ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Στα στενά…

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε τοποθετήσει τον εκλογικό πήχυ στο 33%- το ποσοστό του κόμματός του στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Ο Στέφανος Κασσελάκης ξεκίνησε διεκδικώντας ανατροπή και πρώτη θέση. Κατέληξε με τον μετριοπαθή στόχο να ξεπεράσει, τουλάχιστον, το 17% του περασμένου Ιουνίου. Και ο Νίκος Ανδρουλάκης όρισε την κατάκτηση της δεύτερης θέσης ως το μέτρο που διακρίνει την επιτυχία από την αποτυχία.

Κανείς τους δεν πέτυχε τον στόχο. Αλλά αρκεί αυτή η τριπλή αποτυχία για να εξηγήσει το κύμα εσωκομματικών αναταράξεων που φούσκωσε αυτές τις μέρες και ταρακουνάει, άλλο λιγότερο, άλλο περισσότερο, και τα τρία «συστημικά» κόμματα διακυβέρνησης;

Από μια άποψη, όχι. Μια εκλογική αναμέτρηση, την οποία ένα κουρασμένο  εκλογικό σώμα δεν φαίνεται να πήρε και πολύ στα σοβαρά, θα ήταν εύκολο να παραμεριστεί ως μειωμένης σημασίας. Ως, κυριολεκτικά, εκλογές β’ τάξης. Ήταν άλλωστε ένα ραντεβού στο οποίο προσήλθαν μόλις 4 εκατομμύρια ψηφοφόροι- 2 εκατομμύρια λιγότεροι από ότι τον περασμένο Μάιο και 3,5 εκατομμύρια λιγότεροι από ότι στις εκλογές της μέγιστης συμμετοχής, το 2004. Και, επιπλέον, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε εσωκομματικές κρίσεις να ξεσπούν σε κόμματα εξουσίας που χάνουν, όταν κάποιο άλλο κόμμα εξουσίας κερδίζει. Αλλά όταν όλοι είναι χαμένοι;

Αλλά από μια άλλη άποψη, ναι. Η εσωκομματική αναταραχή είναι δικαιολογημένη. Η ΝΔ δεν έχασε απλώς έναν ποσοτικό στόχο που η ίδια είχε θέσει. Με 28%, ισοφάρισε την επίδοση με την οποία είχε ηττηθεί τον Σεπτέμβριο του 2015. Αλλά, ακόμη κι έτσι, τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, αθροιστικά, υπολείπονται κατά 51.070 ψήφους του κυβερνώντος κόμματος. Το πρόβλημα για την δημοκρατική αντιπολίτευση είναι, συνεπώς, ακόμη σημαντικότερο.

Στον ΣΥΡΙΖΑ, το αποτέλεσμα μοιάζει με οριστική, απορριπτική ετυμηγορία για το υποτιθέμενο «άστρο» του αρχηγού του, που ήταν (από την κολυμπήθρα ήδη) προορισμένος να βρει το ιερό δισκοπότηρο, «να κερδίσει τον Μητσοτάκη». Και, επιπλέον, αποτελεί και μια απτή απόδειξη ότι η μιντιακή υπέρ- έκθεση δημιουργεί «θόρυβο» αλλά δεν δημιουργεί ρεύμα. Δεν μεταφράζεται σε ψήφους. Όσο για το ΠΑΣΟΚ, μολονότι είναι το μόνο που βελτίωσε, έστω και λίγο, τα ποσοστά του, απέτυχε να προσπεράσει έναν αντίπαλο που στο μεγαλύτερο διάστημα της καμπάνιας έμοιαζε με μεθυσμένο καράβι, με πηδαλιούχο τον ναρκισσισμό του αρχηγού του. Οι συνθήκες έμοιαζαν τόσο ευνοϊκές, ώστε η αποτυχία να μοιάζει μεγαλύτερη.

Η συζήτηση, συνεπώς, έχει πραγματικούς και σημαντικούς λόγους να ανοίξει στο εσωτερικό και των τριών κομμάτων. Το πρόβλημα είναι ότι, έτσι όπως άνοιξε, δεν οδηγεί πουθενά. Ψάχνει απαντήσεις σε λάθος ερωτήματα.

Στη Νέα Δημοκρατία, για παράδειγμα, η συζήτηση μονοπωλείται από το  ερώτημα αν η κυβέρνηση μετατοπίστηκε υπερβολικά προς το κέντρο, έβαλε πολύ ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι στην συνταγή της και έχασε επαφή με την μυθική λαϊκό-δεξιά ψυχή της παράταξης. Αλλά το exit poll δείχνει ότι ένας  στους τρεις ψηφοφόρους της ΝΔ του 2023 απλώς δεν εμφανίστηκε στην κάλπη. Και ένας στους πέντε εμφανίστηκε και ψήφισε άλλο κόμμα. Η διαρροή προς τα αριστερά, μάλιστα, ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από την διαρροή προς τα δεξιά.

