Παρότι η βιβλιογραφία, παλιότερη και πιο πρόσφατη, γύρω από το Μακεδονικό είναι πλούσια, αυτό το εγχείρημα συλλογής και μεθοδικής αποτύπωσης του κεντρικού δημόσιου λόγου για το θέμα – γιατί, τι πιο κεντρικό και επίσημο από τις τοποθετήσεις στην Βουλή των Ελλήνων; - έλλειπε. Και μάλιστα όταν συνειδητά ξεκινάει από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα /της Macedonia irredenta , που αποτελεί ένα ιδιαίτερο ελληνικό παράδοξο το ότι ακολούθησε την ήττα του 1897 ενώ φθάνει, μέσα από χρόνια ηρωικά και τραγικά και ταραγμένα και αντιπαραθετικά και προς στιγμήν ηρεμότερα και πάλιν ταραγμένα, μέχρι την εποχή που τελειώνει η φάση του Ψυχρού Πολέμου/του Τείχους.
Μια ιδιαίτερα ζωντανή περίοδος είναι εκείνη που, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Καταστροφή, πλέκεται σε μια Μακεδονία «πενόμενη και προσφυγική» η κοινωνική πραγματικότητα των γηγενών και των προσφύγων. Και οι δυο πληθυσμοί διαθέτουν τους βουλευτές τους: το γεγονός αυτό, κάνει τα σχετικά ζητήματα να εξελίσσονται «σε πεδίο έντονης πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης των διαφόρων κομμάτων». Με την συνέπεια, ακριβώς, ο ρόλος των βουλευτών από την Μακεδονία να αναβαθμίζεται και να αποκτά μεγάλη βαρύτητα.
Στο κεφάλαιο του βιβλίου που έχει εισφέρει ο Κ. Διώγος, θέματα που αφορούν τις σχέσεις Παλαιάς και Νέας Ελλάδας, την αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση της Μακεδονίας, την διαχείριση των Μουσουλμανικών περιουσιών (μετά την ανταλλαγή πληθυσμών) καθώς και την ασφάλεια της περιοχής «από πραγματικούς ή φαντασιακούς, εξωτερικούς ή εσωτερικούς «εχθρούς»», βλέπει κανείς όλην την ένταση της εποχής. "Τον έναν [εννοείται: τον γηγενή] τον κρατείτε από το 1919 εις το λαμαρίνινο καλύβι και του άλλου [εννοείται: του πρόσφυγα], του χθες ελθόντος, του ανηγείρατε ήδη οικήματα». Και ακόμη: «Τα εργατικά ζητήματα πάντοτε δηλητηριάζονται, πάντοτε μολύνονται από την κομμουνιστική τακτική η οποία δεν παραλείπει καμιάν ευκαιρίαν δια να εισχωρήσει εις κάθε πάλην εργατικήν ή επαγγελματικήν, ίνα [...] εκμεταλλευθή πολιτικώς τον αγώνα των εργαζομένων τάξεων».
Δεν απέχει και τόσο η κοινοβουλευτική ρητορική – έναν Πόλεμο και μια Κατοχή αργότερα – από τον κοινοβουλευτικό λόγο της Βουλής του Εμφυλίου που έχει κωδικοποιήσει ο Β. Κολλάρος. Κατά έναν βουλευτή, «όλη η ύπαιθρος χώρα, και κυρίως η μακεδονική, «εαμοκρατείτο». Οι εθνικόφρονες είχαν καταφύγει εις τας πόλεις για να γλυτώσουν, ενώ η υπόλοιποι παρίσταναν τους ΕΑΜίτες». Πολύ πιθανόν, λοιπόν, «να ίδωμεν την Μακεδονίας να μεταβάλληται εις Αζερμπαϊτζάν». Άλλος βουλευτής, υποστηρίζει ότι ουδείς από τους εν ενεργεία υπουργούς είχε επισκεφθεί την Μακεδονία [το καλοκαίρι του 1946] «Επομένως, δεν είχον ξεκάθαρη εικόνα της καταστάσεως στην μακεδονική ύπαιθρο». Και ακόμη; «Εις την Μακεδονίαν, δεν έχομεν Βουλγάρους, έχομεν κακούς Έλληνας» καθώς και υπαλλήλους και στρατιωτικούς «στερούμενους εθνικής συνειδήσεως δια να μπορέσει [το Κράτος] να επιβάλη την τάξιν».
Ενδιαμέσως, το κεφάλαιο για τους Ισραηλίτες βουλευτές στην Βουλή του Μεσοπολέμου (από τον Α. Μπουρούτη) δείχνει πώς «η συμμετοχή των Ισραηλιτών ψηφοφόρων μεταφράσθηκε σε «σκληρό πολιτικό παίγνιο μεταξύ των δυο αντιπάλων παρατάξεων του Διχασμού», με τους Φιλελευθέρους να αμφισβητούν ευθέως το εθνικό φρόνημα των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης. Πάντως, η παρουσία Ισραηλιτών στις τάξεις των Σοσιαλιστών και του ΚΚΕ «έδωσε την δυνατότητα παρουσίασης σειράς κοινωνικών ζητημάτων, που αφορούσαν ευρύτερα στρώματα της Ελληνικής κοινωνίας». Και η αναμενόμενη κατακλείδα: «Όμως και αυτή η συμμετοχή, στο πλαίσιο της εποχής εκείνης, ενίσχυσε την αμφισβήτηση του εθνικού φρονήματός τους».
Έτσι, κινείται «Η Μακεδονία στο Ελληνικό Κοινοβούλιο»: Κατά την μεταπολεμική ανασυγκρότηση βλέπει τους εκπροσώπους της να διεκδικούν την συμμετοχή στην ανασυγκρότηση/αναπτυξιακή επανεκκίνηση, με την Μεταπολίτευση να φέρνει τους δικούς της πολιτικούς/κομματικούς ανταγωνισμούς και να πολώνεται η συζήτηση στην στρατηγική σημασία που θεωρεί ότι δικαιούται να της αναγνωρίζεται η Θεσσαλονίκη. Με πάγια και μη-αποσβεννύμενη την αναφορά για στην συμπεριφορά του «Κράτους των Αθηνών», με ρητορική και νοοτροπία που (ο και συντονιστής του τόμου) Β. Γούναρης φθάνει να θεωρεί «αθεράπευτη αίσθηση αδικίας»...