ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΙΚΙΛΙΑ

Η πελατειακή πολιτική πνίγει τις παραγωγικές δυνάμεις

Η οικονομική δυσπραγία της Ελλάδας διαρκεί ήδη μιάμιση δεκαετία. Παρά τις διαλείπουσες «εκρήξεις» μεταρρυθμίσεων – λίγες ουσιαστικές, οι περισσότερες επιφανειακές - η χώρα παραμένει βυθισμένη σε υποτονική ανάπτυξη και αναιμική παραγωγικότητα, που και οι δύο, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς και την κυβέρνηση, προβλέπεται να παραμείνουν γύρω στο 1% για το ορατό μέλλον. Η δημογραφική παρακμή και η υπογεννητικότητα συμπλέουν με την υπο-εκπαίδευση, την κλιματική αλλαγή, το βουνό του χρέους και τις ασταθείς αγορές ενέργειας επιβαρύνοντας αυτή την πρόβλεψη. Ωστόσο, η ουσία του ζητήματος βρίσκεται αλλού: Στη θεσμική αρχιτεκτονική που διέπει την κατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας.

Στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται η στάσιμη παραγωγικότητα της Ελλάδας: Οι μηχανισμοί με τους οποίους οι ώρες εργασίας και το επενδυμένο κεφάλαιο μετατρέπονται σε παραγωγή. Μια πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ καταδεικνύει ότι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι η έλλειψη επιχειρηματικότητας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούνται οι πόροι της.  Πάρα πολύ κεφάλαιο διοχετεύεται σε επιχειρήσεις χαμηλής απόδοσης, ενώ οι πιο δυναμικές εταιρείες — μικρές επιχειρήσεις με υψηλές προοπτικές και πραγματικό δυναμικό ανάπτυξης, οι scalers της οικονομίας— παραλύονται από την αδιαφανή νομοθεσία, τη δαιδαλώδη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, την αναποτελεσματική διακυβέρνηση και την απροθυμία των τραπεζών.

Η μεγέθυνση συνεπάγεται αυξημένο έλεγχο, οπότε πολλοί επιχειρηματίες επιλέγουν να παραμείνουν μικροί και ευέλικτοι, από φόβο ότι η μεγέθυνση θα προκαλέσει νέα στρώματα γραφειοκρατίας και αυξημένη εποπτεία από τις ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες θεωρούν φθηνότερο να επιβάλλουν και να ελέγχουν την εφαρμογή κανονισμών στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.  Εν τω μεταξύ, ευδοκιμεί μια εκτεταμένη παραοικονομία, άμεσο απότοκο των θεσμικών πλαισίων που κάνουν την επίσημη οδό να φαίνεται λιγότερο «ελκυστική».

Ωστόσο, είναι παραπλανητικό να αποδίδουμε αποκλειστικά την ευθύνη στο μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων ή σε κάποια υποδεέστερη διαχειριστική ικανότητα των επιχειρηματιών.  Μια λίγο παλιότερη μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εάν οι γερμανικές επιχειρήσεις «μεταφερθούν» στην Ελλάδα, δεν θα είναι περισσότερο αλλά λιγότερο αποδοτικές από τις ελληνικές επιχειρήσεις.  Αντίθετα, αν οι ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργήσουν στο επιχειρηματικό, θεσμικό και διακυβερνητικό περιβάλλον της Γερμανίας, θα ήταν σχεδόν εξίσου αποδοτικές με τις γερμανικές επιχειρήσεις.  Είναι η ποιότητα των θεσμών, όχι η εφευρετικότητα των επιχειρηματιών, που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές επιδόσεις.

Η Πορτογαλία, ένα έθνος συγκρίσιμο με την Ελλάδα σε μέγεθος και πληθυσμό, προσφέρει ένα χαρακτηριστικό αντιπαράδειγμα.

Υποστηρίζει 1,2 εκατομμύρια επιχειρήσεις - 40% περισσότερες από την Ελλάδα - αλλά 55% περισσότερες μεσαίες (50-249 εργαζόμενοι) και 90% περισσότερες μεγάλες (250+ εργαζόμενοι).  Αν και το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων σε όρους απασχόλησης είναι σχεδόν το ίδιο στις δυο χώρες, οι Πορτογάλοι εργαζόμενοι παράγουν κατά μέσο όρο περίπου 11% μεγαλύτερο κύκλο εργασιών ανά άτομο - αλλά 33% μεγαλύτερο στις επιχειρήσεις με 10-19 απασχολούμενους και 38% στη κατηγορία με 20-49 απασχολούμενους -  δημιουργούν 15% μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, 25% υψηλότερη «κερδοφορία» (Gross operating surplus) και 21%-25% υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας από τους Έλληνες ομολόγους τους. Το πλεονέκτημα είναι πιο έντονο στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, την ίδια την ατμομηχανή της δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Αυτό που στηρίζει τη σχετική επιτυχία της Πορτογαλίας δεν είναι η τύχη, αλλά χρόνια επίπονης θεσμικής μεταρρύθμισης.

