ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Πανεπιστήμια – Αμυντική Βιομηχανία, μια πολλαπλά θετική συνεργασία

Πριν από λίγες ημέρες πραγματοποιήθηκε στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης συνέντευξη Τύπου για την ίδρυση ενός φορέα «Διασύνδεσης των Πανεπιστημίων με την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία». Στην εκδήλωση παρέστησαν εκπρόσωποι της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, των Πανεπιστημίων της Βόρειας Ελλάδας (ΑΠΘ, ΠΑΜΑΚ, ΔΙΠΑΕ, Δυτικής Μακεδονίας, Ιωαννίνων και ΔΠΘ), καθώς του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης. Είχε προηγηθεί ημερίδα με αντίστοιχη θεματολογία τον Ιούλιο, με πρωτοβουλία του ΑΠΘ.

Ο φορέας θα στοχεύσει στη διεκδίκηση προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ για την άμυνα. Η ΕΕ αντιλαμβανόμενη, κυρίως μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ότι θα πρέπει να αναπτύξει αυτοτελώς την άμυνά της, έχει διοχετεύσει σημαντικούς πόρους στο συγκεκριμένο τομέα. Συγκεκριμένα, εισήγαγε την πρωτοβουλία «Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας» για τη «στήριξη της συνεργατικής έρευνας και ανάπτυξης με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της αποτελεσματικότητας και της ικανότητας της ευρωπαϊκής αμυντικής τεχνολογικής και βιομηχανικής της βάσης», με προϋπολογισμό 8 δις για την περίοδο 2021-2027.

Ίσως κάποιοι αναρωτιούνται εάν είναι θεμιτό να υπάρχει έρευνα στα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα πάνω σε θέματα άμυνας. Θεωρώ, λοιπόν, πως είναι εύλογη και ιδιαίτερα χρήσιμη η ανάπτυξη ερευνητικών προγραμμάτων από πανεπιστημιακές ερευνητικές ομάδες σε θέματα άμυνας. Η αμυντική βιομηχανία στηρίζεται σε πολύ προχωρημένες τεχνολογικές εξελίξεις. Στόχος πρέπει να είναι η ανάπτυξη εγχώριας καινοτομίας ώστε  να απομακρυνθούμε από τη λογική του παθητικού καταναλωτή τεχνολογίας που αγοράζει όλα τα συστήματα, υλικό και λογισμικό, από το εξωτερικό. Θα πρέπει βέβαια να διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον αλλά και η ακαδημαϊκή δεοντολογία. Συνεπώς, η αρμόδια «Επιτροπή Ηθικής και Δεοντολογίας της Έρευνας», κάθε πανεπιστημίου χρειάζεται να διασφαλίζει ότι η Έρευνα & Ανάπτυξη θα σέβεται τους κανόνες ηθικής και δεοντολογίας.

Από την ερευνητική αυτή σύμπραξη θα υπάρξουν επίσης οφέλη σε τεχνογνωσία και σε ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Επιγραμματικά και μόνο ας αναφερθεί ότι μια σειρά απολύτως κεντρικών τεχνολογικών εξελίξεων και προϊόντων που έχουν μεταμορφώσει τη ζωή μας, από τα λέιζερ έως το διαδίκτυο, αποτέλεσαν «παράπλευρες» ανακαλύψεις που προέκυψαν στο πλαίσιο ανάπτυξης στρατιωτικού τύπου εφαρμογών[1]. Επιπλέον, μέσα από την υποστήριξη των στρατιωτικών ερευνών επιτυγχάνεται και μια έμμεση, αλλά σημαντική υποστήριξη γενικότερα της Ε&Α στη χώρα μας που συμβάλλει στη μετακίνηση της χώρας μας προς την «οικονομία της γνώσης». Στην έρευνα θα απασχοληθεί εξειδικευμένο προσωπικό, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό γιατι τέτοιες θέσεις είναι περιορισμένες και η έλλειψή τους οδηγεί, εκτός των άλλων, στη φυγή εξειδικευμένου δυναμικού (brain drain).  

