Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια εικόνα που, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ενθαρρυντική. Η οικονομία αναπτύσσεται, η ανεργία μειώνεται, η δημοσιονομική σταθερότητα έχει αποκατασταθεί και οι διεθνείς αγορές μάς κοιτούν πια χωρίς καχυποψία. Κι όμως, πίσω από αυτή την εικόνα, ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα διευρύνεται: Δύο στους τρεις πολίτες δηλώνουν ότι αισθάνονται οικονομικά ευάλωτοι. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας βιώνει την καθημερινότητα ως μόνιμη επισφάλεια. Ότι δουλεύει, αλλά δεν προχωρά. Ότι η χώρα πάει μπροστά, αλλά εκείνοι μένουν πίσω, χωρίς προοπτική και δυνατότητα συμμετοχής με αξιοπρέπεια στην κοινωνική ζωή.
Δεν πρόκειται για ψευδαίσθηση. Πρόκειται για το κεντρικό παράδοξο της ελληνικής οικονομίας σήμερα: Ανάπτυξη χωρίς ευημερία και αίσθηση προόδου, εισοδήματα χωρίς ασφάλεια, μεγέθυνση χωρίς κοινωνική συνοχή. Ένα είδος συλλογικής ασυμφωνίας ανάμεσα στους δείκτες και στην εμπειρία της καθημερινότητας.
Η δημόσια συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο απλουστεύσεις: Από τη μία, μια αυτάρεσκη αφήγηση επιτυχίας· που προβάλλει τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών ως απόδειξη ότι «η χώρα γύρισε σελίδα». Από την άλλη, μια ισοπεδωτική καταστροφολογία, που αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι έχουν συντελεστεί πραγματικές αλλαγές. Και οι δύο αφηγήσεις είναι βολικές - και οι δύο, όμως, ελλιπείς.
Ναι, η οικονομία έχει ανακάμψει σε σύγκριση με το σοκ της προηγούμενης δεκαετίας. Όχι, αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης. Το πρόβλημα δεν είναι πια η κατάρρευση, είναι η ποιότητα της ανόρθωσης.
Η σύγκριση με το 2008-9, συχνή στον δημόσιο λόγο, είναι παραπλανητική. Το ΑΕΠ, η παραγωγικότητα και οι επενδύσεις είναι σήμερα, ακόμη χαμηλότερα από το 2008. Η τότε οικονομία, ωστόσο, στηριζόταν σε μια εκτεταμένη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική φούσκα, η οποία αναπόφευκτα κατέρρευσε. Συνεπώς, η νοσταλγία για εκείνη την περίοδο δεν αποτελεί σοβαρό σημείο αναφοράς, εκτός αν υποστηριχθεί ότι εκείνα τα επίπεδα επενδύσεων, ΑΕΠ, παραγωγικότητας, αμοιβών κ.ο.κ. ήταν υγιή και βιώσιμα και όχι προϊόν του υπερδανεισμού. Οι μέσοι όροι της 15ετίας, επίσης, ελάχιστα πράγματα αποδεικνύουν για τον απλό λόγο ότι «τσουβαλιάζουν» εντελώς ανόμοιες καταστάσεις.(1) Το να λέμε ότι μεταξύ 2008 και 2024 ο ΜΕΡΜ του ΑΕΠ ήταν -1,6% δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι, από το 2014 και μετά, υπήρξε ουσιαστική βελτίωση σε κρίσιμους τομείς: Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν εντυπωσιακά ταχύτερα από το ΑΕΠ - και από τα τουριστικά έσοδα - το ίδιο και η μεταποίηση αν και από πολύ χαμηλή βάση, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό αυξήθηκαν δυναμικά. Η διεθνής ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε σημαντικά ενώ ακόμη και το αγροδιατροφικό ισοζύγιο πέρασε σε πλεόνασμα. (2) Ενώ, το «προβληματικό» εμπορικό έλλειμμα οφείλεται, κατά βάση, στο πλεόνασμα υπηρεσιών και κεφαλαίων. (3).
