Η διάσπαση της προσοχής δεν είναι κάτι καινούργιο. Η συγκέντρωση φυσιολογικά αυξομειώνεται, ανάλογα με παράγοντες όπως το πόσο κοιμήθηκε κανείς το προηγούμενο βράδυ ή πόσο ενδιαφέρον βρίσκει σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα. Όμως το «κοκτέιλ» αγχωτικών παραγόντων της σύγχρονης ζωής μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιβαρυντικό για την προσοχή.
Οι περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούσαν πιθανότατα να εστιάσουν αρκετά καλά αν τους δινόταν ένα έργο σε ένα ήσυχο, άδειο δωμάτιο. Στη σύγχρονη ζωή ωστόσο ζούμε διαρκώς σε ένα δωμάτιο γεμάτο περισπασμούς, λόγω των ανταγωνιστικών απαιτήσεων της δουλειάς και της οικογενειακής ζωής, των κοινωνικών πιέσεων όπως η πανδημία και του συνεχούς πειρασμού των κινητών, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του διαδικτύου.
Οι οθόνες αποτελούν ένα ιδιαίτερο «ναρκοπέδιο» περισπασμών, με τη συνεχή ροή ειδοποιήσεων και πληροφοριών. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναζητά την καινοτομία, τον ενθουσιασμό και την κοινωνική σύνδεση, και οι συσκευές αξιοποιούν αυτές τις επιθυμίες. Ο έλεγχος μιας ειδοποίησης που αναβοσβήνει στην οθόνη μπορεί να προσφέρει μια μικρή δόση ντοπαμίνης, δημιουργώντας ένα αίσθημα ανταμοιβής που μας κάνει να επιστρέφουμε ξανά και ξανά.
Όταν ενδίδετε στον πειρασμό και διακόπτετε μια εργασία για να ελέγξετε το κινητό σας, ο εγκέφαλος πρέπει να αλλάξει «ταχύτητα», λέει ο Μπράουν. Αυτή η διαδικασία επηρεάζει αρνητικά την ταχύτητα και την ποιότητα της δουλειάς σας βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα, «όσο περισσότερο εναλλάσσεστε μεταξύ εργασιών, τόσο περισσότερο ο εγκέφαλος θέλει να περιπλανιέται και να αναζητά το επόμενο καινούργιο πράγμα».
Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος συνηθίζει στους συνεχείς περισπασμούς και τους αναπαράγει από συνήθεια — γι’ αυτό και μπορεί να πιάνετε τον εαυτό σας να ελέγχει μηχανικά το κινητό του ακόμη κι ενώ παρακολουθείτε την αγαπημένη σας τηλεοπτική σειρά.
Για όσους έχουν σοβαρά και χρόνια προβλήματα συγκέντρωσης, οι αλλαγές μπορεί να περιλαμβάνουν συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας ή και φαρμακευτική αγωγή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, που αντιμετωπίζουν περιστασιακές δυσκολίες, μπορούν να κάνουν προσαρμογές μόνοι τους.
Κατά τον Μπράουν, η πιο σημαντική αλλαγή είναι μία: Να απομακρύνετε το κινητό. «Σε στιγμές που χρειάζεστε συγκέντρωση, πάρτε τη συσκευή και βάλτε την κάπου αλλού», λέει. Το να γυρίσετε απλώς το κινητό ανάποδα δεν αρκεί πάντα· έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και η παρουσία του κινητού στο οπτικό πεδίο μπορεί να δυσκολέψει τη συγκέντρωση, ενώ ο ήχος μιας και μόνο ειδοποίησης μπορεί να τη διαλύσει.
Όταν έχετε μπροστά σας μια απαιτητική εργασία, το καλύτερο είναι να αφήσετε το κινητό σε άλλο δωμάτιο. Είναι, όμως, εξίσου σημαντικό να μάθετε να βρίσκεστε κοντά σε οθόνες χωρίς να σας αποσπούν, κάτι που, όπως λέει, έχει να κάνει κυρίως με τη δημιουργία συνήθειας. Όπως συνηθίζετε να ελέγχετε συνεχώς το κινητό σας, μπορείτε να μάθετε και να μην το κοιτάτε διαρκώς. «Όταν χτυπά το κινητό, θέλετε να το δείτε», λέει. «Αλλά με την πάροδο εβδομάδων και μηνών, αν το αγνοείτε σκόπιμα, θα βελτιωθείτε στη συγκέντρωση».
Είναι επίσης σημαντικό να αξιολογήσετε τις προτεραιότητές σας και να εστιάσετε εκεί, αντί να διασκορπίζετε τον περιορισμένο χρόνο και την προσοχή σας σε αμέτρητες κατευθύνσεις. Η προσοχή είναι προσανατολισμένη στον στόχο. Η έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι παραμένουν πιο εύκολα συγκεντρωμένοι όταν τους υπενθυμίζεται τακτικά τι θέλουν να πετύχουν. Ακόμη και κάτι τόσο απλό όσο το να γράψετε τον στόχο σας σε ένα χαρτάκι και να το τοποθετήσετε σε εμφανές σημείο μπορεί να βοηθήσει.
Η Μαρκ συνιστά επίσης να οραματίζεστε πώς θέλετε να μοιάζει το άμεσο μέλλον σας και να χρησιμοποιείτε αυτή την εικόνα ως κίνητρο στο παρόν. Αν μπορείτε να φανταστείτε ξεκάθαρα πόσο ωραία θα είναι να τελειώσετε τη δουλειά στις 5 το απόγευμα και να πάτε βόλτα με φίλους, ίσως βρείτε τη δύναμη να ξεπεράσετε την απογευματινή κόπωση. Ο επαρκής ύπνος, τα τακτικά διαλείμματα και ο χρόνος στη φύση βοηθούν επίσης.