ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΘΕΜΑ

Τί είναι και τί προσφέρει η «βαθιά ανάπαυση» -το αντίθετο του στρες

Κάθε νέο έτος συνοδεύεται από έναν καταιγισμό συμβουλών υγείας που ζητούν από τους ανθρώπους να κάνουν «περισσότερα»: περισσότερη άσκηση, καλύτερη διατροφή. Μια νέα, αναδυόμενη επιστημονική προσέγγιση προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό και, ίσως, πιο εύκολο: Όχι περισσότερη προσπάθεια, αλλά βαθύτερη ξεκούραση.

Οι ερευνητές μιλούν για μια ιδιαίτερη φυσιολογική κατάσταση που ονομάζεται «βαθιά ανάπαυση» (deep rest). Δεν πρόκειται απλώς για χαλάρωση, αλλά για μια συνολική μετατόπιση του οργανισμού – νευρικού, ορμονικού και ανοσοποιητικού συστήματος – σε μια κατάσταση όπου το σώμα και ο εγκέφαλος «συμφωνούν» ότι όλα είναι ασφαλή. Είναι, με άλλα λόγια, το ακριβώς αντίθετο του στρες.

Η σημασία της γίνεται πιο σαφής σε αντιπαράθεση με το χρόνιο στρες. Η σύγχρονη ζωή, με οικονομικές πιέσεις, εργασιακή ανασφάλεια και συνεχή έκθεση σε παγκόσμιες κρίσεις μέσω της τεχνολογίας, κρατά πολλούς ανθρώπους σε μια μόνιμη κατάσταση συναγερμού. Επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ακόμη και ένα σύντομο επεισόδιο ψυχολογικού στρες μπορεί να αυξήσει την ενεργειακή κατανάλωση του σώματος έως και 67%. Σε χρόνιο επίπεδο, αυτή η διαρκής ενεργοποίηση επιταχύνει τη γήρανση, αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών και ψυχικών παθήσεων και συνδέεται με γενικευμένη κόπωση.

Το πρόβλημα, όπως εξηγούν νευροεπιστήμονες, σχετίζεται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος ρυθμίζει το σώμα μέσω της λεγόμενης αλλοστασίας: Μιας διαδικασίας πρόβλεψης και προσαρμογής στις πιθανές απειλές. Όταν αυτή η κατάσταση παρατείνεται, ο οργανισμός «θυσιάζει» λειτουργίες όπως η πέψη, η αναπαραγωγή και η κυτταρική επιδιόρθωση, προκειμένου να είναι διαρκώς έτοιμος για κίνδυνο που, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έρχεται ποτέ.

Η βαθιά ανάπαυση λειτουργεί ως αντίβαρο. Πρακτικές όπως ο διαλογισμός, η προσευχή, η γιόγκα, το τάι τσι ή το τσιγκόνγκ φαίνεται ότι μειώνουν τις ενεργειακές απαιτήσεις του σώματος, ενισχύοντας το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα – το σύστημα «ανάπαυσης και πέψης». Κοινός παρονομαστής αυτών των πρακτικών είναι συχνά η αργή, βαθιά αναπνοή, περίπου έξι αναπνοές το λεπτό, η οποία στέλνει ισχυρά σήματα ασφάλειας στον εγκέφαλο.

Η έρευνα δείχνει ότι σε καταστάσεις τέτοιας βαθιάς ξεκούρασης μειώνεται ο καρδιακός ρυθμός, η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα ορμονών του στρες, ενώ απελευθερώνεται ενέργεια για αποκατάσταση και επιδιόρθωση του οργανισμού. Μελέτες έχουν καταγράψει ακόμη και σημαντική μείωση του βασικού μεταβολισμού σε άτομα που ασκούν συστηματικά τέτοιες πρακτικές.

Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η κοινωνική σύνδεση. Η ανθρώπινη επαφή, η αίσθηση υποστήριξης και ακόμη και το απαλό, αργό άγγιγμα μπορούν να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς που ενισχύουν την αίσθηση ασφάλειας και μειώνουν το στρες. Για τον εγκέφαλο, η παρουσία αξιόπιστων «συμμάχων» αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ενεργειακής ισορροπίας.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική συνταγή για τη βαθιά ανάπαυση. Για κάποιους, ο διαλογισμός είναι λυτρωτικός· για άλλους, αγχωτικός. Το ζητούμενο είναι να βρει κανείς τι τον κάνει να νιώθει ήρεμος, ασφαλής και «επαρκής» στο παρόν. Ο ύπνος παραμένει η πιο πλήρης μορφή βαθιάς ξεκούρασης.

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!