ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ SAMUEL EARLE

Η εμπειρία Μαμντάνι δείχνει: Οι πολίτες θέλουν περισσότερη πολιτική, όχι λιγότερη

Σε μια εποχή σκανδάλων, ανισοτήτων και απογοήτευσης, πολλοί αναζητούν περισσότερη πολιτική: Περισσότερη συμμετοχή, περισσότερη συλλογικότητα, περισσότερη ελπίδα. Όχι μια ήσυχη δημόσια ζωή, αλλά μια κοινή προσπάθεια με νόημα.

Η ορκωμοσία του Ζόραν Μαμντάνι ως δημάρχου της Νέας Υόρκης, την Πρωτοχρονιά, δεν έμοιαζε με καμία αντίστοιχη τελετή στο παρελθόν. Αντί για μια κλειστή, τυπική διαδικασία, ήταν μια ανοιχτή γιορτή δρόμου, με δεκάδες χιλιάδες πολίτες να συγκεντρώνονται στο Μανχάταν για να παρακολουθήσουν ζωντανά την ιστορική στιγμή. Το σκηνικό αυτό δεν ήταν απλώς συμβολικό· αποτύπωνε την πολιτική φιλοσοφία που έφερε τον Μαμντάνι στην εξουσία: Τη μαζική συμμετοχή ως αντίδοτο στην πολιτική απάθεια.

Η άνοδος του νέου δημάρχου βασίστηκε εξαρχής σε μια συνειδητή προσπάθεια να εμπλακούν οι πολίτες ενεργά. Από τα πρώτα viral βίντεο στους δρόμους του Κουίνς και του Μπρονξ, μέχρι τους χιλιάδες εθελοντές που χτύπησαν πόρτες, τις ασυνήθιστες δράσεις όπως το κυνήγι θησαυρού ή τα αθλητικά τουρνουά, ο Μαμντάνι επεδίωξε να μετατρέψει την πολιτική από παθητικό θέαμα σε συλλογική εμπειρία. Ακόμη και μετά τη νίκη του, άνοιξε πλατφόρμες συμμετοχής για θέσεις εργασίας και δημόσιες συζητήσεις, στέλνοντας το μήνυμα ότι η πολιτική δεν τελειώνει με τις εκλογές.

Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε ευθεία ρήξη με το κυρίαρχο πολιτικό μοντέλο των τελευταίων 10ετιών στη Δύση. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, ο νεοφιλελεύθερος λόγος καλλιέργησε μια καχυποψία απέναντι στο κράτος και την πολιτική δράση. Η κυβέρνηση παρουσιαζόταν ως αναγκαίο κακό, η κοινωνική πολιτική ως βάρος και η πολιτική συμμετοχή ως μάταιη. Η σταδιακή πτώση της εκλογικής συμμετοχής και η αποδυνάμωση των κομμάτων αποτύπωσαν αυτή τη «διακυβέρνηση του κενού», όπως την περιέγραψε εύστοχα ο πολιτικός επιστήμονας Πίτερ Μέιρ.

Ο Μαμντάνι, ωστόσο, αντιμετώπισε αυτό το κενό όχι ως ένδειξη αδιαφορίας, αλλά ως απόθεμα ανεκπλήρωτων προσδοκιών. Η πρότασή του για καθολικές κοινωνικές πολιτικές –δωρεάν παιδική φροντίδα, δωρεάν δημόσιες μεταφορές, πάγωμα ενοικίων– συνοδεύεται από μια βαθύτερη φιλοδοξία: να αποκαταστήσει την αίσθηση ότι η πολιτική μπορεί να βελτιώσει συλλογικά τη ζωή. Χωρίς στιγματισμό και χωρίς τον διαχωρισμό «άξιων» και «ανάξιων» δικαιούχων, επιδιώκει να επανασυνδέσει το κράτος με την κοινωνική αλληλεγγύη.

Η τελετή ορκωμοσίας, με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων όπως η Αλεξάντρια Οκάζιο-Κορτέζ και ο Μπέρνι Σάντερς, λειτούργησε ως συνέχεια της προεκλογικής εκστρατείας. Οι εθελοντές βρέθηκαν στο επίκεντρο, τα συνθήματα για φορολόγηση των πλουσίων κυριάρχησαν και το μήνυμα ήταν σαφές: Η διακυβέρνηση Μαμντάνι δεν θα αποσυρθεί στο παρασκήνιο, αλλά θα παραμείνει ανοιχτή και «θορυβώδης».

Σε αντίθεση με ηγεσίες που θεωρούν ότι οι πολίτες θέλουν λιγότερη πολιτική, η εμπειρία Μαμντάνι δείχνει το αντίθετο. Σε μια εποχή σκανδάλων, ανισοτήτων και απογοήτευσης, πολλοί αναζητούν περισσότερη πολιτική: Περισσότερη συμμετοχή, περισσότερη συλλογικότητα, περισσότερη ελπίδα. Όχι μια ήσυχη δημόσια ζωή, αλλά μια κοινή προσπάθεια με νόημα. Και αυτή ακριβώς η επιθυμία φαίνεται να δίνει νέο περιεχόμενο στη δημοκρατία της Νέας Υόρκης.

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!