ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΙΚΙΛΙΑ

Οι δασμοί των ΗΠΑ μια ευκαιρία για την Ευρώπη και την Ελλάδα

Ο κλονισμός από την εμπορική / δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης Trump αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για την Ευρώπη.  Οι δασμοί, στο βαθμό και το εύρος που θα (αν) επιβληθούν,  ίσως οδηγήσουν σε μια ύφεση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας.  Η αναγκαία εξισορρόπηση, ωστόσο, του διεθνούς εμπορίου και των χρηματοπιστωτικών ροών μπορεί να αποδειχθούν ευεργετικά για την Ευρώπη, αν ανταποκριθεί με την κατάλληλη πολιτική απάντηση.

Το μεταπολεμικό διεθνές εμπορικό καθεστώς όπως προσδιορίστηκε στο Bretton Woods το 1944, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη φάση του μετά την αποσύνδεση της ανταλλαξιμότητας δολαρίου και χρυσού το 1971 από την κυβέρνηση Nixon, έχει προκαλέσει πολλές στρεβλώσεις στην παγκόσμια οικονομία: ορισμένες χώρες συγκεντρώνουν τεράστια πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (Κίνα και Γερμανία), ενώ άλλες (κυρίως οι ΗΠΑ) εμφανίζουν ελλείμματα.  Αυτό σημαίνει αποβιομηχάνιση στις ελλειμματικές χώρες και πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στις πλεονασματικές.  Όλες οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα αυτό, με διαφορετικούς τρόπους μεν, αλλά με κοινό στόχο την διατήρηση του ηγεμονικού ρόλου δολαρίου ως το παγκόσμιο αποθεματικό και συναλλακτικό μέσο.

Η εμπορική / δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης Trump αποτελεί ένα τμήμα μιας συνολικής οικονομικής και γεωπολιτικής στρατηγικής με τελικό σκοπό την αναδιοργάνωση του παγκόσμιου εμπορικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω, κυρίως, της διαχείρισης του ηγεμονικού ρόλου του δολαρίου ως το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.  Κεντρικός στόχος της στρατηγικής είναι ένα φθηνότερο δολάριο που θα παραμείνει ταυτόχρονα το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, δηλαδή η υποτίμηση του δολαρίου - ή η ανατίμηση των νομισμάτων κυρίως της Ευρώπης και της Ασίας - χωρίς οι τελευταίες να μειώσουν μακροχρόνια την κατοχή τους σε δολάρια και τίτλους του αμερικανικού δημοσίου.  Η στρατηγική αυτή είναι άμεσα συνυφασμένη με την εθνική ασφάλεια, τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και τον ρόλο τους στην παγκόσμια τάξη.

Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη;  Το ευρωπαϊκό πρόβλημα είναι η έλλειψη εσωτερικής ζήτησης, όπως αποδεικνύεται από τα τεράστια πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με κύριο πρωταγωνιστή τη Γερμανία.  Το πρόβλημα δεν είναι οι γερμανικές εξαγωγές, αλλά οι ισχνές εισαγωγές της και η ανεπάρκεια της εγχώριας δαπάνης και ζήτησης.

