ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΗΣ L. FEATHERSTONE

Γιατί δεν έχει νόημα η ιδιωτική ιδιοκτησία στην ηλεκτροπαραγωγή

Γηρασμένες υποδομές, κυβερνοαπειλές, ακραία καιρικά φαινόμενα και ανάγκη μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές, απαιτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις που δεν είναι ελκυστικές για ιδιωτικούς παρόχους.

Η εκρηκτική αύξηση των λογαριασμών ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά επίκαιρο ερώτημα: Ποιος πρέπει να ελέγχει βασικές υποδομές όπως το ηλεκτρικό ρεύμα; Στην περιοχή Hudson Valley της Ν. Υόρκης, όπου πολλοί καταναλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με απρόβλεπτα βαρείς λογαριασμούς, οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές προωθούν μια ριζοσπαστική αλλά τεκμηριωμένη λύση: Την κρατικοποίηση της ιδιωτικής εταιρείας κοινής ωφέλειας.

Η βουλευτής Sarahana Shrestha και η γερουσιαστής Michelle Hinchey προτείνουν τη μετατροπή της εταιρείας Central Hudson σε δημόσια επιχείρηση. Μελέτη σκοπιμότητας της NewGen Strategies δείχνει ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη, τόσο για τους καταναλωτές όσο και για το κράτος. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, η εξοικονόμηση θα έφτανε τα 15,2 εκατ. δολάρια τον πρώτο χρόνο και θα αυξανόταν σταθερά, ξεπερνώντας τα 210 εκατ. σε ορίζοντα 30 ετών.

Η βασική διαφορά μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας έγκειται στο επιχειρηματικό μοντέλο. Μια δημόσια επιχείρηση δεν χρειάζεται να αποδίδει κέρδη σε μετόχους ούτε να καταβάλλει φόρους, γεγονός που επιτρέπει χαμηλότερα τιμολόγια, μεγαλύτερη σταθερότητα και επενδύσεις σε υποδομές. Στην περίπτωση του Hudson Valley, αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ιδιωτική εταιρεία έχει εμπλακεί σε σοβαρά σκάνδαλα τιμολόγησης, που οδήγησαν ακόμη και στην άσκηση αγωγής σε βάρος της ύψους 60 εκατ. δολαρίων.

Η Shrestha υποστηρίζει ότι η ενέργεια, όπως και η υγεία, δεν είναι αγαθό που μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά με αποκλειστικά κριτήρια κέρδους. Οι εταιρείες ενέργειας καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν γηρασμένες υποδομές, κυβερνοαπειλές, ακραία καιρικά φαινόμενα και την ανάγκη μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές. Όλα αυτά απαιτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις, οι οποίες συχνά δεν είναι ελκυστικές για ιδιωτικούς παρόχους που εστιάζουν σε βραχυπρόθεσμα κέρδη.

Η πρόταση για δημόσια ιδιοκτησία δεν είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η Shrestha επικαλείται την εμπειρία της πόλης Massena στη βόρεια Ν. Υόρκη, όπου η τοπική κοινωνία ανέλαβε την εταιρεία ηλεκτρισμού, πέτυχε χαμηλότερα κόστη και ανέκτησε γρήγορα το αρχικό επενδυτικό κόστος. Κοινός παρονομαστής, σύμφωνα με τη μελέτη, ήταν η ισχυρή και διαρκής λαϊκή στήριξη.

Γι’ αυτό και η πολιτική στρατηγική της Shrestha δεν περιορίζεται στο κοινοβούλιο της Πολιτείας, αλλά εστιάζει στη βάση: Δημοτικά συμβούλια, τοπικούς άρχοντες και ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών. Η προσπάθεια συνοδεύεται από εκστρατείες ενημέρωσης, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι η εταιρεία θα αντιδράσει με έντονη παραπληροφόρηση.

Το διακύβευμα ξεπερνά τα όρια του Hudson Valley. Αν το εγχείρημα επιτύχει, μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για άλλες περιοχές των ΗΠΑ, από το Ρότσεστερ έως την Αριζόνα. Σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης κόστους ζωής, η δημόσια ενέργεια προβάλλει όχι απλώς ως ιδεολογική επιλογή, αλλά ως πρακτική απάντηση σε ένα σύστημα που φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα όριά του.

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!