Η Ευρώπη, παρά τη ρητορική περί ασφάλειας και απειλής από τη Ρωσία, υιοθετεί μια στάση που δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία της, αλλά στη διατήρηση ενός συστήματος διεθνούς πρωτοκαθεδρίας της το οποίο φθίνει. Η Ευρώπη δεν φοβάται έναν ρωσικό πολεμικό κίνδυνο όσο τον κίνδυνο απώλειας του διεθνούς της status. Η μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές ελίτ να αντιμετωπίσουν μια πραγματικότητα: Δεν μπορούν πλέον να ζουν πέραν των γεωπολιτικών μέσων τους, ούτε να συναλλάσσονται με τον υπόλοιπο κόσμο στη βάση μιας υποτιθέμενης ηθικής ή πολιτισμικής ανωτερότητάς τους.
Κατά τον Καναδό ερευνητή Ζ. Πάικιν, η ευρωπαϊκή ανησυχία για την ασφάλεια λειτουργεί ως μεταμφίεση ενός βαθύτερου άγχους για απώλεια ισχύος. Η Ευρώπη έχει συνηθίσει να συμπεριφέρεται σαν μικρός αυτοκράτορας: Με ηθικολογικές νουθεσίες προς τρίτες χώρες, παρεμβάσεις στα εσωτερικά τους, εκμετάλλευση πόρων, άνοιγμα αγορών, ακόμη και στρατιωτικές περιπέτειες τύπου Λιβύης. Όλα αυτά ήταν εφικτά επειδή η Ευρώπη απολάμβανε την άνεση που της παρείχε η αμερικανική υπεροχή. Αν οι ΗΠΑ απωλέσουν τη θέση τους ως παγκόσμια δύναμη, η Ευρώπη θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει άλλους διεθνείς δρώντες ως ισοδύναμους — σενάριο που προκαλεί πολιτικό πανικό στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας.
Γι’ αυτό, η έκκληση για «ανάληψη ευθύνης της Ευρώπης για την ασφάλειά της» λειτουργεί στην πραγματικότητα ως ευφημισμός: Σημαίνει τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, μεγάλες αγορές πανάκριβων αμερικανικών οπλικών συστημάτων και «εξαγορά» της συνέχισης της αμερικανικής προστασίας. Η λογική αυτή δεν αφορά φόβο για ρωσική επίθεση αλλά μια πολιτική δωροδοκίας: Η Ευρώπη πληρώνει, ώστε οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να λειτουργούν ως εγγυητής της διεθνούς τάξης από την οποία η ίδια επωφελείται.
Πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις «υποτελείς» ή «αυτο-υποτελείς» της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, δεν υπάρχει πραγματικός εξαναγκασμός: Οι ευρωπαίοι ηγέτες επιλέγουν συνειδητά να υπονομεύουν την οικονομική τους ευημερία και να ταπεινώνονται δημοσίως, ελπίζοντας ότι έτσι θα διατηρήσουν κάποιο είδος δευτερογενούς ηγεμονίας μέσω των ΗΠΑ. Παράλληλα, ένα μέρος των ευρωπαϊκών ελίτ φαντασιώνεται μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή υπερδύναμη — την «τρίτη μεγάλη δύναμη» του πλανήτη. Η ΕΕ εμφανίζεται ως όχημα τέτοιων φιλοδοξιών, συνδυάζοντας γραφειοκρατική ισχύ και πολιτισμική αποστολή.
Η αυτοπεποίθηση αυτή τροφοδοτείται από απλοϊκά επιχειρήματα περί δημογραφικής και οικονομικής υπεροχής της Ευρώπης έναντι της Ρωσίας. Στο παρασκήνιο των Βρυξελλών, μεταφέρεται μια σχεδόν ναρκισσιστική πεποίθηση ότι η ήττα της Ρωσίας είναι ζήτημα «απλής αριθμητικής». Αυτές οι αντιλήψεις συχνά γίνονται πιστευτές κυριολεκτικά, χωρίς στρατηγική ανάλυση ή αναγνώριση των πραγματικών ορίων της ευρωπαϊκής ισχύος.
Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολεμικής νοοτροπίας βρίσκεται η ιδέα ότι οποιαδήποτε συμβιβαστική λύση για την Ουκρανία —ιδίως εάν συνεπάγεται ότι η Ρωσία διατηρεί εδάφη— θεωρείται στρατηγική ήττα της ΕΕ. Η εναλλακτική για πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους φαίνεται να είναι μία: Συνέχιση και κλιμάκωση του πολέμου μέχρι τη «νίκη», χωρίς ξεκάθαρη περιγραφή για το τι σημαίνει αυτή η νίκη ή πώς επιτυγχάνεται.
Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε σύγκρουση με τις πραγματικότητες ενός πολυπολικού κόσμου όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτατα. Ο σημερινός ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός μοιάζει περισσότερο με τυφλή εκπλήρωση προϋπαρχόντων αιτημάτων της αμυντικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας παρά με στοχευμένη στρατηγική που ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες μορφές πολέμου.
Στην καρδιά όλων αυτών βρίσκεται η απουσία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής «μεγάλης στρατηγικής». Δεν έχει απαντηθεί το βασικό ερώτημα: «Ποιον ρόλο θέλει να παίξει η Ευρώπη στον κόσμο και με ποια μέσα;» Χωρίς αυτή την απάντηση, καμία σοβαρή στρατιωτική, διπλωματική ή εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Αντί για στοχασμό, επικρατεί ένας πανικός ισχύος που οδηγεί σε υπερστρατιωτικοποίηση και αναπαραγωγή συγκρουσιακών δυναμικών. Η ειρήνη, η διπλωματία και ο έλεγχος των εξοπλισμών βρίσκονται στο περιθώριο, όχι επειδή είναι αδύνατα, αλλά επειδή δεν ταιριάζουν στη νεο-ηγεμονική φαντασίωση των ευρωπαϊκών ελίτ.
Όσο η Ευρώπη αποφεύγει να διαμορφώσει μια ρεαλιστική στρατηγική ασφάλειας που να στηρίζεται στη διπλωματία και τη συνεργασία, τόσο αυξάνει η πιθανότητα να γίνει η ίδια ο παράγοντας κλιμάκωσης σε μια ήπειρο που θα έπρεπε να επιδιώκει ειρήνη και σταθερότητα.