ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΙΚΙΛΙΑ

Η Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης: Μεταξύ εξάρτησης και κυριαρχίας

Η Ελλάδα βιώνει μια πρωτοφανή εισροή ευρωπαϊκών κονδυλίων: Σχεδόν 65 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις και ένα συνολικό πακέτο 90 δισ. ευρώ, τη μεγαλύτερη μεταφορά πόρων στην ιστορία της. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι γνώριμο: Μέτρια μεγέθυνση, αναιμική παραγωγικότητα και διαιώνιση της εξάρτησης από τις επιδοτήσεις.

Το ΑΕΠ αυξάνεται κατά περίπου 2% ετησίως, η παραγωγικότητα λιγότερο, μεγέθυνση χωρίς δυναμισμό και στρατηγική. Οι επιδοτήσεις απορροφώνται χωρίς να πολλαπλασιάζονται. Χρηματοδοτούν κατανάλωση, σεμινάρια και διοικητικές δράσεις, ενισχύοντας μια «πελατειακή οικονομία». Η διακυβέρνηση έχει περιοριστεί στη διαχείριση απορροφήσεων, όχι στη χάραξη πολιτικής, το κράτος σε λογιστή αντί για αρχιτέκτονα.

Το μάθημα είναι σαφές: Το κεφάλαιο χωρίς ικανή διακυβέρνηση καταλήγει σε σπατάλη. Το πρόβλημα δεν είναι η ποσότητα των χρημάτων, αλλά η ποιότητα των θεσμών, η ικανότητα του κράτους να μετατρέπει πόρους σε παραγωγική δύναμη και εμπιστοσύνη.

Οι προτεραιότητες της ΕΕ αλλάζουν. Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μια εφάπαξ παρέμβαση. Το νέο Πολυετές Πλαίσιο (2028–2034) θα εστιάσει στην άμυνα, την τεχνολογία και τη γεωπολιτική αυτονομία. Οι γενναιόδωρες μεταβιβάσεις θα μειωθούν. Αν η Ελλάδα χάσει το 30% των επιδοτήσεων, ο αντίκτυπος θα είναι σοβαρός: Περιορισμός δημοσίων επενδύσεων και κίνδυνος έντονης δημοσιονομικής πίεσης, με χρεολυτικές υποχρεώσεις σχεδόν 11 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2029–32.

Το πρόβλημα δεν είναι δημοσιονομικό, είναι πολιτικό. Το κράτος λειτουργεί επί δεκαετίες ως διανομέας χρημάτων αντί φορέας μετασχηματισμού. Έτσι δημιουργήθηκε μια οικονομία patchwork, με ελάχιστες δυναμικές νησίδες σε ένα πέλαγος επιχειρηματικής στασιμότητας, αναζήτηση πελατειακών προσόδων, υποτονική παραγωγικότητα και περιορισμένη καινοτομία. Όταν οι μεταβιβάσεις μειωθούν, το σοκ θα είναι συστημικό.

Η Ελλάδα χρειάζεται καταρχήν μια στρατηγική μετάβασης που να υποκαθιστά προσωρινά τις επιδοτήσεις, μέσω αυξημένης ευρωπαϊκής συμμετοχής σε κοινές επενδύσεις, ευνοϊκής χρηματοδότησης από την ΕΤΕΠ και προσωρινής εξαίρεσης δαπανών από τους δημοσιονομικούς κανόνες.  

Πάνω απ’ όλα όμως χρειάζεται μια εθνική στρατηγική ασφάλειας, ανθεκτικότητας και παραγωγικής αυτονομίας, ικανή να αντικαταστήσει τις επιδοτήσεις με αποδόσεις πραγματικών επενδύσεων.

Η εθνική ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την αποτροπή αλλά και από την οικονομική και τεχνολογική ικανότητα. Μια αξιόπιστη αμυντική βιομηχανία που παράγει, καινοτομεί και εξάγει θα ενίσχυε ταυτόχρονα κυριαρχία και δημοσιονομική σταθερότητα. Χρειάζεται συνέπεια και βιομηχανική πολιτική βασισμένη σε ικανότητα, όχι πελατειακές σχέσεις.

Ο τουρισμός έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο τομέα αλλά δεν επαρκεί για να στηρίξει μια σύγχρονη οικονομία. Οι υποδομές, που επιταχύνουν τις λοιπές επενδύσεις, η ενέργεια, η αμυντική βιομηχανία, τα φάρμακα, τα μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, τα προϊόντα μετάλλων και η παραγωγή εξαρτημάτων μπορούν να συμπληρώσουν την παραγωγική βάση. Αυτό απαιτεί αποτελεσματικές δημόσιες επενδύσεις, όχι απλή απορρόφηση, περιφερειακή ισορροπία και συνεργατικά οικοσυστήματα επιχειρήσεων.

Η Ελλάδα γερνά και συρρικνώνεται. Αν οι τάσεις συνεχιστούν, η αναζωογόνηση θα είναι αδύνατη. Η πολιτική πρέπει να στηρίξει οικογένειες, να διευκολύνει την επιστροφή νέων επιστημόνων και να προσελκύσει επιλεκτικά παραγωγικούς μετανάστες.  Η δημογραφική ανθεκτικότητα δεν είναι κοινωνική πολιτική· είναι όρος οικονομικής επιβίωσης.