Στον δείκτη κυβερνητικής αποτελεσματικότητας της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Πορτογαλία κατατάσσεται στη διάμεση θέση, ενώ η Ελλάδα παραπαίει κοντά στο τελευταίο δεκατημόριο. Στην ποιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου (WGI) η  Πορτογαλία κατατάσσεται στην 75η εκατοστιαία θέση έναντι της Ελλάδας που βρίσκεται περίπου στην 9η εκατοστιαία θέση, στο χαμηλότερο 10% των χωρών. 

Στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας (CPI 2023, 0=«πολύ διεφθαρμένη» έως 100=«πολύ καθαρή»), η Ελλάδα κατατάσσεται στην 59η θέση από τις 180, βαθμολογία 49/100, αντανακλώντας «σοβαρές προκλήσεις διαφθοράς» ενώ η Πορτογαλία: στην 34η θέση (βαθμολογία 60/100).  

Στον Δείκτη Κράτους Δικαίου του World Justice Project (WJP 2024)  η Ελλάδα βρίσκεται στην 29η θέση μεταξύ 31 χωρών της Ευρώπης και της Β. Αμερικής και η Πορτογαλία στην 21η

Στον δείκτη διεθνούς φορολογικής ανταγωνιστικότητας του Tax Foundation, αντίθετα, ο οποίος καλύπτει και τις 38 χώρες του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα υπερτερεί:  βρίσκεται στην 27η θέση (17η στη φορολογία επιχειρήσεων, 9η ατομικών εισοδημάτων, 34η στους φόρους κατανάλωσης και 27η στη φορολογία ακίνητης περιουσίας) ενώ η Πορτογαλία στην 35η, (37η στη φορολογία επιχειρήσεων, 26η ατομικών εισοδημάτων, 22η στους φόρους κατανάλωσης και 20η στη φορολογία ακίνητης περιουσίας). 

Το οικονομικό κόστος, ωστόσο, που δημιουργεί η θεσμική παράλυση δεν αντισταθμίζεται από τη μείωση ορισμένων φορολογικών συντελεστών.  Το κοινωνικό κόστος αντανακλάται στο χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας και πραγματικών μισθών με ότι αυτό συνεπάγεται.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Πορτογαλίας με βάση την αγοραστική δύναμη είναι περίπου 22,5% υψηλότερο από το αντίστοιχο της Ελλάδας. Εμπειρικές μελέτες αποδίδουν το 30-40% των εισοδηματικών διαφορών μεταξύ των χωρών σε διαφορές ως προς την διακυβέρνηση, την ποιότητα των θεσμών και τον έλεγχο της διαφθοράς.  Εάν η Ελλάδα μπορούσε να φτάσει τα θεσμική ποιότητα της Πορτογαλίας, η θεωρία και η οικονομετρία υποδεικνύουν ότι το κατά κεφαλήν εισόδημά της θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 10-15%.  Μια τέτοια ώθηση όχι μόνο θα μείωνε το εισοδηματικό χάσμα, αλλά θα μπορούσε να επιφέρει έναν πιο αποδοτικό ιδιωτικό τομέα και ενδεχομένως απτές κοινωνικές βελτιώσεις, μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων.

Η πελατειακή πολιτική και η αδύναμοι θεσμοί στην Ελλάδα επιβάλλουν ένα βαρύ, ποσοτικοποιήσιμο κόστος: Yψηλότερες τιμές, υπηρεσίες χαμηλότερης ποιότητας, βραδύτερη ανάπτυξη, χαμηλότερους μισθούς και υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.  Η μεταρρύθμιση στην Ελλάδα πρέπει επομένως να υπερβεί τα μέτρα που ελκύουν τα πρωτοσέλιδα. Προτεραιότητα πρέπει να είναι η ανοικοδόμηση των θεμελιωδών θεσμών εμπιστοσύνης, διαφάνειας, καταπολέμησης της διαφθοράς, διακυβέρνησης και απλότητας των κανονισμών. Μόνο έτσι μπορεί η χώρα μας να ανακατευθύνει το κεφάλαιο προς τις πιο παραγωγικές του χρήσεις, να απελευθερώσει το λανθάνον δυναμικό των επιχειρήσεών της και να επιτύχει τη βιώσιμη ανάπτυξη που τόσο απεγνωσμένα χρειάζεται ο λαός της.

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι οικονομολόγος, Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ

 

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!