Τα προβλήματα που προκαλούν τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα συζητούνται εδώ και καιρό.  Μετά τη δεκαετία του 1970 ο κεντρικός στόχος της γερμανικής οικονομικής πολιτικής είναι η επίτευξη εμπορικών πλεονασμάτων με την υπόλοιπη Ευρώπη και η μεταφορά των κεφαλαίων στις ΗΠΑ όπου οι μεγάλες αποδόσεις επιτρέπουν την ακόμα μεγαλύτερη διεθνοποίηση της γερμανικής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας.  Το μείζον εμπόδιο σε αυτή τη στρατηγική ήταν αφενός οι συνεχείς και μεγάλες υποτιμήσεις των νομισμάτων τους στις οποίες ήταν υποχρεωμένες να προσφεύγουν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες– κυρίως οι μεγαλύτερες, όπως η Ιταλία – για να περιορίζουν το εξωτερικό τους έλλειμμα και να διατηρούν, έστω και πρόσκαιρα, την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους, και, αφετέρου, η «αναπόφευκτη» αστάθεια του δολαρίου που οφειλόταν στις πολιτικές των ΗΠΑ.  Έτσι προέκυψαν οι μηχανισμοί περιορισμού των συναλλαγματικών διακυμάνσεων από το Ευρωπαϊκό Φίδι του 1972, το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ERM) και το ECU ως το σημερινό Ευρώ.  Στον πυρήνα της στρατηγικής αυτής κυριαρχεί η απαρέγκλιτη εφαρμογή αντιπληθωριστικών πολιτικών σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια με κύριες διαστάσεις την μείωση των πραγματικών μισθών και τους χαμηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ.  Η στρατηγική αυτή εντάθηκε από τη δημοσιονομική πίεση που αντιμετώπισε η Γερμανία λόγω της Επανένωσης τη δεκαετία του 1990.  Οι προϋποθέσεις συμμετοχής στην ευρωζώνη – πληθωρισμός 2%, δημόσιο έλλειμμα 3%, δημόσιο χρέος 60% του ΑΕΠ – σημαίνουν ότι οι ανταγωνιστικές υποτιμήσεις νομισμάτων έδωσαν τη θέση τους στις εσωτερικές υποτιμήσεις μέσω κυρίως της μείωσης του κόστους εργασίας και της δημοσιονομικής λιτότητας.  Η ανεπαρκής εγχώρια δαπάνη – κυρίως σε δημόσιες επενδύσεις - σε συνδυασμό με την διαρκή εσωτερική υποτίμηση είναι ίσως η βασικότερη αιτία για τη μεγάλη υστέρηση παραγωγικότητας και καινοτομίας της Ευρώπης σε σχέση με τις ΗΠΑ.

 

Τα εξαγωγικά πλεονάσματα δεν αντικατοπτρίζουν απλώς την ανταγωνιστικότητα αλλά και την υπέρβαση της παραγωγής έναντι των δαπανών. Οι πλεονασματικές χώρες στην ουσία εισάγουν τη ζήτηση (και τις θέσεις εργασίας) που δεν δημιουργούν στο εσωτερικό τους και εξάγουν ύφεση (και ανεργία).  Οι ελλειμματικές χώρες ωθούνται από την προσφορά φθηνών εισαγωγών από τις πλεονασματικές χώρες να επενδύσουν σε μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες.  Καθώς οι ευάλωτες χώρες συρρικνώνουν τα εξωτερικά τους ελλείμματα, ενώ η κύρια χώρα-πιστωτής παραμένει πλεονασματική, η ευρωζώνη δημιουργεί τεράστια εξωτερικά πλεονάσματα.  Δεδομένης της ελλειμματικής ζήτησης στην ευρωζώνη, η εισαγωγή ζήτησης από την πλεονασματική χώρα είναι μια πολιτική «beggar-my-neighbour, ζητιανεύω τον γείτονά μου» για τον κόσμο και την Ευρώπη. Οι ΗΠΑ έχουν κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρονται γι' αυτή τη νεο-μερκαντιλιστική πολιτική, όπως και η Ευρώπη έχει δικαίωμα να διαμαρτύρεται για τις ρυθμιστικές αποτυχίες των ΗΠΑ.

Όπως σημείωσε ο M.Draghi σε ομιλία του στις Βρυξέλλες στις 16 Απριλίου 2024, «εφαρμόσαμε μια σκόπιμη στρατηγική μείωσης του κόστους εργασίας μεταξύ των χωρών και συνδυάσαμε αυτή τη στρατηγική με μια προκυκλική δημοσιονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η εγχώρια ζήτηση και να υπονομευθεί το κοινωνικό μας μοντέλο»... και θα μπορούσε να προστεθεί ότι αυτό έκανε τους ευρωπαίους πολίτες πολύ πιο «ευάλωτους» στην αντισυστημική προπαγάνδα δίνοντας μεγάλη ώθηση στην άνοδο των ακροδεξιών δυνάμεων.