Η χώρα εξαρτάται από εισαγόμενες ψηφιακές υποδομές. Στον 21ο αιώνα, η κυριαρχία ορίζεται από τον έλεγχο των δεδομένων και των αλγορίθμων. Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και τη ψηφιακή διοίκηση πρέπει να είναι προτεραιότητα. Τα πανεπιστήμια, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, οφείλουν να γίνουν πυρήνες καινοτομίας.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε σταυροδρόμι ηπείρων. Μπορεί να γίνει ενεργειακός και εμπορικός κόμβος που ενώνει Ανατολή και Δύση, να ενισχύσει τον ρόλο της στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, και να προωθήσει κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στον Νότο. Οι χώρες του Νότου μπορούν, μέσω του μηχανισμού «ενισχυμένης συνεργασίας» της ΕΕ, να προωθήσουν κοινά σχέδια σε πράσινη ενέργεια, ναυτιλία, αγροδιατροφή και ψηφιακή καινοτομία. Η Ελλάδα, όπως και τη δεκαετία του 1980 με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, μπορεί να ηγηθεί ξανά, υπό έναν όρο: Να διαθέτει αποτελεσματική διακυβέρνηση και αξιόπιστους θεσμούς. Χωρίς αυτούς, καμία διεθνής στρατηγική δεν αντέχει.

Η ποιότητα των θεσμών είναι ο καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας.  Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης αποτελεί το πιο επείγον έργο. Η ψηφιοποίηση, η διαφάνεια και η λογοδοσία πρέπει να αντικαταστήσουν την κουλτούρα της αδράνειας και της συναλλαγής. Κάθε σοβαρή μεταρρύθμιση - στην εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη φορολογία, την ενέργεια - εξαρτάται από αυτή τη μεταμόρφωση. Η θεσμική ανασυγκρότηση δεν είναι κεφάλαιο πολιτικής· είναι η ραχοκοκαλιά του εθνικού σχεδίου.

Η λειτουργία των θεσμών καθορίζει και την οικονομική κυριαρχία. Η πώληση κρίσιμων υποδομών -ενέργειας, ύδρευσης, μεταφορών, λιμανιών, τραπεζών - προκαλεί εύλογη ανησυχία. Όταν η ιδιοκτησία στρατηγικών πόρων περνά σε ξένα χέρια, συχνά με εγχώρια χρηματοδότηση, η εξουσία λήψης αποφάσεων μεταφέρεται επίσης στο εξωτερικό.

Ο πλούτος είναι δύναμη, και η δύναμη χωρίς θεσμικό έλεγχο σημαίνει εξάρτηση. Η κυριαρχία σήμερα δεν χάνεται στα πεδία των μαχών αλλά στις συμβάσεις. Οι χώρες που δεν μπορούν να ρυθμίζουν ή να διαπραγματεύονται ισότιμα, εκμισθώνουν το μέλλον τους. Αν ένα κράτος χάσει τον έλεγχο της ενέργειας, των επικοινωνιών και των υποδομών του, χάνει την ουσία της κυριαρχίας του.

Αυτό δεν συνεπάγεται επιστροφή στον κρατισμό, αλλά τη διαμόρφωση ενός ισχυρού, διαφανούς και νομικά θωρακισμένου μηχανισμού ελέγχου στρατηγικών επενδύσεων, ώστε να διασφαλίζονται το δημόσιο συμφέρον και η εθνική ασφάλεια. Η Ελλάδα μπορεί να πρωτοστατήσει και σε μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για κοινό μηχανισμό ελέγχου.

Η εποχή των άφθονων επιδοτήσεων τελειώνει. Το θεμέλιο της ευημερίας δεν είναι οι μεταβιβάσεις, αλλά η εμπιστοσύνη, και αυτή πηγάζει μόνο από αποτελεσματικούς θεσμούς και ικανή διακυβέρνηση. Η χώρα έχει να επιλέξει: Να παραμείνει εξαρτημένη από ευρωπαϊκά κεφάλαια και ξένους επενδυτές ή να οικοδομήσει μια οικονομία βασισμένη στην παραγωγή, την τεχνολογία και τη θεσμική αξιοπιστία.

Ο δεύτερος δρόμος απαιτεί αναπροσδιορισμό του κράτους, όχι ως πανταχού παρόντα γραφειοκράτη, αλλά ως εγγυητή της εθνικής κυριαρχίας, καταλύτη της καινοτομίας και διαχειριστή του δημοσίου συμφέροντος.

Το μάθημα του Ταμείου Ανάκαμψης είναι ξεκάθαρο: Τα χρήματα δεν χτίζουν έθνη, οι θεσμοί τα χτίζουν.  Το πεπρωμένο της Ελλάδας δεν θα καθοριστεί από τις Βρυξέλλες, αλλά από τη διακυβέρνηση και τους θεσμούς που θα οικοδομήσει – ή όχι - στο εσωτερικό της.

 

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Οικονομολόγος, Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!