Αποτελεί το συλλογικό αυτό εγχειρίδιο+ (θα εξηγήσουμε τον χαρακτηρισμό στην συνέχεια) 26 συντελεστών, οι οποίοι καλύπτουν αφενός το πολιτικό σύστημα της ΕΕ και αφετέρου τις πολιτικές της Ένωσης, μια συνειδητή προσπάθεια να ξεφύγει η προσέγγιση απ' εκείνην που έχουμε συνηθίσει από τα «Ευρωπαϊκά» βιβλία. Τα οποία είτε είναι περιγραφικά/απαριθμητικά, είτε – το συνηθέστερο στην ελληνική πρακτική – ξεκινούν από νομική δομή.
Με δεδομένο ότι το συγκεκριμένο βιβλίο επιδιώκει να λειτουργήσει ως διδακτικό εργαλείο για τον κόσμο των προπτυχιακών φοιτητών, αποδεχόμενο όμως και την πρόκληση να έχει ευρύτερη λειτουργία ευαισθητοποίησης ως προς το «τι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση;» επιλέγει μια προσέγγιση που να μπορεί να φέρει σύγκριση με άλλα πολιτικά συστήματα. Παράλληλα προς αυτό, αντί οι διάφορες πολιτικές της Ένωσης να αραδιάζονται ως ένας κατάλογος δράσεων – λιγότερο ή περισσότερο συγκροτημένων – επιλέγεται να υπαχθούν σε ένα σχήμα διαμόρφωσης δημόσιας /ενωσιακής πολιτικής. Αυτή η διπλή επιλογή, η οποία – είναι αλήθεια – ανεβάζει τις απαιτήσεις, ιδίως αν μιλούμε για προπτυχιακό φοιτητικό δυναμικό, αναβαθμίζει και το αναλυτικό ενδιαφέρον προσπερνώντας τα στερεότυπα. Άλλωστε... οι συντονιστές του τόμου έχουν και παλιότερα αμαρτήσει προς αυτήν την κατεύθυνση.
Ήδη το 2024, στους Palgrave/MacMillan, το συλλογικό έργο «The Politicisation of European Commission’s Presidency» – με επιμελητές Διον. Δημητρακόπουλο, M. Ceron και Th. Christiansen – επιχειρούσε μια βουτιά στο πώς παιζόταν το παιχνίδι εξουσίας σε μια ΕΕ που τις (θεσμισμένες) διαδικασίες διαμόρφωσης ηγεσίας στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δηλαδή την περιβόητη ανάδειξη μεταξύ Spitzenkandidaten αναδεικνυόμενων από τις πολιτικές δυνάμεις στο Ευρωκοινοβούλιο, και από εκεί την επιψήφιση από την κορυφή των «27», την έσπρωξε στο περιθώριο. Αμέριμνα. Καταλήγοντας στην Προεδρία φον ντερ Λάϊεν, ήδη το 2019 κι ας είχε χαρίσει προηγουμένως η διαδικασία εκείνη στην ΕΕ «27» έναν καίριο Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ. Η εκδοχή πολιτικοποίησης της Επιτροπής μετά τις περιπέτειες της πανδημίας της Covid-19 και τις διαδικασίες διαχείρισης του Next Generation EU, ενώ τώρα-τώρα στην πορεία (επαν)εξοπλισμού της Ευρώπης μετά την εισβολή στην Ουκρανία, με τα ReArm Europe/SAFE/EDIP/EUDIS έχει δημιουργήσει ένα βαρύ ερωτηματικό σχετικά με την σοφία της επιλογής αυτής των αρχηγών κυβερνήσεων και κρατών της ΕΕ να πολιτικοποιήσουν «έτσι» την Ένωση, δια της Επιτροπής.
Ενώ νωρίτερα, το 2021 και με εκδότη Πεδίο/ΙΔΙΣ, η θεματική του «Ελλάδα-Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση «μέσα από σαράντα κύματα»» – πάλιν έργο συλλογικό, με επιμέλεια Αργ. Πασσά-Κων. Αρβανιτόπουλου-Μαρ. Κοππά, και πρόλογο Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ – είχε περιγραφεί ως αμφίπλευρη διαδικασία «ανακάλυψης» Ελλάδας – ΕΕ. Παράλληλα με την ωρίμανση αλλά και την ανάδειξη των αδιεξόδων της ίδιας της Ένωσης. Με, π.χ., τον Γιάννη Δρόσο να αναδεικνύει πώς χρήσιμη είναι μια (έστω περιορισμένη) τριβή με τον μαγικό κήπο των Βρυξελλών, προκειμένου να βλέπει κανείς την συνολική εικόνα των σχέσεων...
