Κατά κανόνα, η πρώτη διαπίστωση όταν αναφερόμαστε στην παραγωγικότητα, είναι ότι οι Έλληνες είναι από τους πιο εργατικούς στις χώρες του ΟΟΣΑ σε σχέση με κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Συγκεκριμένα, η μέση ετήσια απασχόληση στην Ελλάδα το 2024 είναι 1893 ώρες το χρόνο (7,3 ώρες/μέρα για 261 εργάσιμες ημέρες) έναντι 1740 ωρών μέσος όρος χωρών ΟΟΣΑ. Πάνω από την Ελλάδα βρίσκονται μόνο τέσσερις λατινοαμερικάνικες χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ (Κολομβία, Κόστα-Ρίκα, Μεξικό, Χιλή).
Ωστόσο, το αποτέλεσμα της εργασίας αυτής σε όρους παραγωγικότητας είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στο τέλος όλων των ευρωπαϊκών χωρών (με εξαίρεση τη Βουλγαρία και τις παραπάνω τέσσερις χώρες). Το παραγόμενο ΑΕΠ κατά ώρα εργασίας (2024) αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου των χωρών της Ευρωζώνης:
| Παραγόμενο ΑΕΠ (2024) σε δολάρια ανά ώρα εργασίας και σταθερές τιμές 2020 | |
| Ελλάδα | 39,2 |
| Ισπανία | 62,5 |
| Πορτογαλία | 48,3 |
| ΕΕ-27 | 67,5 |
| Ευρωζώνη | 72,8 |
Πηγή: OECD, Productivity levels.
Με άλλα λόγια ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δουλεύει περισσότερο, αλλά παράγει πολύ λιγότερα απ΄ ό,τι οι εργαζόμενοι σε μια μεγάλη πλειοψηφία των χωρών του ΟΟΣΑ και όλων σχεδόν των χωρών της Ε.Ε. Συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι είμαστε οι πιο εργατικοί μεταξύ των Ευρωπαίων, θα έπρεπε να προσθέσουμε «και οι λιγότερο παραγωγικοί». Τι σημαίνει όμως για τον τρόπο οργάνωσης μιας κοινωνίας, να λειτουργεί με διαδικασίες που απαιτούν περισσότερη δουλειά, αλλά παράγουν λιγότερο απ’ ό,τι άλλοι;
Χαμηλή παραγωγικότητα σημαίνει χαμηλές αμοιβές εργασίας, μειωμένη απασχόληση, αναιμικούς μακροχρόνιους ρυθμούς μεγέθυνσης, υποκίνηση των παραγωγικών μονάδων στην παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή, προκειμένου κέρδη και αμοιβές εργασίας να διαμορφώνονται σε καλύτερο επίπεδο, ακόμα και προβληματικές μεταναστευτικές ροές.
Σε μεγάλο βαθμό, η παραγωγικότητα καθορίζεται αφ’ ενός από τη φύση των ίδιων των κλάδων στους οποίους ειδικεύεται μια χώρα, και αφ’ ετέρου, από τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής (μικρές-μεγάλες μονάδες, τεχνολογική ένταση, κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, αποτελεσματικότητα επιχειρησιακού μάνατζμεντ, ακόμα και την κρατική διοίκηση, τις υποδομές, την εκπαίδευση-γνώσεις, τη δικαιοσύνη, την εμπιστοσύνη, κ.α.). Η ίδια η δομή της παραγωγής στην Ελλάδα δείχνει:
Επιπλέον, όπως δείχνουν οι δείκτες της Διεθνούς Τράπεζας, οικονομία και κοινωνία στη χώρα λειτουργούν σε ένα κλίμα διογκούμενης αποδυνάμωσης του θεσμικού υπόβαθρου της, ιδιωτικής και δημόσιας διαφθοράς και κρατικής αναποτελεσματικότητας.