Αυτή η εμπορική δυναμική συνέβαλε στην εμφάνιση σημαντικών ανισορροπιών εντός της ζώνης του ευρώ και στην επακόλουθη κρίση χρέους στις χώρες του Νότου της ΕΕ την περίοδο 2008-2012.  Μετά την κρίση, όταν η νότια Ευρώπη δεν μπορούσε να απορροφά στον ίδιο βαθμό με το παρελθόν τα γερμανικά πλεονάσματα, αυτά κατέληγαν όλο και περισσότερο στις ΗΠΑ.  Ανεξάρτητα από το βαθμό και το εύρος επιβολής των αμερικανικών δασμών, η μοναδική διέξοδος για την Ευρώπη είναι η αλλαγή στρατηγικής: από την ανταγωνιστικότητα που εδράζεται στην εσωτερική υποτίμηση στην παραγωγικότητα που εδράζεται στην καινοτομία.  Η στρατηγική αυτή απαιτεί, αφενός, την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης – ιδιαίτερα αφού η ασθενής ζήτηση ανατροφοδοτεί την αδυναμία της παραγωγικότητας και της καινοτομίας - με ενίσχυση των δημόσιων υποδομών, συμπεριλαμβανομένων της υγείας και της παιδείας, παραγωγικές επενδύσεις και καλύτερες αμοιβές. 

Το άλλο σκέλος, αφετέρου, αφορά στους ενδοευρωπαϊκούς περιορισμούς που θέτουν οι υψηλοί εσωτερικοί φραγμοί και τα ρυθμιστικά εμπόδια στην παραγωγή τα οποία είναι πολύ πιο επιζήμια για την ανάπτυξη από οποιουσδήποτε δασμούς θα μπορούσαν να επιβάλουν οι ΗΠΑ.  Το ΔΝΤ εκτιμά ότι τα εσωτερικά εμπόδια της Ευρώπης ισοδυναμούν με δασμούς 45% για τη μεταποίηση και 110% για τις υπηρεσίες με αποτέλεσμα την συρρίκνωση της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται οι ευρωπαϊκές εταιρείες: το εμπόριο μεταξύ των χωρών της ΕΕ είναι λιγότερο από το μισό σε σύγκριση με το αντίστοιχο μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ.  Το μερίδιό της Ευρώπης στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο από των ΗΠΑ ενώ οι αγορές ομολόγων της είναι κατακερματισμένες  - υπενθυμίζουμε την έμφαση των Letta και Draghi στην διεύρυνση της ενιαίας αγοράς στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ταυτόχρονα, όπως τόνισε πρόσφατα ο Draghi, «η ΕΕ επέτρεψε σε ρυθμιστικούς κανόνες να διέπουν το πιο καινοτόμο σκέλος των υπηρεσιών —το ψηφιακό— εμποδίζοντας την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών εταιρειών τεχνολογίας και μην επιτρέποντας στην οικονομία να ξεκλειδώσει μεγάλα κέρδη παραγωγικότητας. Το κόστος συμμόρφωσης με τον GDPR, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι έχει μειώσει τα κέρδη για τις μικρές ευρωπαϊκές εταιρείες τεχνολογίας έως και 12%.  Συνολικά, η Ευρώπη έχει ουσιαστικά αυξήσει τους δασμούς εντός των συνόρων της και ενισχύει τους ρυθμιστικούς κανόνες σ' έναν τομέα που αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ της ΕΕ.». 

Το κρισιμότερο, ίσως, «ελάττωμα» στην ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική διευθέτηση είναι ότι ενώ οι υπερβολικά ελλειμματικές χώρες είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν μέτρα «λιτότητας» – και συνήθως τα εξωτερικά ελλείμματα συνοδεύονται από δημόσια ελλείμματα και αύξηση του δημοσίου χρέους - δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός μηχανισμός αντιμετώπισης των υπερβολικών εμπορικών πλεονασμάτων, ιδίως της Γερμανίας.  Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια αβλεψία αλλά βρίσκεται, όπως σημειώθηκε παραπάνω, στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής.  Μια σύντομη ιστορική αναδρομή θα βοηθήσει στην κατανόηση.

