ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΘΕΜΑ

Πώς σκοπεύει ο Τραμπ να «διοικήσει» τη Βενεζουέλα;

Η αιφνιδιαστική επιχείρηση των ΗΠΑ για την ανατροπή και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στο κέντρο του Καράκας δεν σηματοδότησε απλώς μια δραματική κλιμάκωση της αμερικανικής εμπλοκής στη Βενεζουέλα. Με τις δηλώσεις του από το Μαρ-α-Λάγκο, ο Ντόναλντ Τραμπ πήγε πολύ πιο πέρα, δεσμευόμενος ότι η Ουάσιγκτον θα «τρέξει» τη χώρα για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Η τοποθέτηση αυτή άνοιξε ένα νέο, ασαφές και δυνητικά επικίνδυνο κεφάλαιο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Λατινική Αμερική.

Η στάση του Τραμπ μοιάζει να αντιφάσκει ευθέως με τον πυρήνα της ρητορικής του. Ο ίδιος έχει επανειλημμένα αυτοπαρουσιαστεί ως «πρόεδρος της ειρήνης» και έχει στηλιτεύσει τις αποτυχημένες, όπως τις χαρακτηρίζει, πολεμικές επεμβάσεις και τα εγχειρήματα «nation building» προηγούμενων κυβερνήσεων. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση να μετατραπεί η Βενεζουέλα σε ένα είδος αμερικανικού προτεκτοράτου συνιστά μια από τις πιο παρεμβατικές κινήσεις των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες, σε μια χώρα με πληθυσμό περίπου 28 εκατομμυρίων και τεράστια γεωπολιτική και ενεργειακή σημασία.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έδωσε σαφές σχέδιο για την επόμενη μέρα. Αρκέστηκε να δηλώσει ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ θα συνεργαστούν «με τον λαό της Βενεζουέλας» ώστε η χώρα «να μπει στον σωστό δρόμο». Η έμφαση που έδωσε στις επενδυτικές ευκαιρίες για τις «μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου» ενίσχυσε τους φόβους ότι η αμερικανική εμπλοκή καθοδηγείται περισσότερο από οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα παρά από μια ξεκάθαρη πολιτική μετάβασης.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση. Ο Τραμπ φάνηκε να απορρίπτει τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, μια από τις πιο δημοφιλείς φιγούρες του αντι-τσαβικού στρατοπέδου και διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα, αμφισβητώντας τη λαϊκή της στήριξη. Παράλληλα, δεν έκανε καμία αναφορά στον Εντμούντο Γκονζάλες, τον οποίο η αντιπολίτευση θεωρεί πραγματικό νικητή των περσινών εκλογών. Αυτή η επιλογή αφήνει θολό το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο σκοπεύει να κινηθεί η Ουάσιγκτον.

Ακόμη πιο περίπλοκη έγινε η κατάσταση όταν, μετά την επιχείρηση, η αντιπρόεδρος της χώρας, Ντέλσι Ροντρίγκες, εμφανίστηκε αρχικά ως βασικός συνομιλητής των ΗΠΑ, για να διαψεύσει λίγες ώρες αργότερα κάθε ενδεχόμενο αλλαγής εξουσίας. Με δημόσια παρέμβασή της επέμεινε ότι ο Μαδούρο παραμένει «ο μοναδικός πρόεδρος της χώρας» και απαίτησε την άμεση απελευθέρωσή του, καταγγέλλοντας την αμερικανική ενέργεια ως «απαγωγή».

Το πολιτικό κενό που διαμορφώνεται εντείνει τους φόβους για εσωτερική αστάθεια. Στελέχη της αντιπολίτευσης ανησυχούν ότι σκληροπυρηνικοί του καθεστώτος, όπως ο υπουργός Εσωτερικών Ντιοσδάδο Καμπέγιο, θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό εξουσίας. Ταυτόχρονα, η απουσία αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στο Καράκας από το 2019 δυσχεραίνει τη δυνατότητα άμεσου πολιτικού ελέγχου ή διαμεσολάβησης.

Η ιστορική εμπειρία των ΗΠΑ σε αντίστοιχες επιχειρήσεις αλλαγής καθεστώτος, από το Ιράκ και το Αφγανιστάν έως τη Λιβύη, βαραίνει τη συζήτηση. Οι δηλώσεις Τραμπ ότι δεν αποκλείει περαιτέρω στρατιωτική παρουσία, ακόμη και για την «προστασία» του πετρελαϊκού τομέα, ενισχύουν τις ανησυχίες για παρατεταμένη εμπλοκή χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, οι αντιδράσεις είναι έντονες και διακομματικές. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί επικρίνουν την απουσία σχεδίου και τον κίνδυνο να εκληφθεί η επέμβαση ως απόπειρα λεηλασίας μιας χώρας στο όνομα της σταθερότητας. Το ερώτημα που πλανάται είναι αν η υπόσχεση του Τραμπ να «διοικήσει» τη Βενεζουέλα θα οδηγήσει σε μια βιώσιμη μετάβαση ή σε ένα νέο, ανοιχτό μέτωπο με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιοχή και τη διεθνή θέση των ΗΠΑ.

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!