(Η περίπτωση Ουγγαρίας και Πολωνίας)
Η εθνικιστική δεξιά σε Ουγγαρία και Πολωνία διαμόρφωσε ένα ιδιότυπο «εναλλακτικό» οικονομικό μοντέλο μετά την κρίση του 2008: Όχι ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά μια επιλεκτική προσαρμογή του, με στόχο την ενίσχυση του εγχώριου κεφαλαίου απέναντι στους ξένους, χωρίς ουσιαστική ενδυνάμωση των εργαζομένων.
Από τη δεκαετία του 1980 έως την κρίση, τόσο η Fidesz στην Ουγγαρία όσο και το PiS στην Πολωνία κινούνταν σε κλασική νεοφιλελεύθερη γραμμή: Περιορισμός του ρόλου των κοινοβουλίων, τεχνοκρατική διαχείριση, μόνιμη λιτότητα, χαμηλοί φόροι στο κεφάλαιο, αποδυνάμωση συνδικάτων και τριμερών θεσμών. Ακόμη και ο εθνικισμός μπορούσε να «χωρέσει» σε αυτό το σχήμα, είτε ως εργαλείο ενίσχυσης των δικών τους επιχειρήσεων στον διεθνή ανταγωνισμό, είτε ως στρατηγική προσέλκυσης ξένων επενδύσεων μέσω χαμηλών προδιαγραφών και κόστους εργασίας.
Η κρίση του 2008 όμως άλλαξε το κλίμα. Στην Ουγγαρία, τα ελλείμματα και τα δάνεια σε ξένο νόμισμα οδήγησαν τη σοσιαλφιλελεύθερη κυβέρνηση στον μηχανισμό του ΔΝΤ και σε σκληρή λιτότητα, χωρίς να λύνεται το πρόβλημα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Στην Πολωνία, η κρίση ήταν ηπιότερη, αλλά και εκεί οι κυβερνήσεις πήραν αντιδημοφιλή μέτρα. Ταυτόχρονα, συσσωρευόταν ήδη μια βαθύτερη δυσαρέσκεια: Το εγχώριο κεφάλαιο δυσανασχετούσε με την κυριαρχία ξένων ομίλων, η μεσαία τάξη βυθιζόταν στο χρέος, οι λαϊκές τάξεις ένιωθαν προδομένες από τις κεντροαριστερές υποσχέσεις για κοινωνικό κράτος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Fidesz μετά το 2010 και το PiS μετά το 2015 υιοθετούν ένα μερικώς ετεροδόξο, «εθνικο-συντηρητικό» μείγμα πολιτικής. Ο στόχος δεν είναι να σπάσει ο νεοφιλελεύθερος κορμός, αλλά να επαναπολιτικοποιηθεί η οικονομία μέσω της οικοδόμησης ενός «κομματικού κράτους»: Το κυβερνών κόμμα ελέγχει κεντρικούς θεσμούς και χρησιμοποιεί το κράτος για να αναδιανείμει ισχύ εντός της αστικής τάξης, υπέρ επιλεγμένων εγχώριων επιχειρηματιών.
Στην Ουγγαρία, η Fidesz αξιοποιεί έκτακτες παρεμβάσεις: φόρους σε συγκεκριμένους κλάδους, διάλυση του υποχρεωτικού ιδιωτικού πυλώνα συντάξεων, μετατροπή δανείων σε ξένο νόμισμα σε δάνεια σε φιορίνια. Αυτά βελτιώνουν τη δημοσιονομική θέση και μειώνουν την εξωτερική ευαλωτότητα, προσφέροντας και μια ανακούφιση στη μεσαία τάξη. Στη συνέχεια, ξεκινά ο βασικός στόχος: Η ενίσχυση εγχώριων «εθνικών πρωταθλητών» σε τραπεζικό σύστημα, ενέργεια, λιανεμπόριο, αγροτοδιατροφικό, κατασκευές και τουρισμό – δηλαδή σε κλάδους που στηρίζονται στην εσωτερική αγορά ή στην οικονομική «πρόσοδο» (γη, τουρισμός).
Το εργαλείο είναι η επιλεκτική οικονομική εθνικοποίηση και αναδιανομή: Στρατηγικές εξαγορές με κρατικά ή ημικρατικά κεφάλαια, αδειοδοτήσεις, στοχευμένη πίστωση, δημόσιες συμβάσεις – συχνά με ευρωπαϊκά κονδύλια. Έτσι συγκροτείται μια «πελατειακή αστική τάξη» στενά δεμένη με τον Όρμπαν, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Λέριντς Μέσαρος, πρώην υδραυλικό από το χωριό του πρωθυπουργού.