Διαφθορά υπάρχει σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα, διαφθορά και ανάπτυξη συμβίωσαν ικανοποιητικά σε διάφορες φάσεις, κατέληξαν όμως στην κρίση του 2009/2010. Μια κουλτούρα διαφθοράς διαχέεται σε όλο και περισσότερα πεδία λειτουργίας της χώρας, με δευτερογενείς αρνητικές συνέπειες σε καίρια μεγέθη της αναπτυξιακής λειτουργίας: Υπονόμευση της νομιμοποίησης και της αξιοπιστίας της διακυβέρνησης, εμπόδια στη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, εκτροπή επενδύσεων σε κερδοσκοπικές και βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα δραστηριότητες, πίεση για «μαύρα εισοδήματα», αποδυνάμωση της διαφάνειας, ενίσχυση της δύναμης ιδιωτικών συστημάτων δύναμης απέναντι στο Κράτος. Οι συνέπειες αυτές λειτουργούν διχαστικά σε μια κοινωνία, όπως και στη σχέση διακυβέρνησης και κοινωνίας.
Οι σχέσεις που αναφέρθηκαν, ερμηνεύουν τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας στα χρόνια από την κρίση (2009) και μετά -αλλά και σε άλλες φάσεις. Η Ελλάδα πέρασε βεβαίως μέσα από μια βαθιά κρίση, όμως, στη συνέχεια, σημειώνει διπλό περίπου ρυθμό μεγέθυνσης από ό,τι οι χώρες της Ευρωζώνης. Αν όμως το δούμε πιο μακροσκοπικά, συνολικά, μεταξύ 2010 και 2023 το πραγματικό (όχι το ονομαστικό) ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 14%-15%, ενώ της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 17%-18%. Το χάσμα που προκλήθηκε ξεπερνάει τις 30 ποσοστιαίες μονάδες.
Μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης πραγματικού ΑΕΠ
| 2010-2018 | 2019-2023 | 2010-2023 | |
| Ελλάδα | -3,0% | 1,9% | -1,0% |
| Ευρωζώνη | 1,4% | 1,0% | 1,2% |
Επιπλέον, στην ίδια περίπου περίοδο (2012-2024) οι πραγματικές αμοιβές ανά απασχολούμενο μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό -1,6%, δηλαδή αρκετά περισσότερο από τη μείωση του ΑΕΠ, στοιχείο που εξηγεί και την έντονη δυσφορία των αδύναμων τμημάτων της κοινωνίας.
Ο μοχλός για να μεταβληθεί η πραγματικότητα αυτή είναι σημαντικές επενδύσεις σε τομείς που δημιουργούν ισχυρότερη δυναμική ή καλύπτουν σοβαρά κενά. Εδώ βρίσκεται και η ουσία του αναπτυξιακού μας προβλήματος. Οι επενδύσεις στην Ελλάδα, ακόμα και δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης κινούνται σε αρκετά χαμηλότερο επίπεδο (15,3% του ΑΕΠ το 2024), τόσο σε σχέση με το μέσο όρο της Ε.Ε. (γύρω στο 23% του ΑΕΠ), όσο και με το επίπεδο που είχαν στην ίδια τη χώρα πριν την κρίση (23,3% του ΑΕΠ το 2008). Σε μια εποχή, στην οποία διεθνώς, ο μοχλός οικονομικής ανάπτυξης είναι η τεχνολογία, η γνώση, η εκπαίδευση, οι επενδύσεις σε εξελιγμένες υπηρεσίες ή βιομηχανίες, στην Ελλάδα μοχλός (μειωμένης) ανάπτυξης είναι οι τοποθετήσεις (και η σημαντική κερδοσκοπία) σε ακίνητη περιουσία, τα επιδόματα, η παραοικονομία.
Είναι προφανές, ότι τα κέντρα βάρους των επιλογών μας δεν κινούνται στη λογική της ενίσχυσης των επενδύσεων, νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων ή της τεχνολογικής ενίσχυσης, γενικά, στη λογική μιας αποκόλλησης από ένα δυσάρεστο μέτριο σήμερα. Κάθε χρόνο, μόλις διαπιστωθεί κάποιος βαθμός δημοσιονομικής ελευθερίας, αξιοποιείται για νέα επιδόματα, φοροαπαλλαγές ή εισοδηματικές ενισχύσεις, που ταυτίζονται με αύξηση της κατανάλωσης και όχι των επενδύσεων. Η αντίληψη αυτή σημαίνει, ότι κάθε βελτίωση της κατανάλωσης σήμερα, περιορίζει τη βελτίωση στη συνέχεια, αφού αναιμικές επενδύσεις, εξ ορισμού, σημαίνουν μειωμένο ρυθμό μεγέθυνσης στα επόμενα χρόνια.