Έτσι λοιπόν, η προσέγγιση της φύσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από αφενός την παρακολούθηση της ιστορικής διαδρομής της (ας τονισθεί εδώ η έμφαση στις απαρχές των χρόνων του Πολέμου, με αντιφασιστική σφραγίδα Αλτιέρο Σπινέλλι, ή πάλι στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια με την Διακήρυξη Σουμάν με την εκδοχή της συμπεριληπτικής Χριστιανοδημοκρατίας), την διαδοχή των κρίσεων και των βημάτων μετεξέλιξης και αφετέρου με την αναφορά στον ρόλο των ΗΠΑ όπως αυτός εύστοχα παρακολουθείται από την εποχή της Αμερικανικής ενθάρρυνσης (external federator, ή κατ’ άλλους .... 7ο ιδρυτικό μέλος της ΕΟΚ των Έξη) δίνει ήδη χρήσιμο για την αποτίμηση του σήμερα υλικό.
Το βάθρο αυτό βοηθά στην καλύτερη κατανόηση – ασχέτως αν στο τέλος υπάρχει αποδοχή ή αποστασιοποίηση – των προσεγγίσεων της ΕΕ με τα εργαλεία ενός φιλελεύθερου διακυβερνητισμού ή πάλι της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης σε μια εποχή που η ΕΕ ζυγιαζόταν (ακόμη η Ευρωζώνη ήταν προοπτική...) ανάμεσα σε ομοσπονδίωση ή ψιμυθιωμένη διακυβερνητική προσέγγιση. Ο Δημήτρης Τσάτσος, που και ως συμμέτοχος στις διαδικασίες του Ευρωκοινοβουλίου είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην τότε συζήτηση – του οφείλεται η αναφορά σε «συμπολιτεία» – (προειδοποιούσε ότι η τελική κατάληξη του (τότε συζητούμενου σε νομοτελειακή κατεύθυνση ομοσπονδίωσης) εγχειρήματος δεν ήταν προβλέψιμη. Αν μη τι άλλο επειδή η πολιτισμική πολυμορφία ήταν – ακόμη και πριν την μεγάλη διεύρυνση, σημειωτέον – ενεργό συστατικό της ΕΕ. Όσο κι αν οι εν συνεχεία αναφορές σε συλλογικό υποκείμενο/ «Ευρωπαϊκό δήμο» έρχονται να αντικρύσουν την οργάνωση με θεσμούς, όργανα και διαδικασίες.
Συνεχής διαπραγμάτευση, πάνω σε βάση συνεχώς επαναπροσδιοριζόμενων συμφερόντων: αυτή προέκυψε να είναι η ΕΕ. Τώρα-τώρα, μετά δηλαδή το Ουκρανικό και την συνειδητοποίηση της εποχής Τραμπ, τούτο γίνεται ακόμη σαφέστερο: το συλλογικό αυτό έργο δεν έχει ακόμη εξαγάγει τόσο πρόσφατα συμπεράσματα, αλλά τα ερωτήματα τίθενται.
*** *** ***
Με αυτό το φόντο, λοιπόν, αναζήτησης του «περί τίνος πρόκειται;» δηλαδή της φύσης της ΕΕ/ “the nature of the beast” έρχονται εν συνεχεία να προσεγγισθούν και να αναλυθούν τα όσα συναπαρτίζουν το πολιτικό σύστημα της Ένωσης. Η παρατήρηση ότι η εξέλιξή του το έκανε να προσομοιάζει όλο και περισσότερο με Κράτος δεν κρύβει το γεγονός ότι μεταξύ των θεσμικών οργάνων διεξάγεται ένας συνεχής ανταγωνισμός/επαναπροσδιορισμός – που συχνά δεν συνειδητοποιείται από πλευράς κοινής γνώμης προτού φθάσει σε ένα όριο. Η πρόσφατη διεκδικητικότητα εξουσίας/grab for power της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε μια φάση όπου – αντίρροπα – η «κοινοτική μέθοδος» υποχωρούσε υπέρ διακρατικών προσεγγίσεων, χρειάζεται προσεκτική πλοήγηση για να γίνει αντιληπτή. Πάντως η επισήμανση ότι ως όργανα της Ένωσης λειτουργούν εν μέρει και οι διοικήσεις των Κρατών έχει την σημασία της.
