Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (NSS) της κυβέρνησης Τραμπ σηματοδοτεί μια ιστορική ανατροπή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, την πιο βαθιά από τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου. Το κείμενο, που παρουσιάστηκε ως καθοδηγητικό ντοκουμέντο για τα επόμενα χρόνια, αποτυπώνει μια Αμερική που εγκαταλείπει τον ρόλο του θεμελιωτή της διεθνούς τάξης, απομακρύνεται από συμμαχίες και πολυμερείς θεσμούς και υιοθετεί μια στενά εθνοκεντρική και οικονομικά προσανατολισμένη αντίληψη για την ισχύ της.
Στην καρδιά της νέας στρατηγικής βρίσκεται η ιεράρχηση των οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων έναντι των γεωπολιτικών. Οι ΗΠΑ εμφανίζονται αποφασισμένες να μειώσουν εμπορικά ελλείμματα, να ενισχύσουν τις εγχώριες εφοδιαστικές αλυσίδες και να επαναβιομηχανοποιήσουν τη χώρα. Οι συμμαχίες δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως στρατηγικά στοιχεία, αλλά ως σχέσεις υπό αίρεση: Υφίστανται μόνο εφόσον οι σύμμαχοι αναλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο του αμυντικού βάρους. Η γεωοικονομία υποκαθιστά ρητά τη γεωπολιτική.
Η πλέον εντυπωσιακή μετατόπιση είναι η ανάδειξη της αμερικανικής ηπείρου σε κορυφαία προτεραιότητα. Για πρώτη φορά, η Δύση δεν ξεκινά από την Ευρώπη ή την Ασία, αλλά από το «σπίτι»: Τη Βόρεια, Κεντρική και Νότια Αμερική. Η λογική αυτής της στροφής συνδέεται με την εσωτερική πολιτική ατζέντα – την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και των ναρκωτικών. Το αποτέλεσμα είναι το «Δόγμα Τραμπ», μια νέα εκδοχή των κλασικών δογμάτων Μονρόε και Ρούζβελτ, που επιδιώκει όχι μόνο να αποκλείσει ξένες δυνάμεις από την περιοχή, αλλά να τοποθετήσει ενεργά τις ΗΠΑ στο εσωτερικό των κρατών της ηπείρου μέσω οικονομικής και στρατηγικής διείσδυσης.
Η Ασία έρχεται δεύτερη, με έμφαση κυρίως στις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα καθώς και στην «επανάκτηση της αμερικανικής οικονομικής ανεξαρτησίας». Παρότι η στρατηγική αναγνωρίζει τη σημασία της αποτροπής σύγκρουσης για την Ταϊβάν, απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στη Βόρεια Κορέα – μια ασυνήθιστη σιωπή που υπονομεύει τη σαφήνεια για τις αμερικανικές προτεραιότητες στην περιοχή.
Στον αντίποδα, η Μέση Ανατολή υποβαθμίζεται. Η στρατηγική προαναγγέλλει την πρόθεση της Ουάσιγκτον να διακόψει δεκαετίες βαθιάς εμπλοκής, θεωρώντας ότι η περιοχή βρίσκεται πλέον σε ισορροπία. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, μοιάζει υπεραισιόδοξη, ειδικά όσον αφορά το Ιράν και τις συνεχιζόμενες περιφερειακές εντάσεις.
Η Αφρική, παρότι προβλέπεται να έχει τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο πληθυσμό, αντιμετωπίζεται ως περιθωριακή.
Η Ευρώπη λαμβάνει τη σκληρότερη κριτική. Η NSS περιγράφει την ήπειρο ως παρακμάζουσα, οικονομικά στάσιμη και απειλούμενη από «εξάλειψη πολιτισμικής ταυτότητας». Η ΕΕ παρουσιάζεται ως εμπόδιο στην ελευθερία και στην εθνική κυριαρχία, ενώ η ανθεκτικότητα ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών τίθεται υπό αμφισβήτηση. Μόνο προς το τέλος του κειμένου καταγράφεται ένας πιο συμφιλιωτικός τόνος, με αναφορά στη σημασία μιας «ισχυρής Ευρώπης» για την αντιμετώπιση παγκόσμιων ανταγωνιστών.
Αντίθετα, η Ρωσία αντιμετωπίζεται με επιείκεια. Η στρατηγική αποφεύγει να τη χαρακτηρίσει απειλή, προωθεί μια άμεση ειρηνευτική συμφωνία για την Ουκρανία και υιοθετεί ρητορική περί «στρατηγικής σταθερότητας». Η θέση ότι ήρθε «η ώρα να τερματιστεί η αντίληψη της διαρκούς επέκτασης του ΝΑΤΟ» συνιστά ουσιαστικά αναγνώριση της ρωσικής ζώνης επιρροής. Σε συνδυασμό με παρόμοιο πνεύμα για την Κίνα στην Ασία, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο σφαιρών επιρροής που θυμίζει προπολεμικές εποχές.
Η νέα στρατηγική δεν είναι απομονωτισμός· είναι μια στενότερη, ωφελιμιστική εκδοχή διεθνούς εμπλοκής που απορρίπτει την προώθηση δημοκρατικών αρχών και ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η προτεραιότητα είναι το άμεσο εθνικό όφελος – οικονομικό, εμπορικό ή συνοριακό. Οι διεθνείς θεσμοί αντιμετωπίζονται με καχυποψία ως εμπόδια στην εθνική κυριαρχία.
Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά μετάβαση σε έναν κόσμο όπου οι ΗΠΑ δεν λειτουργούν πλέον ως πυλώνας της διεθνούς τάξης. Σύμμαχοι στην Ευρώπη και στην Ασία βρίσκονται μπροστά σε ένα πιο επικίνδυνο περιβάλλον, ενώ Ρωσία και Κίνα διαβλέπουν ευκαιρίες να ενισχύσουν την επιρροή τους. Με περισσότερα από τρία χρόνια θητείας να απομένουν, η νέα εποχή που εγκαινιάζει η Ουάσιγκτον προμηνύεται πιο ασταθής, λιγότερο ελεύθερη και λιγότερο ευημερούσα για το διεθνές σύστημα.