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το έλλειμμα καθαυτό, αλλά η προέλευση των εισροών κεφαλαίου - ενθυμούμαστε το δημόσιο δανεισμό που οδήγησε στη χρεωκοπία - και σε τι χρήσεις κατευθύνονται, δηλ. η κατανομή και αξιοποίηση των πόρων. Παράλληλα, η χώρα κατέγραψε τη τελευταία 10ετία πρωτογενή πλεονάσματα - κατά μέσο όρο 1,1% του ΑΕΠ ή 2,4% αν δεν υπολογίσουμε τα 2 χρόνια της πανδημίας - και αποκλιμάκωση του χρέους. Παρά την κυβερνητική επιλογή αφειδούς διανομής οριζόντιων επιδομάτων και επιχορηγήσεων αντί της ελάφρυνσης της έμμεσης φορολογίας.
Με άλλα λόγια, το αφήγημα ότι η Ελλάδα «δεν παράγει τίποτα» δεν ευσταθεί. Η σημερινή οικονομία είναι αναμφίβολα πιο υγιής. Μετατοπίζεται, αργά αλλά σταθερά, προς ένα πιο εξωστρεφές πρότυπο - το νέο παραγωγικό μοντέλο εξαγωγών, επενδύσεων, βιομηχανίας, ανταγωνιστικότητας, που ευαγγελίζονται από κοινού εγκωμιαστές και καταστροφολόγοι - με δημοσιονομική πειθαρχία. Και όμως, το κοινωνικό αίσθημα παραμένει ζοφερό.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η οικονομία είναι καλύτερη από το χθες, αν αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο ή αν υπάρχει ανάπτυξη, ούτε στο τι παράγεται. Αλλά στο πώς και για ποιους λειτουργεί η μετά-την-κρίση ανάπτυξη, αν είναι αρκετά καλή για το αύριο.
Η απάντηση βρίσκεται στην ποιότητα των επιχειρήσεων, των θέσεων εργασίας και στη λειτουργία των θεσμών. Η ελληνική οικονομία αδυνατεί να δημιουργήσει επαρκή αριθμό παραγωγικών επιχειρήσεων και καλών θέσεων εργασίας - με αξιοπρεπείς αμοιβές, προοπτική εξέλιξης και στοιχειώδη ασφάλεια. Και αυτό δεν οφείλεται ούτε στο παραγωγικό μοντέλο και στην κλαδική διάρθρωση, ούτε στην έλλειψη προσπάθειας, επιχειρηματικότητας ή ταλέντου και ανθρώπινου κεφαλαίου. Το πρόβλημα είναι η κατανομή των πόρων, ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούνται και οι θεσμοί που καθορίζουν αυτές τις αποφάσεις.
Υπερβολικά μεγάλο μέρος του κεφαλαίου διοχετεύεται σε επιχειρήσεις χαμηλής απόδοσης ή σε επιχειρήσεις που επιβιώνουν χάρη σε ρυθμιστικά προνόμια και πολιτικές διασυνδέσεις. Αντίθετα, δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό και πραγματικό αναπτυξιακό δυναμικό συχνά αποκλείονται από τη χρηματοδότηση, πνίγονται στη γραφειοκρατία ή αποθαρρύνονται από την αναποτελεσματική διακυβέρνηση, την αδιαφάνεια και την αβεβαιότητα των κανόνων.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που επιβραβεύει τη διασύνδεση περισσότερο από την παραγωγικότητα. Μέρος από τα ευρωπαϊκά κονδύλια αν είχαν αξιοποιηθεί στοχευμένα σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, η ανάπτυξη θα μπορούσε να ενισχυθεί κατά 1,5 έως 2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως, δηλαδή το σωρευτικό ΑΕΠ της περιόδου 2021-2027 θα μπορούσε να αυξηθεί κατά επιπλέον 40 έως 50 δισεκατομμύρια ευρώ.
