ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΘΕΜΑ

Η ψευδο-αντιπολεμική δεξιά των ΗΠΑ το δρόμο του πολέμου

Η στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα σηματοδοτεί μια καμπή που εκθέτει το κενό περιεχομένου της λεγόμενης «αντιπολεμικής» ρητορικής της αμερικανικής δεξιάς. Πολιτικοί που μέχρι πρόσφατα επαινούσαν τον Ντ. Τραμπ επειδή «δεν ξεκίνησε νέους πολέμους» εμφανίζονται σήμερα να υπερασπίζονται ανοιχτά μια επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος, με δηλωμένο στόχο τον έλεγχο της Βενεζουέλας και την ανατροπή της πολιτικής της κατεύθυνσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νυν αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς. Το 2023, ως νεοεκλεγείς γερουσιαστής, είχε υποστηρίξει ότι το βασικό πλεονέκτημα του Τραμπ ήταν η αποφυγή πολέμων, σε αντίθεση με το «γεράκι» κατεστημένο της Ουάσινγκτον. Τρία χρόνια αργότερα, ως αντιπρόεδρος, χειροκροτεί δημόσια την επέμβαση στη Βενεζουέλα και υιοθετεί τη ρητορική περί «ναρκο-τρομοκρατίας», επαναλαμβάνοντας ισχυρισμούς που η ίδια η αμερικανική κοινή γνώμη φαίνεται να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό.

Η δικαιολόγηση της επέμβασης βασίζεται στην κατηγορία ότι το καθεστώς Μαδούρο ηγείται ενός υποτιθέμενου καρτέλ ναρκωτικών, του λεγόμενου Cartel de los Soles. Ωστόσο, ο όρος αυτός δεν περιγράφει μια πραγματική, συγκροτημένη εγκληματική οργάνωση, αλλά χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες από αναλυτές για να περιγράψει γενικές καταγγελίες διαφθοράς εντός του στρατού.

Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Βενεζουέλα παίζει περιορισμένο ρόλο στη διακίνηση κοκαΐνης προς τις ΗΠΑ και σχεδόν κανέναν στη διακίνηση φαιντανύλης, που αποτελεί τον βασικό παράγοντα των θανατηφόρων υπερβολικών δόσεων. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τη διακίνηση ναρκωτικών ως πράξη «πολέμου» κατά των Αμερικανών, διευρύνοντας επικίνδυνα την έννοια του εχθρού.

Σε αντίθεση με τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003, όπου η κυβέρνηση Μπους επένδυσε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην «κατασκευή συναίνεσης» γύρω από τα όπλα μαζικής καταστροφής, η σημερινή αμερικανική ηγεσία μοιάζει να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πειθώ. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις ένα μικρό ποσοστό των Αμερικανών υποστηρίζει τη χρήση στρατιωτικής βίας για την ανατροπή του Μαδούρο. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση ελήφθη και υλοποιήθηκε, με τη ρητορική να μετατοπίζεται από το «γιατί είναι αναγκαίο» στο «μπορούμε να το κάνουμε».

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η απροκάλυπτη αναφορά στο πετρέλαιο. Σε αντίθεση με προηγούμενες επεμβάσεις, όπου οι οικονομικές σκοπιμότητες αποσιωπήθηκαν ή αρνήθηκαν, κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης παραδέχονται ότι ένας στόχος είναι η ανατροπή της εθνικοποίησης του πετρελαϊκού τομέα και η επαναφορά του υπό φιλικό προς τις ΗΠΑ έλεγχο. Αυτό ενισχύει την εικόνα μιας καθαρά ιμπεριαλιστικής πολιτικής, με τη Λατινική Αμερική να αντιμετωπίζεται εκ νέου ως «ζώνη επιρροής».

Για τους επικριτές, η Βενεζουέλα δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση αλλά η αρχή ενός ευρύτερου σχεδίου, που στοχεύει στην αποδυνάμωση ή εξάλειψη κάθε αριστερής ή προοδευτικής κυβέρνησης στην περιοχή. Από τη Βραζιλία έως την Κούβα, η επέμβαση στέλνει το μήνυμα ότι η Ουάσινγκτον είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει ωμή ισχύ για να επιβάλει την πολιτική της βούληση. Το πραγματικό κόστος αυτής της επιλογής, προειδοποιούν, θα φανεί αν και όταν ο πόλεμος πάψει να είναι «χειρουργικός» και αρχίσουν να επιστρέφουν φέρετρα καλυμμένα με αμερικανικές σημαίες.

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!