Θα ζητήσουμε προκαταβολικά την επιείκεια τού (ενδεχόμενου) αναγνώστη αυτού του σημειώματος/πρότασης ανάγνωσης, καθώς επιλέγουμε να το αφιερώσουμε σε ένα είδος που σαφώς εκφεύγει των πλαισίων αυτής της σειράς. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή.
Βέβαια είναι μια ποιητική συλλογή προερχόμενη από έναν άνθρωπο με μακρά και μη-ευθύγραμμη διαδρομή στον δημόσιο χώρο της Μεταπολίτευσης: Τον Γιάννη Πανούση, καθηγητή της Εγκληματολογίας (ΔΠΘ) αλλά και με διδασκαλία σε Επικοινωνία/ΜΜΕ (ΕΚΠΑ), νωρίτερα εκ των εμπνευστών του περιβόητου «νόμου-πλαισίου» 1268/82 για τα ΑΕΙ. με σταθερή στράτευση στην βελτίωση της ποινικής μεταχείρισης και των συνθηκών κράτησης – συνολικά των θεμελιωδών δικαιωμάτων – σε μιαν Ελλάδα που παγίως αποφεύγει αυτήν την μείζονα συζήτηση.
Παράλληλα, έχει συνεισφέρει στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων δεκαετιών κείμενα – συχνά ιδιαίτερης γραφής, που θυμίζουν του Ροΐδη την εισήγηση προς συγγραφείς «να τύπτωσιν τας κεφαλάς των ανθρώπων ως με κολοκύνθην ίνα αφυπνίζωνται» - για θέματα κοινωνικά και υπό την ευρύτατη έννοια πολιτικά. Προέκταση, κατά κάποιον τρόπο, αυτής της διαδρομής υπήρξε η θητεία του στο υπουργείο Δημοσίας Τάξεως (ως Προστασίας του Πολίτη, άλλη ιστορία κι αυτή!) τα πρώτα χρόνια της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: δεν έχουμε την μαρτυρία του επ’ αυτού, όμως δεν φάνηκε να τον ενθουσίασε η εμπειρία.
Πάντως η συγγραφική δουλειά του έχει συχνά αξιοποιήσει, σε λογική προλόγου-επιλόγου, στίχους σύγχρονης Ελληνικής ποίησης, με ιδιαίτερη συνήχηση με την εκάστοτε θεματική ή/και προσέγγισή του.
Αρκετά με τα προκαταρκτικά, πάμε λοιπόν στην ουσία του «Αθέατου Χρονοποιού». Εδώ ο Πανούσης προσέρχεται με μια αίσθηση – θα λέγαμε – τέλους εποχής. Έχοντας προ-καταθέσει την αντίληψή του ότι «η Ποίηση δεν είναι ατάκα, ευφυολόγημα, απόφθεγμα, μήνυμα, ρήση και διδαχή» αλλά «στιγμή και αιωνιότητα ταυτόχρονα», (ο δε ποιητής «γνήσιος εκφραστής του δι-ιστορικού γίγνεσθαι»), βλέπει το όραμα που ευαγγελίζεται η τεχνολογική πρόοδος ως Νέο Κόσμο να «εξαιρεί τον ποιητή από την Γη της Επαγγελίας». Ακόμη κι αν θεωρήσει ο αναγνώστης ότι ο Πανούσης εκφράζεται μισο-σοβαρά/μισο-αστεία (tongue-in-cheek για να το πούμε με τα εκφραστικά μέσα της Ελλάδας του σήμερα), υπάρχει στο εισαγωγικό του κείμενο μια απειλή – ότι οι ποιητές του ChatGPT θα μπορούν να ισχυρισθούν ότι «παράγουν πολιτική και κοινωνική συνείδηση». Σπεύσει να αποκηρύξει, βέβαια, κάθε υπόνοια λουδδιτισμού/εναντίωσης στην τεχνολογική αλλαγή, πλην βλέπει τον ποιητικό λόγο («σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια» για να θυμηθούμε τον Καφαβικό στίχο) ως κάτι που θα προσλαμβάνουν οι αντένες του ποιητή ως καταγραφή «ενός Νέου Κόσμου στον οποίο ζούμε χωρίς πλέον να ανήκουμε».
Τούτων δοθέντων – που θα λέγαμε παλιότερα – έχει πολλαπλά νόημα να περπατήσει ο αναγνώστης με δικό του αισθητήριο στον «Αθέατο Χρονοποιό». Όπου, για παράδειγμα θα βρει και μιαν απροσδόκητη οικολογική κατάθεση: «Το φθινόπωρο/επικαλούμενο λόγους κλιματικής αλλαγής/μετανόησε,/έκανε αιφνίδια μεταβολή/και χάθηκε/στο βάθος του ορίζοντα/Οι αισιόδοξοι και οι ανυποψίαστοι [ελπίζουν]/ότι όλα θα πάνε καλά/αφού έχουν πειστεί/χρόνια τώρα/ότι όσες φορές τραυμάτισαν το περιβάλλον/το διέπραξαν/χωρίς δόλο και κακία».
Παραπέρα, μια πιο ψυχοκοινωνιολογική προσέγγιση: «Με υλικά/από τις ζωές των άλλων/ποτέ δεν θα στεριώσεις καλά/ την δική σου ζωή». Ή, ακόμη, η περιγραφή του βιογραφικού του επιτυχημένου επιστήμονα: «Περήφανος για τους κόπους και τους αγώνες σου/γεμίζεις το βιογραφικό σου/ με επιστημονικές δημοσιεύσεις και ερευνητικές αναφορές/τίτλους σπουδών και διεθνείς διακρίσεις/να το στείλεις σε ανθρώπους της Εξουσίας/συχνά αδαείς κι ακαλλιέργητους». Η συνέχεια κάνει λόγο για το πώς ένα βιογραφικό καταλήγει «σε ένα χρυσοποίκιλτο κάδρο/στο σαλόνι Louis Quinze/ το οποίο απέκτησες με τους ψηλούς μισθούς ως golden boy»…
Και για να μην μακρηγορούμε: Απολογισμός Πρώτος. «Ίσως ήταν πιο έξυπνοι, πιο δόλιοι, πιο καπάτσοι/πιο ευέλικτοι, πιο ενημερωμένοι/Ίσως ήμασταν πιο ευάλωτοι, πιο ρομαντικοί, πιο αδαείς/πιο χρήσιμοι ηλίθιοι σε κάθε δημαγωγό/ό,τι κι να ’ναι, ό,τι αν να ήταν/πρέπει να παραδεχθούμε ότι χάσαμε/όχι ως γενιά, αλλά ως προσωπικές επιλογές/και στάση ζωής του καθενός».
[Μην αποφύγετε να διαβάσετε την συνέχεια, άμα συναντηθείτε με τον «Αθέατο Χρονοποιό». Αξίζει]