Μπορούν οι ιδιωτικές εταιρείες που προωθούν μια επαναστατική νέα τεχνολογία να λειτουργούν προς το συμφέρον τόσο των μετόχων τους όσο και της κοινωνίας; Όταν προσληφθήκαμε στο διοικητικό συμβούλιο της OpenAI, ήμασταν συγκρατημένα αισιόδοξες ότι η καινοτόμος προσέγγιση της εταιρείας στην αυτοδιακυβέρνηση, θα μπορούσε να προσφέρει ένα σχέδιο για την υπεύθυνη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Όμως, με βάση την εμπειρία μας, πιστεύουμε ότι η αυτοδιοίκηση πάντα θα λειτουργεί υπό την πίεση της επίτευξης κερδών. Δεν αρκεί να υποθέσουμε ότι τα κίνητρα θα είναι πάντα ευθυγραμμισμένα με το κοινό καλό. Για να ωφεληθούν όλοι, οι κυβερνήσεις πρέπει να αρχίσουν να χτίζουν αποτελεσματικά ρυθμιστικά πλαίσια τώρα.
Εάν κάποια εταιρεία μπορούσε να αυτοδιοικηθεί επιτυχώς, ενώ αναπτύσσει με ασφάλεια και ηθική προηγμένα συστήματα AI, θα ήταν η OpenAI. Ο οργανισμός ιδρύθηκε αρχικά ως μη κερδοσκοπικός με μία αξιέπαινη αποστολή: Να διασφαλίσει ότι η τεχνητή γενική νοημοσύνη - συστήματα AI που είναι γενικά πιο έξυπνα από τους ανθρώπους - θα ωφελούσαν όλη την ανθρωπότητα.
Αργότερα, δημιουργήθηκε μια κερδοσκοπική θυγατρική για να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια, αλλά η μη κερδοσκοπική εταιρεία παρέμεινε επικεφαλής. Ο σκοπός αυτής της ασυνήθιστης δομής ήταν να διασφαλίσει την αρχική αποστολή της. Ήταν πρωτόγνωρο, αλλά φαινόταν ότι άξιζε να δοκιμαστεί. Δυστυχώς δεν λειτούργησε. Τον περασμένο Νοέμβριο, σε μια προσπάθεια να διασωθεί η δομή αυτορρύθμισης, το διοικητικό συμβούλιο της OpenAI απέλυσε τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Σαμ Άλτμαν.
Αυτό συνέβη γιατί τα πρότυπα συμπεριφοράς του Άλτμαν, περιόριζαν και υπονόμευαν ολοένα και περισσότερο την ικανότητα του διοικητικού συμβουλίου να προστατεύσει την πρωταρχική αποστολή της εταιρείας. Πολλά ανώτερα στελέχη είχαν μοιραστεί ιδιωτικά σοβαρές ανησυχίες, θεωρώντας ότι ο Άλτμαν καλλιέργησε «μια τοξική κουλτούρα ψεύδους» και εμπλέκεται σε «συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηριστεί ψυχολογική κακοποίηση».
Σύμφωνα με την OpenAI, μια εσωτερική έρευνα διαπίστωσε ότι το διοικητικό συμβούλιο «ενήργησε κατά την ευρεία διακριτική του ευχέρεια» για την απόλυση Άλτμαν, αλλά κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν για η αιτία την απομάκρυνση του».
Η επιστροφή του στην εταιρεία -συμπεριλαμβανομένης της επανένταξης του στο διοικητικό συμβούλιο και της αποχώρησης ανώτερων στελεχών στον τομέα της ασφάλειας- προμηνύουν αρνητικές εξελίξεις για το μοντέλο αυτοδιοίκησης της OpenAI.
Η συγκεκριμένη ιστορία μας διδάσκει ότι η κοινωνία δεν πρέπει να αφήσει την ανάπτυξη της ΑΙ, υπό τον αποκλειστικό έλεγχο ιδιωτικών εταιρειών τεχνολογίας. Ακόμη και αν υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις, χωρίς εξωτερική εποπτεία, αυτού του είδους η αυτορρύθμιση θα καταλήξει ανεφάρμοστη, ειδικά υπό την πίεση των τεράστιων κινήτρων κέρδους.
Οι κυβερνήσεις πρέπει να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο, παρά τις φωνές περί του αντιθέτου από γερουσιαστές μέχρι επενδυτές της Silicon Valley, οι οποίοι τάσσονται κατά της ισχυρής κρατικής εποπτείας.
Σύμφωνα με τα λόγια του κ. Άλτμαν, «η επιτυχής μετάβαση σε έναν κόσμο με υπερευφυΐα είναι ίσως το πιο σημαντικό —και ελπιδοφόρο και τρομακτικό— έργο στην ανθρώπινη ιστορία».
Τα αγαθά, οι υποδομές και η κοινωνία βελτιώνονται με ρυθμίσεις. Λόγω κανονισμών, τα αυτοκίνητα έχουν ζώνες ασφαλείας και αερόσακους, δεν ανησυχούμε για μολυσμένο γάλα και τα κτίρια κατασκευάζονται έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους.
Η συνετή ρύθμιση θα μπορούσε να διασφαλίσει τα κοινά οφέλη από την AI. Μια καλή αφετηρία θα ήταν η διασφάλιση πρωτοκόλλων διαφάνειας και ασφαλείας.
Φυσικά, ακόμη και η επιβολή κανονιστικού πλαισίου, κρύβει παγίδες. Η κακώς σχεδιασμένη νομοθεσία μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρότερες εταιρείες, πνίγοντας τον ανταγωνισμό και την καινοτομία.
Τελικά, πιστεύουμε στη δυνατότητα της AI να ενισχύσει την ανθρώπινη παραγωγικότητα και ευημερία με τρόπους που δεν έχουμε ξαναδεί.
Αλλά ο δρόμος προς αυτό το καλύτερο μέλλον ενέχει κινδύνους.