Το άρθρο του Thomas L. Friedman ασκεί σκληρή κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ και στους απεσταλμένους του στη Ρωσία —τον επιχειρηματία Στ. Γουίτκοφ και τον Γ. Κουσνέρ — κατηγορώντας τους για αφελή και επικίνδυνη προσέγγιση στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Ο Friedman υποστηρίζει ότι η ομάδα Τραμπ αντιμετωπίζει τη σύγκρουση σαν μια «μεγάλη συμφωνία ακινήτων», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σύγκρουση όπου συγκρούονται αξίες, γεωπολιτικά συμφέροντα και θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς τάξης.
Κατά τον Friedman, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν «διεκδικεί real estate» με επιχειρηματική λογική, αλλά όπως ο Χίτλερ στην Πολωνία, για την εκπλήρωση εθνικιστικών φαντασιώσεων και την επέκταση της ρωσικής ισχύος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σημειώνει, δεν χρειάζεσαι «μεσίτες», αλλά πολιτικούς ηγέτες βεληνεκούς όπως ο Κίσινγκερ ή ο Μπέικερ, που κατανοούν ότι οι διαπραγματεύσεις πολέμου και ειρήνης είναι «μηδενικού αθροίσματος» — ειδικά όταν ο επιτιθέμενος είναι αυταρχικός και το θύμα δημοκρατικό κράτος.
Ο Friedman θεωρεί ότι η προσέγγιση Τραμπ συνιστά ιστορική ντροπή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ενώ επικρίνει και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα για συνενοχή. Η δήλωση του Γουίτκοφ ότι «δεν θεωρεί τον Πούτιν κακό» παρουσιάζεται ως παράδειγμα αφέλειας, την οποία οι Ρώσοι κομμουνιστές θα χαρακτήριζαν «χρήσιμη ηλιθιότητα».
Παράλληλα, ο αρθρογράφος διευκρινίζει ότι δεν είναι «πολεμοχαρής». Από την αρχή του πολέμου έχει επισημάνει ότι η τελική λύση θα είναι αναπόφευκτα ένας «βρόμικος συμβιβασμός», καθώς η Ρωσία είναι πολύ μεγαλύτερη και αποφασισμένη να συνεχίσει τον πόλεμο. Ωστόσο, διαχωρίζει έναν «βρόμικο συμβιβασμό» από έναν «άθλιο», που θα ενίσχυε τον Πούτιν και θα επέτρεπε να επανεκκινήσει τη σύγκρουση όποτε θέλει.
Ένας ρεαλιστικός «βρόμικος συμβιβασμός», γράφει, θα μπορούσε να περιλαμβάνει: Διατήρηση στη Ρωσία των κατεχόμενων εδαφών χωρίς επίσημη αναγνώριση, ανάπτυξη δυτικών στρατευμάτων στην Ουκρανία για αποτροπή νέας εισβολής, και διασφάλιση ότι η Ουκρανία θα παραμείνει στρατιωτικά ικανή και θα ενταχθεί στην ΕΕ όταν είναι έτοιμη.
Αντί όμως να αυξήσει την αμερικανική διαπραγματευτική ισχύ, ο Τραμπ, κατά τον Friedman, την αποδυναμώνει: Σταματώντας τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας για αγορά αμερικανικών όπλων, αρνούμενος την παροχή κρίσιμων οπλικών συστημάτων, διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα λέγοντας ότι «η Ουκρανία ξεκίνησε τον πόλεμο» και διακηρύσσοντας δημοσίως ότι χωρίς τις ΗΠΑ «η Ουκρανία δεν έχει χαρτιά». Έτσι, ο Τραμπ δίνει δύναμη στον Πούτιν και ταυτόχρονα αποθαρρύνει την ουκρανική αντίσταση.