Το αμόνι δέχεται διπλό χτύπημα
Απ’το σφυρί του μάστορα
κι από τη βαριοπούλα του βοηθού
Βασίλης Μαστρογιάννης, Το αμόνι
Η τραγωδία των Τεμπών εξελίσσεται σε μια πραγματική αναθεώρηση του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης στη χώρα μας τόσο στο επίπεδο της τακτικής Δικαιοσύνης, όσο και σ’αυτό της κοινοβουλευτικής απονομής Δικαιοσύνης, αλλά κυρίως στον ακριβή προσδιορισμό του «Φυσικού Δικαστή».
Τη μεγαλύτερη αμφισβήτηση δέχεται το αρ. 86 του Συντάγματος και ο νόμος για την ποινική ευθύνη υπουργών του 2003.
Η αλήθεια είναι πως η διαδικασία που προβλέπεται έχει ένα μεγάλο πρόβλημα όταν ασκείται προκαταρκτική εξέταση από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, διότι αυτή συγκροτείται κατ’ αναλογίαν της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων, με συνέπεια ν’ αποφασίζει τελικά η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η εφαρμογή της διαδικασίας αυτής απέδειξε μέχρι σήμερα ότι το κριτήριο των αποφάσεων είναι το εκάστοτε κομματικό συμφέρον και όχι οι αντικειμενικά προκύπτουσες αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή ή όχι του ερευνώμενου προσώπου στο Ειδικό Δικαστήριο.
Απόδειξη της παθογένειας αυτής είναι ότι ουδέποτε τα κόμματα που μετέχουν στην επιτροπή κατέληξαν σε ένα ενιαίο πόρισμα: κάθε κόμμα και το πόρισμά του. Αυτό δεν το λες ορθή,αμερόληπτη κι ανεξάρτητη απονομή Δικαιοσύνης.
Στη συνέχεια της παραπάνω διαδικασίας το πόρισμα της πλειοψηφίας γίνεται δεκτό από την Ολομέλεια της Βουλής, οπότε ολοκληρώνεται η απονομή δίκαιης κρίσης [sic] από μία συγκυριακή αριθμητική υπερίσχυση, ενός ή περισσότερων συμπλεόντων κομμάτων
Υπάρχει βέβαια το στάδιο του Πενταμελούς Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές.
Εδώ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση: Ενώ ο νόμος δεν εμπιστεύεται την ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγει τους Δικαστές του Πενταμελούς Συμβουλίου αλλά απαιτεί κλήρωση, αποδέχεται να αποφασίζει για την ενοχή ή την απαλλαγή του ελεγχόμενου πολιτικού προσώπου μία κομματική πλειοψηφία.
Η λύση για την ορθή εφαρμογή του αρ. 86 του Συντάγματος, βρίσκεται στον Κανονισμό της Βουλής, ο οποίος θα μπορούσε να προβλέπει στην Επιτροπή Προκαταρκτικού Ελέγχου να μετέχουν ίσος αριθμός βουλευτών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και των κομμάτων της αντιπολίτευσης που επιλέγονται με κλήρωση. Στο προεδρείο της Επιτροπής να εκπροσωπούνται όλα τα κόμματα με εκλογή από τα μέλη της. Η έκδοση ενιαίου πορίσματος πρέπει να είναι υποχρεωτική, για την απαλλακτική δε πρόταση να απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία.
Συνοπτικά: Η αποκομματικοποίηση της κοινοβουλευτικής Επιτροπής είναι η απάντηση, και τα κοινά δια-κομματικά πορίσματα με πλειοψηφία και μειοψηφία αντίστοιχα η πλέον αξιόπιστη διαδικασία
Η κυρίαρχη τάση όμως είναι ο λεγόμενος Φυσικός Δικαστής, η παραπομπή δηλαδή των πολιτικών προσώπων στην τακτική Δικαιοσύνη
Θα ήταν σωστή λύση, αν την ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν διόριζε η εκάστοτε κυβέρνηση και αν οι Δικαστές είχαν ανεξαρτησία απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και εσωτερικά στο Δικαστικό Σώμα.
Αυτοδιοίκητο σε όλες τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης και εσωτερικός έλεγχος της λειτουργίας της είναι το πρωταρχικό αίτημα
Ευθύνη της κυβέρνησης είναι η εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων για την απονομή της Δικαιοσύνης, όπως ικανό επιστημονικό υποστηρικτικό προσωπικό, γραμματειακή υποστήριξη, κτιριακές υποδομές, τεχνολογική υποδομή, μετεκπαίδευση Δικαστών και γραμματέων, υποστήριξη του αυτοδιοίκητου με έναν Οργανισμό Δικαστηρίων και Δικαστών που προάγει την αξιοκρατία και στη Δικαιοσύνη.
