Η ιδέα ότι «είμαστε ό,τι τρώμε» δεν αφορά μόνο τη σωματική υγεία, αλλά και την ψυχική κατάσταση. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει όλο και πιο καθαρά ότι η διατροφή επηρεάζει τη διάθεση, τη γνωστική λειτουργία και την ψυχική ανθεκτικότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο, αναδυόμενο κλάδο: τη διατροφική ψυχιατρική.
Η σχέση τροφής και διάθεσης είναι άμεσα αισθητή. Ένα καλό γεύμα αυξάνει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και προκαλεί την απελευθέρωση ενδορφινών, δημιουργώντας αίσθημα ευεξίας. Όμως η επίδραση είναι και βαθύτερη.
Οι ζωικές πρωτεΐνες περιέχουν απαραίτητα αμινοξέα, όπως η τυροσίνη και η τρυπτοφάνη, που είναι δομικά στοιχεία νευροδιαβιβαστών όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, ουσίες καθοριστικές για την αίσθηση ευχαρίστησης και τη ρύθμιση της διάθεσης.
Τα λαχανικά και τα φρούτα προσφέρουν βιταμίνες και ιχνοστοιχεία απαραίτητα για τη λειτουργία του εγκεφάλου, ενώ ελλείψεις σε ουσίες όπως το φυλλικό οξύ ή η βιταμίνη C έχουν συνδεθεί με καταθλιπτικά συμπτώματα.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αν και αποτελεί μόλις το 2% του σωματικού βάρους, καταναλώνει περίπου το 20% της ενέργειας του οργανισμού. Για να λειτουργήσει σωστά απαιτεί έναν πολύπλοκο συνδυασμό βιταμινών και μετάλλων. Η επιστήμη προσπαθεί ακόμη να χαρτογραφήσει με ακρίβεια ποιες θρεπτικές ουσίες επηρεάζουν την ψυχική υγεία και πώς. Τα δεδομένα συγκλίνουν σε ορισμένα συμπεράσματα.
Δίαιτες όπως η μεσογειακή, πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια και δημητριακά ολικής άλεσης, και φτωχή σε επεξεργασμένα τρόφιμα και κορεσμένα λιπαρά, συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης, άνοιας και εγκεφαλικών. Αντίθετα, η συστηματική κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων, ζαχαρούχων και τηγανητών τροφών φαίνεται να αυξάνει τη φλεγμονή στον εγκέφαλο και να επιβαρύνει την ψυχική υγεία.
Η αυξανόμενη δημοτικότητα των συμπληρωμάτων διατροφής αντανακλά τις ελλείψεις των σύγχρονων διατροφικών προτύπων. Ωστόσο, η αγορά αυτή παραμένει ελλιπώς ρυθμισμένη και τα επιστημονικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια πολλών σκευασμάτων είναι περιορισμένα.
Ιστορικά, υπερβολικές υποσχέσεις για «θεραπείες» μέσω βιταμινών οδήγησαν σε σκεπτικισμό, ιδιαίτερα στον χώρο της ψυχιατρικής. Παρ’ όλα αυτά, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι συγκεκριμένες ελλείψεις –όπως της βιταμίνης Β12 ή της D– συνδέονται με σοβαρά ψυχιατρικά και νευρολογικά προβλήματα, ενώ ορισμένα συμπληρώματα μπορούν να βελτιώσουν τη γνωστική λειτουργία ή να μειώσουν το άγχος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα γύρω από το μικροβίωμα του εντέρου. Τα μικρόβια που ζουν στο πεπτικό σύστημα φαίνεται να λειτουργούν ως μεσολαβητές μεταξύ διατροφής και εγκεφάλου, επηρεάζοντας την παραγωγή νευροδιαβιβαστών και την αντίδραση στο στρες. Η έννοια των «ψυχοβιοτικών» –βακτηρίων που ενδέχεται να έχουν αντικαταθλιπτική ή αγχολυτική δράση– αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά πεδία μελλοντικής έρευνας.