Η ανάγκη για ταυτόχρονη προσαρμογή τόσο των υπερβολικών ελλειμμάτων όσο και των πλεονασμάτων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό, είχε ήδη επισημανθεί στη Διάσκεψη του Bretton Woods το 1944.  Η βρετανική πρόταση γνωστή, ως "Σχέδιο Keynes", περιλάμβανε τη δημιουργία μιας Διεθνούς Ένωσης Εκκαθάρισης (International Clearing Union) η οποία αποσκοπούσε στη διόρθωση των ανισορροπιών  - να εμποδίζει, δηλαδή, τη δημιουργία συστηματικών πλεονασμάτων σε μερικές χώρες και μονίμων ελλειμμάτων σε άλλες - και την σταθεροποίηση του διεθνούς οικονομικού συστήματος.  Η βρετανική πρόταση απορρίφθηκε από τις ΗΠΑ, οι οποίες επέβαλαν το "Σχέδιο White" που εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντά τους την εποχή εκείνη.  Το επίδικο θέμα αφορούσε στη διαχείριση των εμπορικών πλεονασμάτων.  Ο Keynes και ο White δεν διαφωνούσαν στην αναγκαιότητα διευθέτησης – δηλ. ανακύκλωσης - των εμπορικών πλεονασμάτων, αλλά στο ποιος θα τα ανακύκλωνε.  Το Σχέδιο Keynes πρότεινε ένα αντικειμενικό σύστημα μέσω μιας διεθνούς κεντρικής τράπεζας με τη συμμετοχή όλων των κρατών, ενώ στο Σχέδιο White που επικράτησε η ανακύκλωση αυτή γινόταν κατά το δοκούν από τις ΗΠΑ.  Όταν οι ΗΠΑ μετατράπηκαν σε μόνιμα ελλειμματική χώρα τη δεκαετία του 1960, λόγω των αδυναμιών που είχε προβλέψει το "Σχέδιο Keynes" και στόχευε να διορθώσει, άλλαξαν μονομερώς και το διεθνές νομισματικό σύστημα τον Αύγουστο του 1971, διατηρώντας τον ηγεμονικό ρόλο του δολαρίου και ανακυκλώνοντας πλέον κατά το δοκούν τα πλεονάσματα της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και μετέπειτα της Κίνας.  Όπως εκφράστηκε λίγα χρόνια μετά από τον Paul Volcker, βασικό αρχιτέκτονα της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ μετά το 1971 και μετέπειτα διοικητή της FED, “..a controlled disintegration in the world economy is a legitimate objective of USA for the 1980’s…”.  Χρήσιμες υπενθυμίσεις που μας βοηθούν να απομακρυνθούμε από την ακαμψία των ορθόδοξων οικονομικών και τις «υστερικές» αναλύσεις των ημερών.

Η εδραίωση ενός αντίστοιχου μηχανισμού ανακύκλωσης των συστηματικών εμπορικών πλεονασμάτων, κυρίως της Γερμανίας, στην Ευρωζώνη αποτελεί πλέον μια επιτακτική αναγκαιότητα.  Οι βασικοί θεσμοί που είναι απαραίτητοι για να λειτουργήσει μια σύγχρονη εκδοχή του "Σχεδίου Keynes" έχουν ήδη δημιουργηθεί στην Ευρωζώνη, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναλαμβάνει το ρόλο του οργανισμού εκκαθάρισης και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να εκπονεί και να χρηματοδοτεί μαζί με την ΕΚΤ παραγωγικά σχέδια σε ελλειμματικές περιοχές μέσω της έκδοσης ομολόγων.

Η τυπική ανάλυση υποδεικνύει ότι η Ελλάδα έχει μικρή εμπορική εξάρτηση από τις ΗΠΑ και επομένως θα έχει περιορισμένες άμεσες επιπτώσεις από τους δασμούς, ωστόσο ενδέχεται να επηρεαστεί έμμεσα, καθώς μια επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου μπορεί να μειώσει τη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες και να περιορίσει τις προοπτικές ανάπτυξης.  Επιπλέον η  αυξημένη αβεβαιότητα στις αγορές λειτουργεί αποτρεπτικά για τις επενδύσεις. 