Ενώ η αντιστικτική προσέγγιση των μηχανισμών – και των πρακτικών -που προέκυψαν – γύρω από την Οικονομική και Νομική Ένωση, με το γνώριμό μας Eurogroup ως άτυπο μεν, καθοριστικό δε στην φάση της κρίσης χρέους (και του δικού μας, παρολίγον Grexit) απέναντι στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως φορέα της νομισματικής πολιτικής που κατέληξε να είναι η περισσότερο προωθημένη και οικονομικά βαρύνουσα έκφανση της Ένωσης καίτοι για περιορισμένο αριθμό Κρατών μελών, δείχνει το πόσο ευαίσθητες είναι οι ισορροπίες των ενωσιακών θεσμών όταν έρχονται να λειτουργήσουν υπο συνθήκες διατάραξης /κρίσης.
Θα ομολογήσουμε ότι η πραγμάτευση των εξελίξεων του Δικαστηρίου (του ΔΕΚ που μετεξελίχθηκε σε ΔΕΕ) και της στιγμές-στιγμές ιεραποστολικής νομολογίας του, μας φάνηκε κάπως σχηματική – ακόμη κι αν την διαβάσει κανείς μαζί με την ανάπτυξη της προβληματικής των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμη κι αν περιλάβει κανείς την λειτουργία του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και την συμπόρευση με την ΕΣΔΑ. Το «φρενάρισμα» της νομολογίας του ΔΕΕ όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με εθνικά ανώτατα/συνταγματικά δικαστήρια – όπως στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, με την «συνάντησή» του με το Γερμανικό Συνταγματικό (αλλά και το Γαλλικό συμβούλιο Επικρατείας) – θα ήταν ενδιαφέρον να αναδειχθεί περισσότερο ακριβώς σε ένα περιβάλλον συζήτησης του πολιτικού συστήματος της ΕΕ...
Πλησιέστερη προς την προσέγγιση πολιτικής επιστήμης που υπορρέει στο συλλογικό αυτό έργο, η πραγμάτευση των ομάδων πίεσης/συμφερόντων και του καίριου ρόλου τους στην πραγματικότητα διαμόρφωσης (και εφαρμογής, εν συνεχεία...) των ενωσιακών αποφάσεων. Ενώ η ανάπτυξη που επιχειρείται για τα ευρωπαϊκά κόμματα, με την ιδιαίτερα καίρια επισήμανση του ρόλου που διεκδικούν οι ευρωεκλογές ως «πολιτικό πεδίο χαμηλού θεσμικού κινδύνου» που οδηγεί τους πολίτες να εκφράζουν αρνητικά αισθήματα απέναντι στην ΕΕ («την Ευρώπη» γενικότερα, θα προσθέταμε) με περαιτέρω αποτέλεσμα ενίσχυση Ευρωσκεπτικιστικών σχημάτων, θα έχει εφεξής πολλές νέες εισροές. Με αφορμή την άνθιση ήδη δεξιόστροφων ή/και ακροδεξιών σχηματισμών αλλά και τη νεόκοπη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ και όσα κηρύσσει περί Ευρώπης. Περισσότερο κι από την πρόκληση που αποτελεί για την ΕΕ το «να μετατρέψει τον χαρακτήρα των Ευρωεκλογών από forum διαμαρτυρίας σε πεδίο δημοκρατικής νομιμοποίησης».
