Μια πικρή επικαιρότητα την έχει αυτή η βουτιά στην ιστορία που αποτελεί η σχολιασμένη παρουσίαση υλικού – κυρίως «Δελτίων Πληροφοριών» των μυστικών υπηρεσιών στην κορύφωση του Κυπριακού με τον Αττίλα «το μοιραίο καλοκαίρι του 1974» (η διατύπωση από τον Πρόλογο Αλέξη Παπαχελά) – όπως την εισφέρει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος. Διότι πέρα από το «καθήκον μνήμης», που στην Ελλάδα συχνά το έχουμε παραμερίσει αρκετά αμέριμνα, υπάρχει σήμερα (α) η επικαιρότητα του μέχρι πού μπορεί να φθάσει η δράση των μυστικών υπηρεσιών σε μια χώρα επιρρεπή στην αυτονόμηση μηχανισμών «σε βάρος του [...] μέχρι πρότινος ενιαίου συνωμοτικού μηχανισμού όσο και του κρατικού μηχανισμού» (β) η σειρά δρομολογούμενων εξελίξεων στο Κυπριακό και στα ΕλληνοΤουρκικά, που πάντα έχουν την ρίζα τους στο παρελθόν αλλά πορεύονται με βάση όχι-πάντα-διαφανείς σημερινές εκτιμήσεις καταστάσεων.
Ήδη μια πολύτιμη αποστροφή του λόγου του Σακελλαρόπουλου στις εισαγωγικές του παρατηρήσεις στην σχολιασμένη έκδοση αποχαρακτηρισμένων απόρρητων της ΚΥΠ για την Κυπριακή τραγωδία την στιγμή που αυτή εκτυλισσόταν, δείχνει προς μια κατεύθυνση της σημασίας που προσλαμβάνει ένα τέτοιο εγχείρημα. Οι αναφορές των μυστικών υπηρεσιών υπό μορφή Δελτίων Πληροφοριών – αναφορές αποπροσωποποιημένες, με έμμεσες προειδοποιήσεις ή/και προβολές των επερχομένων – μας δείχνουν «που εστιάζεται το ενδιαφέρον του Κράτους που παρακολουθεί». Και μάλιστα, παρά τις προωθημένες λεπτομέρειες που συχνά περιλαμβάνουν τα εν λόγω έγγραφα «ισχύει η πάγια τακτική της μη ονομαστικής αναφοράς σε πηγές και σε πληροφοριοδότες»...
Γιατί την καταγράφουμε, αυτήν την διάσταση ευθύς εξαρχής; Επειδή αυτή η δουλειά επίμονου κηπουρού του Τάσου Σακελλαρόπουλου, που έρχεται βέβαια μετά την απόφαση της ίδιας της ΕΥΠ να αποχαρακτηρίσει αυτά τα έγγραφα του τρομερού καλοκαιρού του 1974, ασφαλώς και έρχεται να προστεθεί στα θεμελιακά διδάγματα από την ελλαδική συμμετοχή στην Κυπριακή τραγωδία. Δηλαδή στην προδοσία της Κύπρου: Η έκφραση «προδοσία» μπορεί να μην ανταποκρίνεται σε μιαν αποστασιοποιημένη προσέγγιση ιστορικού, πλην όμως αληθινά σημάδεψε την πορεία της Μεταπολίτευσης. Πώς; Αποκλείοντας κάθε πειρασμό για εφεξής ανάμειξη του Στρατού στην πολιτική λειτουργία, όπως κατ’ επανάληψιν είχε συμβεί σε όλες τις προηγούμενες φάσεις της ιστορικής διαδρομής της Ελλάδας. Η προδοσία, αλλά και η αναγωγή της στην εθνικοφροσύνη και τον ιδεολογικό της περίγυρο: Όταν έχεις οδηγήσει σε μια ήττα, δύσκολα επανέρχεσαι σε ρόλο πολιτικό, το είχαμε δει αυτό ήδη με την Μικρασιατική Καταστροφή. Όταν όμως η ήττα αυτή – έστω και με ανθρώπινο κόστος «κείμενο μακράν», δηλαδή εν προκειμένω στην Κύπρο – είναι συνέπεια (και) ιδεολογικής αυτοτύφλωσης στην συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών, όπως επί Χούντας των Αθηνών, τότε η περιέλευση στο περιθώριο είναι ακόμη πιο απόλυτη. Βέβαια... ο χρόνος σβήνει τις μνήμες.
Έτσι λοιπόν που ζήσαμε σε εντελώς πρόσφατη στροφή της πολιτικής μας διαδρομής την ζωηρή επανεμφάνιση των παρακολουθήσεων από πλευράς μυστικών υπηρεσιών – διότι μπορεί η λειτουργία ως ΕΥΠ, με την αναβάπτιση μάλιστα σε «Εθνική» από το 1986 και μετά, να θεωρείται ότι επενεργεί ως λήθη ενός επιβαρυμένου παρελθόντος, ή πάλι μπορεί η εισαγγελική εποπτεία των παρακολουθήσεων να θεωρείται ότι δίνει κάλυψη νομιμότητας, ή ακόμη-ακόμη ο άμεσα υπαγωγή στον Πρωθυπουργό ότι σηματοδοτεί (λέμε τώρα....) πολιτικό έλεγχο/ευθύνη – όμως οι παλιές συνήθειες δεν χάνονται. Με τίποτε. Η δε διατύπωση και μόνον της κορυφής της Δικαιοσύνης περί «αναντίλεκτου» της αρχειοθέτησης της πολύκροτης υπόθεσης των παρακολουθήσεων/υποκλοπών δείχνει ότι, αν μη τι άλλο, η λειτουργία «σε κλειστό σύστημα» άρνησης ελέγχου, μαζί και με την μη-συμμόρφωση σε απόφαση του ΣτΕ για κοινοποίηση των αιτίων και αποτελεσμάτων της παρακολούθησης στο θύμα (μέχρι σημείου έντονου ενδιαφέροντος του ΕΔΔΑ), όλα αυτά επανεγκαθιστούν παλιά αντανακλαστικά...
