Η στρατιωτική κυβέρνηση της Μιανμάρ διοργανώνει εκλογές για πρώτη φορά μετά το πραξικόπημα του 2021, σε μια συγκυρία που η χώρα βυθίζεται σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο. Παρά την επίσημη ρητορική της χούντας, οι εκλογές αντιμετωπίζονται από δυτικές κυβερνήσεις, τον ΟΗΕ και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως προσχηματικές και στερούμενες ουσιαστικής νομιμοποίησης.
Η ψηφοφορία ξεκίνησε στις 28 Δεκεμβρίου και θα διεξαχθεί σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες, λόγω –όπως υποστηρίζει η χούντα– της αδυναμίας του στρατού να εξασφαλίσει ασφάλεια σε όλη τη χώρα ταυτόχρονα. Στην πράξη, κάλπες θα στηθούν μόνο σε περιοχές που ελέγχονται από τον στρατό, οι οποίες εκτιμάται ότι αντιστοιχούν σε λιγότερο από το μισό της επικράτειας. Μεγάλες εκτάσεις βρίσκονται είτε υπό τον έλεγχο ένοπλων αντιστασιακών ομάδων είτε αποτελούν πεδία συνεχιζόμενων συγκρούσεων.
Κεντρικό στοιχείο της αμφισβήτησης των εκλογών είναι ο αποκλεισμός της βασικής αντιπολίτευσης. Η Εθνική Ένωση για τη Δημοκρατία, το κόμμα της Αούνγκ Σαν Σου Τσι που είχε κερδίσει με σαρωτική πλειοψηφία τις προηγούμενες εκλογές, διαλύθηκε το 2023. Η ηγεσία του κόμματος παραμένει στη φυλακή, μαζί με περισσότερους από 22.000 πολιτικούς κρατούμενους που συνελήφθησαν μετά το πραξικόπημα. Παράλληλα, νέος εκλογικός νόμος ποινικοποιεί κάθε κριτική στη διαδικασία, με δεκάδες συλλήψεις και βαριές ποινές φυλάκισης.
Για τη στρατιωτική ηγεσία, οι εκλογές αποτελούν προσπάθεια επανανομιμοποίησης της εξουσίας της, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς. Ο αρχηγός του στρατού, Μιν Αούνγκ Χλάινγκ, έχει ήδη υιοθετήσει τον τίτλο του «μεταβατικού προέδρου», επιδιώκοντας να μετασχηματίσει τη χούντα σε μια κατ’ όνομα πολιτική κυβέρνηση και να ανοίξει τον δρόμο για την αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με το εξωτερικό. Οι κυρώσεις της Δύσης έχουν απομονώσει τη χώρα και έχουν επιδεινώσει σοβαρά την οικονομική κατάσταση.
Η διεθνής κοινότητα είναι διχασμένη. Η Κίνα στηρίζει ανοιχτά τη διαδικασία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ASEAN αρνούνται να στείλουν παρατηρητές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ορισμένες ασιατικές χώρες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης, επικαλούμενες την προοπτική εκλογών, παρά τις σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία τους.
Την ίδια στιγμή, η βία όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει, αλλά εντείνεται. Αεροπορικές επιδρομές σε πολιτικούς στόχους, νοσοκομεία και χώρους συνάθροισης αμάχων συνεχίζονται ακόμη και λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία. Περισσότεροι από 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας και πάνω από ένα εκατομμύριο έχουν φύγει στο εξωτερικό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι εκλογές δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν βήμα προς τη δημοκρατική ομαλότητα. Αντίθετα, εντάσσονται σε μια στρατηγική της χούντας να παγιώσει την εξουσία της εν μέσω πολέμου, καταστολής και βαθιάς κοινωνικής διάλυσης.