Όσο για την συνέχεια του εγχειρήματος του συλλογικού έργου, δηλαδή την συνάρθρωση των πολιτικών της Ένωσης με έναν τρόπο που να δείχνει την αντιστοίχιση των αρμοδιοτήτων που της έχουν παραχωρηθεί (ή, που έχει καταλήξει να ασκεί) με αφενός την διεκδίκηση ρυθμιστικού ρόλου και αφετέρου εκείνες που έχουν να κάνουν με την χρήση των δημοσιονομικών πόρων που διακινούνται δια της Ένωσης έχει ενδιαφέρον – όχι μόνο μεθοδολογικά. Η κατάληξη, βέβαια, είναι οι μορφές εκείνες δράσης που αποτελούν φιλοδοξία της Ένωσης να υπάρξουν: Εκεί ανήκουν τα εγχειρήματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και άμυνας. από δίπλα η μεταναστευτική πολιτική από προηγούμενες φάσεις η πολιτική διευρύνσεων και επιρροής της Ένωσης προς το περίγυρό της.
Το τελευταίο αυτό σύνολο επιδιώξεων – περισσότερο παρά «πολιτικών» – έχει αναδειχθεί έντονα τα τελευταία χρόνια, κυριότατα με το Ουκρανικό πλην όμως τώρα στην τελευταία στροφή των πραγμάτων και με την μετενέργεια της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας των ΗΠΑ. Τη δεύτερη εξέλιξη δεν την πρόλαβε ο συλλογικός τόμος, την πρώτη δεν έχουμε την αίσθηση ότι την μεταβόλισε πλήρως κι ας υπόσχεται/απειλεί να αλλάξει το συνολικό φιλοσοφικό/οντολογικό στίγμα της ΕΕ στην λογική του ReArm.
Όσον αφορά την παρουσίαση και ανάλυση των ρυθμιστικών διεκδικήσεων της Ένωσης, ξεκινώντας από τον πυρήνα της παλιάς ΕΟΚ – κοινή αγορά/εμπορική πολιτική, ανταγωνισμός, μας λείπει η έμφαση σ’ αυτήν την ρυθμιστική διάσταση της ΚΑΠ – και με επέκταση σε πεδία που «έφερε η ιστορική διαδρομή» όπως το περιβάλλον ή η ενέργεια, ή πάλι η διεκδίκηση κοινωνικού προσώπου όπως η εκπαίδευση ή η κοινωνική πολιτική – θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντανακλούν την εποχή των ανερχόμενων προσδοκιών/φιλοδοξιών του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. (Αντιθέτως, το να συγκαταλέγονται εδώ η πολιτική γειτονίας ή/και τα όποια βήματα αναπτυξιακής συνεργασίας της Ένωσης, μάλλον λειτουργεί σε επίπεδο νοσταλγίας: όπως πάνε τα πράγματα, παρόμοια πεδία «εκτοπίζονται» προς την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής).
Όσο για τις πολιτικές που βασίζονται στην ενωσιακή διαχείριση πόρων – εξαιρετικά περιορισμένων, άμα συγκρίνει κανείς με οποιαδήποτε ομοσπονδιακού ή και συνομοσπονδιακή πολιτειακά μορφώματα – και αυτά περισσότερο αποτυπώνουν την μετάβαση από τις εποχές των φιλοδοξιών στην τωρινή φάση υποχώρησης και ανακατεύθυνσης: Η «σύγκρουση» των πολιτικών συνοχής και της ΚΑΠ με την πραγματικότητα του επανεξοπλισμού θα οδηγήσει (θα ‘πρεπε να οδηγήσει...) σε πολλές αναθεωρήσεις περί – ακριβώς – την nature of the beast).
*** *** ***
Ως κάτι περισσότερο από υποσημείωση, και με δεδομένο ότι βασική πρόθεση του βιβλίου αυτού είναι να λειτουργήσει ως διδακτικό εγχειρίδιο, ας σημειωθεί η αυτοδέσμευση των συντελεστών του να εμπλουτισθεί εν συνεχεία η δουλειά τους με QR codes δια των οποίων θα γίνεται συνεχής ανανέωση/επικαιροποίηση των αναλύσεων. με την πορεία των πολιτικών της Ένωσης, με την εξέλιξη της νομολογίας κοκ. Δεδομένης της τρέχουσας φάσης νευρικής εξέλιξης του ενωσιακού συστήματος και μάλιστα προς μια κατεύθυνση «επανεφεύρεσής» του ενόψει των διεθνών εξελίξεων, η δέσμευση αυτή δίνει μια πολύτιμη υπόσχεση.