Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί μια θεμελιώδη ανατροπή στη στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία. Ενώ η προηγούμενη 10ετία στηρίχθηκε στη δικομματική παραδοχή ότι Πεκίνο και Μόσχα αποτελούν ανταγωνιστές που πρέπει να περιοριστούν μέσω ισχυρών συμμαχιών, η νέα προσέγγιση επιδιώκει μια παγκόσμια τάξη όπου οι μεγάλες δυνάμεις συνάπτουν συμφωνίες, αναγνωρίζουν σφαίρες επιρροής και αποφεύγουν την αμοιβαία αναχαίτιση.
Το νέο Δόγμα Εθνικής Ασφάλειας υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις άλλων χωρών μόνο εφόσον απειλούν άμεσα τα αμερικανικά συμφέροντα. Η θεμελιώδης αλλαγή αντικατοπτρίζεται κυρίως στην πολιτική απέναντι στην Κίνα. Παρά τις σκληρές κινήσεις της πρώτης θητείας (αποφάσεις για γενοκτονία στο Σιντσιάνγκ, κυρώσεις στην Huawei, απόπειρες απαγόρευσης του TikTok), η κυβέρνηση Τραμπ 2.0 μετακινείται προς κατευνασμό και οικονομικές συνεννοήσεις.
Η αρχική κλιμάκωση με δασμούς και εξαγωγικούς περιορισμούς κατέληξε σε εμπορική εκεχειρία τον Οκτώβριο, ενώ η Ουάσιγκτον έχει πια αποσύρει προγραμματισμένες κυρώσεις για μεγάλες κινεζικές κυβερνοεπιθέσεις. Η στάση Τραμπ για την Ταϊβάν —όπου παρότρυνε την Ιαπωνία να μετριάσει τον τόνο της απέναντι στο Πεκίνο— υποδηλώνει τη διάθεση αποφυγής περιφερειακής σύγκρουσης. Παράλληλα, ο πρόεδρος σχεδιάζει επίσημη επίσκεψη στο Πεκίνο το 2026, με τον Σι Τζινπίνγκ να επιστρέφει στην Ουάσιγκτον αργότερα μέσα στη χρονιά.
Η απόφαση Τραμπ να άρει την απαγόρευση εξαγωγών των τσιπ Nvidia H200 προς την Κίνα αποτελεί εντυπωσιακή αναδίπλωση σε σχέση με το αυστηρό τεχνολογικό πλαίσιο της πρώτης θητείας. Η λογική είναι ότι η διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στον σχεδιασμό προηγμένων τσιπ επιτυγχάνεται καλύτερα μέσω της εμπορικής σχέσης παρά με απόλυτο αποκλεισμό· αν και οι εξαγωγικοί περιορισμοί για τα νεότερα Blackwell chips παραμένουν.
Παράλληλα, η πολιτική απέναντι στη Ρωσία ακολουθεί το ίδιο πρότυπο μετάβασης από την αντιπαράθεση στη συναίνεση. Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι πιέζουν την Ουκρανία να παραχωρήσει ολόκληρο το Ντονμπάς, στο πλαίσιο ενός σχεδίου ειρήνης που περιλαμβάνει ευρεία οικονομική συνεργασία ΗΠΑ–Ρωσίας σε τομείς όπως ενέργεια, σπάνιες γαίες, τεχνητή νοημοσύνη και υποδομές. Το όραμα αυτό συνδυάζεται με την επαναφορά της Ρωσίας στο G7 και τη μεταχείρισή της ως «μεγάλης δύναμης» με την οποία οι ΗΠΑ μπορούν να συνδιαμορφώσουν ένα νέο διεθνές σύστημα.
Εντυπωσιακά, το νέο στρατηγικό πλαίσιο εμφανίζεται περισσότερο εχθρικό απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρά στη Ρωσία, την οποία αντιμετωπίζει ως πιθανό εταίρο σε μια αγορά συμφωνιών και ισορροπίας συμφερόντων.
Η φιλοσοφία της κυβέρνησης Τραμπ διαμορφώνει μια διεθνή αρχιτεκτονική όπου η σταθερότητα θεωρείται εφικτή μόνο μέσω αποδοχής σφαιρών επιρροής. Για τις ΗΠΑ, αυτό σημαίνει πιο αυστηρό έλεγχο στο δυτικό ημισφαίριο, ιδιαίτερα απέναντι στη Βενεζουέλα και τη διείσδυση Κίνας–Ρωσίας στη Λατινική Αμερική.
Στο νέο αυτό μοντέλο, η σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων δίνει τη θέση της στη συναλλαγή—μια αλλαγή που ανατρέπει πλήρως τη διακομματική στρατηγική των τελευταίων δεκαετιών και εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της διεθνούς τάξης.