Λάθος συζήτηση, λοιπόν. Ενώ το ερώτημα είναι, πρώτον, αν η ΝΔ μπορεί να συνεχίσει να κυριαρχεί στο μπλοκ που της είχε δώσει τη νίκη, τώρα που εξατμίστηκε η βασική συγκολλητική ουσία αυτού του μπλοκ- η «απειλή του ΣΥΡΙΖΑ». Και, δεύτερον, αν μια κυβέρνηση στη δεύτερη τετραετία της μπορεί να ισορροπήσει την φθορά της χωρίς ένα στόχο, που να κινητοποιεί και να εμπνέει. Και που η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να διατυπώσει.

Στην αντιπολίτευση, ακόμη χειρότερα. Στο ΠΑΣΟΚ αναζητούν έναν ηγέτη που να τα λέει καλύτερα- χωρίς κανείς να απαντά στο ερώτημα: Να λέει καλύτερα τα ίδια ή κάτι άλλο, διαφορετικό; Και τι ακριβώς; Ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ, όπου τις κρίσεις παραδόξως τις προκαλεί ο ανοικονόμητος αρχηγός μάλλον παρά οι άτολμοι αμφισβητίες, που προσπαθούν μάταια να του περάσουν χαλινάρι, συζητούνται τα πάντα εκτός από το μοναδικό ερώτημα που έχει νόημα: Ποιες αιτίες έχουν οδηγήσει το κόμμα από την μετεωρική άνοδο στην αργόσυρτη παρακμή και σε αλυσιδωτές εκλογικές ήττες; Και πώς κατέστη τόσο ανοχύρωτο απέναντι στην έφοδο ενός παρατυχόντος τυχοδιώκτη;

Κάπως έτσι, η μετεκλογική αναταραχή στο κομματικό τοπίο, άλλοτε αυτό-αναφορική, κι άλλοτε εντελώς αμήχανη, περισσότερο επιβεβαιώνει παρά αντιμετωπίζει το πρόβλημα που οι ευρωεκλογές αποτύπωσαν.

Η μία όψη του προβλήματος είναι η πολυσυζητημένη ασυμμετρία του πολιτικού συστήματος, όπως διαμορφώθηκε μετά το 2019, ως σύστημα «κυρίαρχου κόμματος». Όπου, όμως αποδείχθηκε ότι ακόμη κι όταν η κυριαρχία αυτή απομειώνεται, δεν την αντικαθιστά μια αναδυόμενη πολιτικά ανταγωνιστική δύναμη, αλλά οι κεντρόφυγες δυνάμεις της διασποράς και της αποχής. Η δεύτερη όψη του προβλήματος είναι η αποχή η ίδια- που δεν αρκεί η κόπωση από τις συχνές εκλογικές αναμετρήσεις για να εξηγήσει το πρωτοφανές της μέγεθος.

Όταν η Ευρώπη κινείται προς όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή, το δικό μας ρεκόρ αποχής θα πρέπει να εκληφθεί ως σήμα κινδύνου. Ως συστημική αποτυχία του κομματικού συστήματος συνολικά. Κι αυτό επιβάλει μια συζήτηση πολύ πιο σύνθετη και τολμηρή από αυτήν που παρακολουθούμε. Από την αναζήτηση ενός «μάγου-αρχηγού», τα επικοινωνιακά χαρίσματα του οποίου θα γεμίσουν το κενό νοήματος. Ή, πολύ περισσότερο, από την γκρίνια των πολιτευτών της λαϊκής δεξιάς που νιώθουν στερημένοι από τα λάφυρα μιας εξουσίας που (πιστεύουν ότι) ασκούν οι ετερόχθονες.

Αλλά μια τέτοια σύνθετη και τολμηρή συζήτηση παραμένει εκτός ατζέντας- και στους τρεις ανεμοδαρμένους κομματικούς χώρους. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Μια ένδειξη ότι, όπως έλεγε κάποτε ο Βενιζέλος, το κομματικό μας σύστημα έχει γίνει, πράγματι, πολύ «στενό». Στενότερο από το εύρος των προβλημάτων που έχει να αντιμετωπίσει. Στενότερο από το εύρος της κοινωνίας που πρέπει να εκπροσωπήσει.

 

 

 

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!