Την ίδια στιγμή, όμως, στο εξαγωγικό σκέλος η Ουγγαρία παραμένει βαθιά εξαρτημένη από ξένες βιομηχανικές επενδύσεις, ιδίως της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Η κυβέρνηση προσφέρει γενναιόδωρες επιδοτήσεις, χαμηλούς φόρους και ευέλικτη εργασία – με αποκορύφωμα τον διαβόητο «νόμο σκλάβων» του 2018 που εκτίναξε τις υπερωρίες. Οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονται αισθητά. Η «επιλεκτική οικονομική εθνικοφροσύνη» ευνοεί κυρίως τμήματα του κεφαλαίου και την ανώτερη μεσαία τάξη, ενώ για τους εργαζομένους κυριαρχεί ένα πειθαρχικό καθεστώς workfare: λιγότερα δικαιώματα, περισσότερη πίεση να αποδεχθούν χαμηλά εισοδήματα.
Το PiS στην Πολωνία ακολουθεί συγγενές, αλλά όχι ταυτόσημο μονοπάτι. Επίσης χτίζει «κομματικό κράτος» και προωθεί ενίσχυση εγχώριου κεφαλαίου, αλλά χωρίς τόσο ωμή πελατειακή ολιγαρχία τύπου Fidesz. Κρατά ενεργά τα τριμερή θεσμικά όργανα λόγω σχέσης με το συνδικάτο Solidarność, επιχειρεί πιο ρητά «αναπτυξιακή» εθνικο-συντηρητική στρατηγική, και συνδυάζει τον οικονομικό εθνικισμό με πιο γενναιόδωρες, μαζικές κοινωνικές παροχές προς τις λαϊκές τάξεις. Γι’ αυτό και η εκλογική του βάση είναι πιο καθαρά λαϊκή από εκείνη της Fidesz, που ενισχύεται όλο και περισσότερο σε ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.
Κοινός παρονομαστής, ωστόσο, παραμένει ο ταξικός προσανατολισμός: Οι πολιτικές δεν έχουν στόχο να μετασχηματίσουν το παραγωγικό μοντέλο προς όφελος των εργαζομένων, αλλά να αναδιανείμουν ιδιοκτησία και ισχύ μέσα στην αστική τάξη, χτίζοντας ένα εθνικό μπλοκ κεφαλαίου στενά συνδεδεμένο με το κυβερνών κόμμα. Στο διεθνές πεδίο, και οι δύο χώρες παραμένουν εξαρτημένες από τη θέση τους στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας ως φθηνές βάσεις παραγωγής. Η Ουγγαρία, ειδικά, κυριολεκτικά «κρέμεται» από τις επιδόσεις της γερμανικής βιομηχανίας.
Όταν η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μπαίνει σε κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις (Ουκρανία, κυρώσεις, πίεση των ΗΠΑ για αποσύνδεση από την Κίνα) χτυπούν τις ενεργειακές και επενδυτικές ροές, το μοντέλο της Fidesz αποδεικνύεται ευάλωτο. Ο πληθωρισμός στην Ουγγαρία εκτοξεύεται, η κυβέρνηση απαντά με λιτότητα και αποπροσανατολιστικές πολιτισμικές εκστρατείες (LGBTQ, κ.λπ.), η ΕΕ παγώνει κονδύλια, η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώνεται. Η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών όπως το Tisza, με ηγεσία προερχόμενη από την ίδια τη Fidesz, δεν αμφισβητεί απαραίτητα το μίγμα «νεοφιλελευθερισμός + εθνικο-συντηρητισμός»· περισσότερο επιχειρεί να το «εξυγιάνει» από την ωμή διαφθορά.
Στην Πολωνία, παρότι το PiS χάνει την εξουσία, η ιδέα της «επαν-πολωνοποίησης» της οικονομίας υιοθετείται από τον Τουσκ, δείχνοντας ότι η εθνικοσυντηρητική οικονομική λογική επιβιώνει και πέρα από τις ίδιες τις κυβερνήσεις που την εγκαινίασαν.
Συμπέρασμα: Το μοντέλο της εθνικιστικής δεξιάς στην Ουγγαρία και την Πολωνία δεν αποτελεί φιλολαϊκή εναλλακτική στον νεοφιλελευθερισμό, αλλά μια παραλλαγή του. Αναδιατάσσει ποιοι καπιταλιστές κερδίζουν, ενισχύει την κομματική εξάρτηση του εγχώριου κεφαλαίου, συνδυάζει επιλεκτικές κοινωνικές παροχές με σκληρή πειθάρχηση της εργασίας και διατηρεί την εξαρτημένη θέση των οικονομιών στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Ως τέτοιο, μπορεί να είναι πολιτικά αποτελεσματικό, αλλά είναι δομικά ασταθές και δεν προσφέρει διέξοδο από τις κρίσεις που το γέννησαν.