Για την Ελλάδα το κεντρικό ζήτημα είναι η έλλειψη μιας αναπτυξιακής πολιτικής, που αφορά τόσο τη βιομηχανία όσο και τις υπηρεσίες και την πρωτογενή παραγωγή, χωρίς να ξεχνάμε ότι η διαμόρφωση βιομηχανικής πολιτικής σε μια χώρα με αδύναμο τεχνολογικό υπόβαθρο, όπως η Ελλάδα, δεν είναι εύκολο εγχείρημα, ιδιαίτερα σήμερα που η τεχνολογική πολιτική και η πολιτική ενίσχυσης της γνώσης έγιναν η σύγχρονη εκδοχή βιομηχανικής πολιτικής.

Βασική επιδίωξη μιας αναπτυξιακής πολιτικής είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας (στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες, στα αγροτικά, στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα) και της «διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας, ιδίως των τεχνολογικών – καινοτομικών ικανοτήτων της, η προσαρμογή της στα χαρακτηριστικά του διεθνούς ανταγωνισμού, η επίτευξη ανταγωνιστικής κλίμακας παραγωγής, η δημιουργία υποδομών (υλικών και άυλων, όπως το εκπαιδευτικό σύστημα και η δημόσια υγεία), η λειτουργία της Δικαιοσύνης, το θεσμικό πλαίσιο, η λειτουργία του κράτους, η γραφειοκρατία και η χαώδης επικάλυψη αρμοδιοτήτων, ο χωροταξικός σχεδιασμός, η διακυβέρνηση σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο κλπ.

Οι μακροχρόνιες προβλέψεις διεθνών οργανισμών (Ε.Ε., ΔΝΤ κ.ά.) αλλά και της κυβέρνησης για τους ρυθμούς μεγέθυνσης και παραγωγικότητας της χώρας είναι γύρω στο 1%, ενώ γήρανση, υπογεννητικότητα, εκπαίδευση, κλιματική αλλαγή, χρέος και ενεργειακό θα βαραίνουν όλο και περισσότερο στη δυναμική αυτή. Συνεπώς, η ανάγκη να βελτιωθεί ουσιαστικά αυτό το 1% είναι σημαντικός όρος επιτυχίας.  Ολα αυτά σημαίνουν αλλαγές στο μακροχρόνιο υπόδειγμα άσκησης πολιτικής, κυρίως με στροφή σε επενδύσεις, αποταμίευση, τεχνολογία, εκπαιδευτικό σύστημα, υποδομές.  Σε συνδυασμό με το χαμηλότερο επίπεδο επενδύσεων, η σχετικά χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς την παραγωγικότητα και το βιοτικό επίπεδο μακροπρόθεσμα.  Οι αναγκαίες θεσμικές μεταρρυθμίσεις  αποτελούν ένα εξίσου σημαντικό - αν όχι σημαντικότερο - πεδίο δημόσιας πολιτικής που απαιτείται να συμπληρώσει την αναγκαία αναπτυξιακή στρατηγική.

Το κύριο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι τεχνοκρατικής φύσης.  Πηγάζει από το μοντέλο οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων και την οικονομική δομή του με κεντρικά στοιχεία όχι τόσο το εύρος της κρατικής παρουσίας στην οικονομία όσο τον ρόλο του, τις διευρυμένες πελατειακές σχέσεις, μιας κρατικά προστατευμένης εισοδηματικής στρατηγικής των οικογενειών και την προσοδοθηρία.  Την περιττή οξύτητα της μεταρρυθμιστικής μονομέρειας των δυο πρώτων μνημονίων ακολούθησε η ουσιαστική ακύρωση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που πέτυχε η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με το δικό της μνημόνιο.  Αυτό το μεταρρυθμιστικό moratorium επέλεξε να μην ανατρέψει και η επόμενη κυβέρνηση της ΝΔ  καταφέρνοντας να εκφράσει διάσπαρτα τμήματα μιας κατακερματισμένης μεσαίας τάξης, τροποποιώντας ορισμένους όρους της κοινωνικής συμφωνίας που παρέλαβε χωρίς όμως να την κατεδαφίσει. 

Το μεγάλο διακύβευμα της πολιτικής σήμερα – και εν πολλοίς το πολιτικό αδιέξοδο - απορρέει από μια δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα: Δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην «κανονικότητα» των προηγούμενων δεκαετιών.

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι οικονομολόγος, Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!