Όταν το κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός διευθετήσεων, οι πόροι δεν κατευθύνονται στις πιο παραγωγικές χρήσεις. Κατευθύνονται στις πιο «συνδεδεμένες». Δημόσιες δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις και ρυθμιστικά προνόμια δεν κατευθύνονται εκεί όπου θα μεγιστοποιούσαν τη μακροχρόνια ανάπτυξη, αλλά εκεί όπου εξυπηρετούν βραχυπρόθεσμες πολιτικές συμμαχίες. Σε τέτοιο περιβάλλον, η παραγωγική επένδυση καθίσταται λιγότερο ελκυστική από την πρόσοδο. Γιατί να επενδύσει κανείς σε έρευνα, δεξιότητες ή εξαγωγές, όταν μπορεί να εξασφαλίσει κέρδη μέσω ρυθμιστικής προστασίας, κρατικών συμβάσεων ή ακινήτων; Η οικονομία, έτσι, δεν επιβραβεύει τον πιο καινοτόμο ή παραγωγικό, αλλά τον πιο δικτυωμένο.
Όταν η οικονομία στερείται καλής διακυβέρνησης και ισχυρών, ανεξάρτητων και αποτελεσματικών θεσμών, παράγει λιγότερη αξία ανά ώρα εργασίας και ανά ευρώ κεφαλαίου, δημιουργεί λιγότερες παραγωγικές επιχειρήσεις και καλές θέσεις εργασίας απ’ όσο θα μπορούσε.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι σοβαρές, μακροπρόθεσμες επενδύσεις αποθαρρύνονται, ενώ ευνοούνται δραστηριότητες χαμηλού ρίσκου και χαμηλής κοινωνικής απόδοσης. Δεν είναι τυχαίο ότι το 25% των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης θα παραμείνει αναξιοποίητο λόγω έλλειψης σοβαρών επενδυτικών σχεδίων.
Η πελατειακή πολιτική και οι αδύναμοι θεσμοί στην Ελλάδα δεν αποτελούν απλώς ηθικό ή πολιτικό πρόβλημα, επιβάλλουν ένα σαφώς μετρήσιμο οικονομικό κόστος. Μεταφράζονται σε υψηλότερες τιμές, χαμηλότερη ποιότητα υπηρεσιών, βραδύτερη ανάπτυξη και συμπιεσμένους μισθούς. Η ουσία της μεταρρύθμισης, συνεπώς, δεν βρίσκεται στα μέτρα εντυπωσιασμού, αλλά στην αποκατάσταση των θεμελίων της θεσμικής εμπιστοσύνης: διαφάνεια, αποτελεσματική διακυβέρνηση, απλοί και προβλέψιμοι κανόνες, ουσιαστικός έλεγχος της διαφθοράς. Ακόμη περισσότερο όταν η δημογραφική παρακμή και η υπογεννητικότητα συμπλέουν με την κλιματική αλλαγή, το βουνό του χρέους, τις ασταθείς αγορές ενέργειας και την αβεβαιότητα να καθίσταται δομικό χαρακτηριστικό του παγκόσμιου συστήματος.
Μόνο μέσα από αυτή τη στροφή μπορεί η χώρα μας να κατευθύνει το κεφάλαιο στις πιο παραγωγικές του χρήσεις, να απελευθερώσει το λανθάνον δυναμικό των επιχειρήσεών της και να δημιουργήσει καλές θέσεις εργασίας. Διαφορετικά, η χώρα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια «ανάπτυξη χωρίς ευημερία»»: θετικούς δείκτες, αλλά κοινωνική στασιμότητα, δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά διάχυτη ανασφάλεια και αίσθηση αδιεξόδου, υπονομεύοντας όχι μόνο το εισόδημα και τους θεσμούς, αλλά και την ίδια τη δημοκρατία.
(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Οικονομολόγος, Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