Η επιλογή αυτή λειτουργεί ως υπνωτικό, αφού είναι άμεσα ευχάριστη στο μέσο πολίτη, ενώ οι δυσμενείς συνέπειές της, ακόμα και όταν γίνουν ορατές, θα βιώνονται από τους πολίτες ως ένα εξωγενές δεδομένο, χωρίς να συνδέονται με τις πολιτικές επιλογές που προηγήθηκαν. Αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό σενάριο. Συμβαίνει ήδη, και το ερώτημα είναι: Αξίζει τον κόπο να λειτουργούμε με τον τρόπο αυτό; Μήπως είναι αυτοχειριασμός; Πηγαίνοντας ενάντια στο ρεύμα της λογικής και των επιτυχημένων πρακτικών, τί περιμένουμε να έχουμε ως αποτέλεσμα;
Αν θέλουμε πράγματι να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητα και τις επιδόσεις της χώρας γενικότερα, τις προοπτικές των νέων γενεών (ακόμα και τις δικές μας), το παραγωγικό μας υπόβαθρο, τις κοινωνικές ισορροπίες από απρόβλεπτες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ή άλλων φαινομένων, ο δρόμος που ακολουθούμε είναι -ξανά- λάθος.
Χρειάζεται να δούμε που βρεθήκαμε, τι θέλουμε, τι νέα δεδομένα δημιουργούνται διεθνώς, τι κίνδυνοι προκύπτουν από μια αδράνεια ή αδιαφορία μας. Χρειάζεται να προχωρήσουμε σε μια διαφορετική ισορροπία μεταξύ κατανάλωσης, επενδύσεων, αποταμίευσης, θεσμικής συγκρότησης και λειτουργίας, επενδύσεων στην τεχνολογία και τις γνώσεις και μια αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση, που θα επενδύσει στο αύριο της χώρας.
Αυτό δεν είναι εύκολο και δεν γίνεται γρήγορα. Παραπέμπει σε επώδυνες, αλλά, στην εξέλιξή τους θετικές διαδικασίες «δημιουργικής καταστροφής», όπου ξεπερασμένες σχέσεις, τρόποι παραγωγής, κρατικές λειτουργίες (διοίκηση, εκπαίδευση, τεχνολογικές προσαρμογές κ.α.) θα αντικαθίστανται από στοιχεία νεωτερικότητας. Μια τέτοια διαδικασία είναι μακριά από την εθνική μας «κουλτούρα των εύκολων, αλλά μίζερων, λύσεων».
Ακριβώς γιατί η γραμμή αυτή έχει υπερισχύσει για μεγάλο διάστημα, κινούμαστε σε μια τροχιά, που αποκλίνει όλο και περισσότερο από το τι γίνεται διεθνώς. Όμως, το σύστημα πολιτικής διακυβέρνησης («η επάνω πλευρά») δεν φαίνεται διατεθειμένο να κινηθεί προς διαφορετικούς στόχους. Απομένει η πολιτική και κοινωνική πίεση «από τα κάτω» ως μοχλός αλλαγής. Είναι ακόμα πιο δύσκολη.
Ως αποτέλεσμα, χωρίς ισχυρούς στόχους και στοχοπροσήλωση, θα προχωράμε -ίσως- λίγο καλύτερα, αλλά σε πολύ μετρημένο βαθμό, μέχρις ότου κάποια διεθνής αναταραχή θα μας δείξει ποιο είναι το κόστος της επιλογής μας να κινούμαστε μεταξύ αυταρέσκειας και δήθεν λύσεων, η σημασία των οποίων δεν ξεπερνά τη συγκυρία.
(*) Ο Τάσος Γιαννίτσης είναι Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, π. υπουργός