Με την καθοδήγηση του λιτού, αλλά ευθύβολου σχολιασμού του Τάσου Σακελλαρόπουλου, η ανάγνωση των διαδοχικών Δελτίων Πληροφοριών δείχνει δυο κυρίως πράγματα: Αφενός ότι υπήρχε αντίληψη της επερχόμενης καταστροφής της τουρκικής εισβολής, με βάση μάλιστα την διαφανέστατα διαφαινόμενη προσπάθεια ανατροπής του Μακαρίου. αφετέρου ότι οι πληροφορίες των σχετικών Δελτίων είναι αυτοκαθοδηγούμενες προς ένα συμπέρασμα, εκείνο της επιβεβαίωσης μιας αποφασισμένης και ιδεολογικά ριζωμένης πολιτικής. Παρά την ψυχραιμία του ιστορικού, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την ένταση του Σακελλαρόπουλου όταν παρατηρεί ότι στα εν λόγω Δελτία «δεν καταγράφεται η Ελλαδική ικανότητα μόνο στην συνωμοσία και όχι στον πόλεμο», πλην γίνεται και πρόδηλα αντιληπτή «η καταστροφικότητα της συνωμοσίας και της στρατιωτικής παρέμβασης στην δημοκρατία». Κι αν η στρατιωτική παρέμβαση μπορεί να ελπίζει κανείς ότι ανήκει πλέον στις μνήμες ενός σκοτεινού μεν, παρελθόντος δε, η καταστροφικότητα της συνωμοσίας – και του εναγκαλισμού της πολιτικής με την συνωμοσία, θα προσθέταμε - καλό θα ήταν να κρατηθεί ως ζωντανή προειδοποίηση.
Μην παραλείψει ο αναγνώστης που αποφασίσει να αναμετρηθεί με τον ογκώδη αυτό τόμο με τα Δελτία Πληροφοριών της ΚΥΠ με ιχνηλάτη τον Τ. Σακελλαρόπουλο να επισκεφθεί και τις σελίδες που περιλαμβάνουν υλικό από το προσωπικό αρχείο του απόστρατου αντιστράτηγου Γεωργίου Τσουμή, που είχε υπηρετήσει στην ΚΥΠ στην Κύπρο. (Το υλικό αυτό εισέφερε ο επίτιμος πρέσβης και διατελέσας Διοικητής της ΕΥΠ επί Κ. Σημίτη και Κώστα Καραμανλή, Παύλος Αποστολίδης, στον οποίο το είχε εμπιστευθεί ο Τσουμής, με την άδεια να δημοσιοποιηθεί μετά τον θάνατό του. Στον Π. Αποστολίδη οφείλουμε άλλωστε και το «Μυστική Δράση: Υπηρεσίες Πληροφοριών στην Ελλάδα»/2014, στου Παπαζήση).
Με το υλικό αυτό του αρχείου Τσουμή – και την σχολίασή του – φωτίζονται κι άλλες πλευρές από την ανεύρεση και την εκτίμηση πληροφοριών σχετικά με την στάση και τις προθέσεις των Δυνάμεων – κυρίως δε των ΗΠΑ – απέναντι στο Κυπριακό, ή πάλι την αξιολόγηση των ενδοκυπριακών εντάσεων, και μέχρι το κλίμα κατά τη διάρκεια του χουντικού πραξικοπήματος και του Μακαρίου. Με κορύφωση στις αναφορές για την όποια στάση των κλιμακίων της ΚΥΠ στην Κύπρο (Λευκωσία και Κερύνεια) αλλά και της Εθνικής Φρουράς κατά την διάρκεια της τουρκικής εισβολής. Ως κατακλείδα, η χλωμή αναζήτηση ευθυνών μετά την Μεταπολίτευση όπως αναφέρεται ότι επιχειρήθηκε με την υπηρεσιακή (από την διεύθυνση Κυπριακού του Αρχηγείου των Ενόπλων Δυνάμεων, 14 Νοεμβρίου 1974) εντολή για υποβολή «εκθέσεων επί των λαβόντων γεγονότων εν Κύπρω», με την επιμελημένη διευκρίνηση ότι η εν λόγω έκθεση του κάθε υποχρέου «θα είναι αφηγηματική, ως αντελήφθητε τα γεγονότα [...] δεν έχει σκοπό να καταλογίσει ευθύνας».
Από χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη είναι το «Όλβιος όστις της ιστορίης έσχε μάθησιν». Η περιδιάβαση στην δουλειά που προσφέρει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος θα μπορούσε κάλλιστα να το έχει αυτό το απόσπασμα ως προμετωπίδα. (Ο Κωστής Γεωργουσόπουλος το απέδιδε, ελεύθερα, ως «Καλότυχος όποιος εκτέθηκε στην γνώση της Ιστορίας»).