Το 2015, οι τότε πολιτικές οδηγούσαν σε άνοδο θερμοκρασίας περίπου 3,6°C έως το τέλος του αιώνα. Σήμερα, οι προβλέψεις είναι για 2,6°C.
Δέκα χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, η παγκόσμια συζήτηση για το κλίμα μοιάζει πιο απαισιόδοξη από ποτέ. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα εξακολουθούν να αυξάνονται, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής εντείνονται και ο στόχος του 1,5 βαθμού Κελσίου θεωρείται πλέον από πολλούς ειδικούς σχεδόν ανέφικτος. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία συχνά παρουσιάζεται ως αποτυχία. Όμως μια τέτοια αποτίμηση εξαρτάται από το πώς ορίζεται η επιτυχία: ως απόλυτο αποτέλεσμα ή ως πορεία αλλαγής.
Η Συμφωνία του Παρισιού είχε εξαρχής φιλόδοξους αλλά και δομικά αδύναμους στόχους. Πρόβλεπε τον περιορισμό της υπερθέρμανσης «πολύ κάτω από τους 2°C» και την προσπάθεια προσέγγισης του 1,5°C, χωρίς όμως μηχανισμούς κυρώσεων για χώρες που δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους. Αυτό δημιούργησε ένα κλασικό πρόβλημα «τζαμπατζή»: Όσοι μειώνουν τις εκπομπές επωμίζονται το κόστος, ενώ όλοι απολαμβάνουν το όφελος. Για τα κράτη που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα, το οικονομικό κίνητρο για συνέχιση της εξόρυξης παραμένει ισχυρό.
Η εικόνα επιβαρύνθηκε περαιτέρω τα τελευταία χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν εκ νέου από τη συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Ένωση χαλάρωσε ορισμένες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις και πολλές επιχειρήσεις αποφεύγουν να προβάλουν τις «πράσινες» δράσεις τους υπό τον φόβο πολιτικών αντιδράσεων. Παράλληλα, οι επιστημονικές ενδείξεις δείχνουν ότι η υπέρβαση του 1,5°C είναι πιθανό να καταγραφεί ως μέσος όρος ήδη μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.
Ωστόσο, μια ευρύτερη ματιά αποκαλύπτει μια λιγότερο ζοφερή εικόνα. Το 2015, οι τότε πολιτικές οδηγούσαν τον πλανήτη σε άνοδο θερμοκρασίας περίπου 3,6°C έως το τέλος του αιώνα. Σήμερα, οι προβλέψεις μιλούν για περίπου 2,6°C. Πρόκειται για σαφή αν και ανεπαρκή βελτίωση. Η Συμφωνία του Παρισιού δεν μείωσε άμεσα τις εκπομπές, αλλά άλλαξε τη φορά των προσδοκιών.
Το σημαντικότερο ίσως επίτευγμά της ήταν το σήμα που έστειλε στις αγορές και στην έρευνα: Ότι η πορεία προς μηδενικές εκπομπές αποτελεί παγκόσμιο στόχο. Από τότε, επενδύσεις και καινοτομία στις καθαρές τεχνολογίες εκτοξεύθηκαν. Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα και νέα υλικά αναπτύχθηκαν με ρυθμούς που πριν από μια δεκαετία θεωρούνταν απίθανοι. Σήμερα, η εγκατεστημένη ισχύς καθαρής ενέργειας ξεπερνά πλέον εκείνη των ορυκτών καυσίμων.
Ακόμη πιο ενδεικτικές είναι οι εξελίξεις εκτός Δύσης. Σε χώρες όπως το Πακιστάν, αφρικανικά κράτη και το Νεπάλ, η ηλιακή ενέργεια και τα ηλεκτρικά οχήματα υιοθετούνται όχι για περιβαλλοντικούς λόγους, αλλά επειδή είναι φθηνότερα και πιο αξιόπιστα. Όταν η πράσινη μετάβαση ευθυγραμμίζεται με το οικονομικό συμφέρον, γίνεται αυτοτροφοδοτούμενη.
Η πορεία δεν αρκεί για να αποφευχθούν σοβαρές κλιματικές συνέπειες. Αλλά δείχνει ότι η Συμφωνία του Παρισιού λειτούργησε ως καταλύτης. Δεν έφερε την τελειότητα, έθεσε όμως σε κίνηση μια παγκόσμια δυναμική αλλαγής. Και σε μια τόσο σύνθετη κρίση, η πρόοδος —έστω ατελής— δεν ισοδυναμεί με αποτυχία.