Τότε, και μόνον τότε, ο τακτικός Δικαστής θα είναι φυσικός Δικαστής για τους πολίτες και τους πολιτικούς, οι οποίοι θα δικάζονται με βάση το νόμο, ακόμα κι αν πάντοτε θα ελλοχεύει η ηθική ενός φυσικού δικαίου, όπου η δικαιοσύνη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής αρετής κι όχι παρακολούθημα των πολιτικών συσχετισμών
Στη βάση της γενικευμένης αμφισβήτησης που εμφανίζεται στην απονομή της Δικαιοσύνης βρίσκεται το βασικό πρόβλημα της διάκρισης των εξουσιών.
Από το 1986 διαπιστώνουμε νομοθετικά μία τάση ενίσχυσης του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος εξουσίας, με τον απόλυτο έλεγχο του εκάστοτε πρωθυπουργού στην κοινοβουλευτική διαδικασία και τη Δικαιοσύνη.
Ο πρωθυπουργός, από πρώτος μεταξύ ίσων Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, εξελίχθηκε σε μονοπρόσωπο Όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και συνεπώς της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Τελευταία εκδήλωση του εύρους της εξουσίας αυτής, είναι η εκλογή για πρώτη φορά Προέδρου της Δημοκρατίας με μονοκομματική πλειοψηφία, ενός μέλους του κόμματος της πλειοψηφίας.
Μία επίσης συνέπεια της οργάνωσης της εξουσίας στο σύστημά μας είναι στην πραγματικότητα η ακύρωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, αφού περίπου οι μισοί βουλευτές της πλειοψηφίας είναι υπουργοί, δηλαδή ελεγχόμενοι και ελέγχοντες, υπό την ιδιότητα τον ελεγκτών ασκούν και την αποφασιστική αρμοδιότητα.
Σε γενικές πάντως γραμμές το άρθρο 86 φαίνεται ότι στοιχειώνει πολλούς, για διαφορετικούς ίσως λόγους.
Ένα άρθρο με προ-ιστορία, με συντάκτες, με ψηφίσαντες, με ‘γλυτώσαντες-διαφυγόντες΄, γίνεται σήμερα πεδίο ερμηνευτικών διαξιφισμών λόγω της δήλωσης Τριαντόπουλου.Τα κόμματα μιλάνε για αδιαφανή διαφάνεια της παραπομπής σε αυτή τη φάση στο Δικαστικό Συμβούλιο, διότι δεν νοείται συνταγματική εφαρμογή αλά καρτ, οι συνταγματολόγοι εξορκίζουν το άρθρο ‘σαν μία κακή στιγμή’ της νομοθέτησης [sic] αλλά οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρέπει να εφαρμοστεί ‘δια τελευταίαν φοράν’, οι δημοσιολογούντες δημοσιογράφοι φωτογραφίζουν προθέσεις και διαθέσεις των υπογείως και υπεργείως εμπλεκομένων, δίνοντας συνωμοσιολογικό βάθος στην υπόθεση
Αλαλούμ.
Η Βουλή θέλει και δεν θέλει να εμπλέκεται,οι φυσικοί δικαστές προκρίνονται να ελέγχουν τις παραβιάσεις την ίδια ώρα που η Δικαιοσύνη κατηγορείται εν τω συνόλω της ως ‘διαπλεκόμενη και διεφθαρμένη’, οι πάσης φύσεως υπόλογοι αλληλοκαταγγέλονται κι αλληλοκαλύπτονται κατά περίπτωση, οι περισσότεροι δικηγόροι αδυνατούν να λύσουν τους κόμπους των fake news ή παράγουν νέα μυθεύματα που επικαλύπτουν τις νομικές πτυχές, οι συγγενείς της τραγωδίας ψάχνουν στα τυφλά να βρουν την άκρη του κράτους δικαίου χωρίς να καταστούν όμηροι πολιτικών παιγνίων [ένθεν/ κακείθεν] κι ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τη χώρα
Η όποια συγκάλυψη για τα Τέμπη είναι γνήσιο τέκνο των επί δεκαετίες συγκαλύψεων των ατιμώρητων πράξεων και παραλείψεων των πολιτικών, πολλές όμως φορές σε πλήρη συμφωνία με τους ‘πλαισιώνοντες το σύστημα πολίτες’
Και το μέγα ερώτημα που τίθεται είναι πως μπορεί να επιτευχθεί μία-έστω μερική-[αυτο]κάθαρση όταν ουδείς εμπιστεύεται ουδένα [θεσμό ή άνθρωπο] κι όταν ουδείς από εκείνους που επί τόσα χρόνια κρυβόταν πίσω από τις διατάξεις του άρθρου 86Σ, βγαίνει να κάνει αυτοκριτική;
Το άρθρο 86 κάποια στιγμή θα αλλάξει,όμως οι ενοχές όσων ‘έπαιξαν ‘[ή παίζουν ακόμα] μαζί του, ελπίζω και να μείνουν και να φανούν το ταχύτερο δυνατόν.
(*) Ο Γιάννης Πανούσης είναι ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας, πρώην αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη.