Η άνοδος της λαϊκιστικής δεξιάς σε Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία προκαλεί υπαρξιακή αγωνία στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, σε μια περίοδο στασιμότητας, πολιτικής φθοράς και αυξανόμενης αμφισβήτησης της διεθνούς επιρροής της ηπείρου. Οι ηγέτες των τριών μεγαλύτερων χωρών της δυτικής Ευρώπης προειδοποιούν για καταστροφή αν οι λαϊκιστές επικρατήσουν, ωστόσο αυτή η ρητορική όχι μόνο δεν αποδίδει, αλλά ενισχύει τελικά τις δυνάμεις που υποτίθεται ότι θέλουν να αναχαιτίσουν.
Η αποκαλυπτική γλώσσα των Φρίντριχ Μερτς, Εμμανουέλ Μακρόν και Κιρ Στάρμερ αντανακλά περισσότερο την αδυναμία τους να προσφέρουν αποτελέσματα παρά μια πραγματική απειλή κατά των δημοκρατικών θεσμών. Η αδυναμία επίτευξης οικονομικής ανάπτυξης, η πολιτική παράλυση και οι εσωτερικές διαιρέσεις τροφοδοτούν τη δυσφορία των πολιτών. Το να παρουσιάζουν τους λαϊκιστές ως δύναμη «εθνικής καταστροφής» μοιάζει με απόπειρα να αποφύγουν τη συζήτηση για τα δικά τους λάθη και να συσπειρώσουν ένα κουρασμένο εκλογικό σώμα που όμως δεν πείθεται πλέον τόσο εύκολα.
Παράλληλα, η απειλή που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν τα λαϊκίστικα κόμματα δεν είναι ομοιόμορφη. Η διακυβέρνηση της Ιταλίας από τη Τζόρτζια Μελόνι έχει υπάρξει περισσότερο πραγματιστική παρά επαναστατική, ενώ στην τοπική αυτοδιοίκηση της Βρετανίας οι εκπρόσωποι της Reform UK εμφανίζονται σχετικά μετριοπαθείς. Από την άλλη πλευρά, παραδείγματα όπως αυτό της Ουγγαρίας υποδεικνύουν ότι η θεσμική διάβρωση παραμένει μια υπαρκτή απειλή. Όμως η γενίκευση όλων των λαϊκιστικών δυνάμεων ως ενιαίου κινδύνου υπονομεύει την αξιοπιστία των κεντρώων κομμάτων.
Το πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική της «δαιμονοποίησης» απομακρύνει τους ψηφοφόρους. Όταν οι παραδοσιακοί ηγέτες χαρακτηρίζουν εκατομμύρια πολιτών ως αδαείς ή μισαλλόδοξους, οι ίδιοι εμφανίζονται αλαζονικοί και απόμακροι. Επιπλέον, η κοινωνική ελίτ, αντιλαμβανόμενη την άνοδο του λαϊκισμού, αρχίζει να προσαρμόζεται: Επιχειρηματικοί κύκλοι στη Γαλλία πλέον συναντούν τον Ζορντάν Μπαρντελά, ενώ Βρετανοί Συντηρητικοί εγκαταλείπουν το κόμμα τους για τη Reform UK. Η πολιτική «υγειονομικής ζώνης» καταρρέει, εκτός από τη Γερμανία όπου η AfD παραμένει απομονωμένη.
Αντί οι κεντρώοι να υψώνουν τείχη απειλών, θα ήταν αποτελεσματικότερο να εξετάσουν προσεκτικά τις πολιτικές των λαϊκιστών και να τις αντιμετωπίσουν με ουσιαστικό διάλογο και τεκμηριωμένη κριτική.
Στο οικονομικό επίπεδο, τα λαϊκίστικα κόμματα υιοθετούν έναν φιλοεπιχειρηματικό λόγο που υπόσχεται λιγότερη γραφειοκρατία, χαμηλότερους φόρους και μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδο. Ωστόσο, η αντιπαράθεσή τους με την ΕΕ και η τάση για οικονομικό εθνικισμό απειλούν την ενιαία αγορά και την ανάπτυξη, ενώ προτάσεις όπως φορολογικές παρεμβάσεις ή παροχές χωρίς αντίκρισμα δείχνουν ασυνέπεια.
Στο μεταναστευτικό οι λαϊκιστές εκμεταλλεύονται υπαρκτές ανησυχίες, αλλά συχνά προτείνουν λύσεις ακραίες, αναποτελεσματικές και ηθικά προβληματικές. Η πραγματικότητα είναι ότι η παράτυπη μετανάστευση στην Ευρώπη έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα του 2023, ενώ οι δημογραφικές ανάγκες παραμένουν πιεστικές.
Στα θέματα γεωπολιτικής η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη. Σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τον παραδοσιακό τους ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα, η λαϊκιστική δεξιά υποτιμά την ανάγκη συλλογικής ασφάλειας, εμφανίζοντας ανησυχητική ανοχή προς αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Με εκλογές να πλησιάζουν μέσα στα επόμενα χρόνια και στις τρεις χώρες, η εμμονή στην κινδυνολογία δεν πρόκειται να αναχαιτίσει τη λαϊκιστική άνοδο. Αντιθέτως, μια συντεταγμένη, νηφάλια και τεκμηριωμένη αντιπαράθεση με τις προτάσεις των λαϊκιστών, με ενίσχυση της λογοδοσίας και σοβαρές πολιτικές πρωτοβουλίες, αποτελεί τη μόνη πειστική στρατηγική για να αποτραπεί η μετατροπή της λαϊκής δυσαρέσκειας σε πολιτική κυριαρχία των άκρων.