεις που καθοδηγούνται από πολιτικές παροχών την ίδια στιγμή που η ένταξη στην Αριστερά δοκιμάζεται ως στάση ζωής, η φλόγα δείχνει να αρνείται να σβήσει. Και τούτο ενώ ο (38χρονος) Χρήστος Χρυσόπουλος, στέκεται στο πώς ο συγγραφέας αναγνωρίζει μιαν ευθύνη απέναντι στα σημερινά πολιτικά ζητήματα, αποτυπώνει την ανάγκη «να βρεθείς στην θέση κάποιου άλλου, κάποιου «έτερου»». Και τούτο, αντιτιθέμενος την λογική ενός δημιουργού ο οποίος ανθεί στην ιδιώτευση. Από την δική της πλευρά, η Βασιλική Πέτσα αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα την λογοτεχνική προσέγγιση του «διαφορετικού» λόγω της παγίδας που μπορεί να αποτελέσει ο μελοδραματισμός, ενώ αντιθέτως δίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ανάγνωση του στίγματος της νεολαίας/της «γενιάς του 2008», της μνήμης ημερών Γρηγορόπουλου που «τσάκισε η κρίση [...] απόλυτος εφησυχασμός από την μία, απόλυτη /εθελουσία περιθωριοποίηση από την άλλη». Για την οποία καλείται η ουτοπία της λογοτεχνίας να ανοίξει(;) σχισμές.
Από τον χώρο δε των εκδοτών, ο Σταύρος Πετσόπουλος της «Άγρας» έρχεται να ξαναθυμίσει την «αέναη γιορτή» της πρώτης δεκαετίας της Μεταπολίτευσης για να περιγράψει εν συνεχεία την δύσκολη προσγείωση σε ένα εξελισσόμενο «συντηρητισμό των ιδεών». Επαναφέρει την συζήτηση στην «μεγάλη άρνηση ως παγκόσμιο φαινόμενο» , ξεκινώντας από την Αμερική και διαχεόμενη στην Ευρώπη. «Ζούμε σ’ ένα γύρισμα της εποχής, με «νέες» ή και πολύ παλιές νοοτροπίες να κυριαρχούν. Βρισκόμαστε και πολιτικά και πολιτισμικά στον αστερισμό του συντηρητισμού [...]. Υπάρχουν ευτυχώς και οι ανάσες ζωής και σκέψης, που απ’ αυτές κρατιόμαστε.
*** *** ***
Δεν ξέρουμε πόση απ’ όσους προσήλθαν στην ανάγνωση αυτού του διαδικτυακού κειμένου άντεξαν να φθάσουν έως εδώ. Αλλά θα το επαναλάβουμε: καλή ανάγνωση των «61 Πολαρόιντ».