Ίσως κάποιοι αναρωτιούνται εάν είναι θεμιτό να υπάρχει συνεργασία του πανεπιστημίου με την αμυντική βιομηχανία. Η απάντησή μου είναι ένα ξεκάθαρο ναι. Η πρωτοβουλία αποτελεί ένα καλό παράδειγμα σύνδεσης της έρευνας με την παραγωγή και εμπεδώνει μια κουλτούρα συνεργατικής έρευνας. Στο διεθνές σύστημα, η άμυνα είναι στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ της ύπαρξης κράτους, παράλληλα βέβαια με την ανάπτυξη συμμαχιών, που διαδραματίζουν εξίσου καθοριστικό ρόλο. Η χώρα μας, ειδικότερα, με δεδομένη την ένταση με την γείτονα Τουρκία, δεν έχει και πολλά περιθώρια ουδετερότητας και πλήρους αφοπλισμού. Μάλιστα, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι όχι μόνο δεν είμαστε σε πορεία αφοπλισμού, αλλά αντίθετα οι δαπάνες της χώρας μας είναι πολύ υψηλές – και αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία[2].  Η εξελιγμένη αμυντική θωράκιση είναι δύναμη αποτροπής, ίσως και ειρήνης. Και βέβαια, η χώρα μας δεν μπορεί να αποσυρθεί από το διακρατικό σύστημα με μια δήλωσή της, ακόμη και αν επικαλείται υψηλά ιδανικά: φιλειρηνισμό, ουδετερότητα και απουσία διάθεσης εμπλοκής σε βάρος άλλης χώρας.

Αν αποδεχθούμε αυτήν την πραγματικότητα, προκύπτει αμέσως το πιεστικό ερώτημα: τα μέσα άμυνας είναι καλύτερο να τα εισάγουμε ή στο μέτρο του δυνατού να τα παράγουμε; Η απάντηση είναι προφανής, αφενός για λόγους εθνικούς, καθώς η αυτοπαραγωγή προσφέρει τους αναγκαίους βαθμούς ανεξαρτησίας, διότι όταν τα χρειαστείς πραγματικά, τότε οι προμηθευτές σου μπορεί να αρνηθούν να σου πουλήσουν ό,τι έχεις ανάγκη. Αφετέρου γιατί τα οικονομικά οφέλη που θα προκύψουν από την επιτυχή εμπορευματοποίηση της έρευνας δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα: αύξηση της απασχόλησης, αύξηση της παραγόμενης αξίας, διάχυση καινοτομίας, συμβολή στην αντιμετώπιση του μονίμως αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου της χώρας που βρίσκεται σχεδόν πάντα πίσω από κάθε κρίση.

Οι συνέργειες πανεπιστημίου-παραγωγής, αλλά και ερευνητών από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, αποτελούν συντελεστή παραγωγής καινοτομίας, τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ επίσης συμβάλλουν στη διάχυση της καινοτομίας και της τεχνολογίας σε διάφορους τομείς παραγωγής.  Αναμφίβολα, λοιπόν, το ελληνικό πανεπιστήμιο θα πρέπει να αποκτήσει ισχυρό αποτύπωμα στην Ε&Α και να ενισχυθεί η συνεργασία του με τις ελληνικές επιχειρήσεις (δημόσιες ή ιδιωτικές), καθώς και με το ελληνικό δημόσιο, για την παραγωγή καινοτομίας, δηλαδή νέων ή βελτιωμένων προϊόντων και υπηρεσιών. Τέτοιου είδους έρευνα αιχμής, η οποία θα εφαρμοστεί στην ελληνική βιομηχανία, θα συμβάλει και στην αναβάθμιση της προσφερόμενης εκπαίδευσης. Τέλος, θα δώσει επιπλέον ώθηση, ώστε η χώρα μας να μπορέσει να πραγματοποιήσει το μεγάλο «αναπτυξιακό άλμα προς τα εμπρός» (leapfrogging) που έχει ανάγκη.

(*) Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι οικονομικός γεωγράφος, καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

[1] Βλ. ενδεικτικά, Ματζουκάτο Μ. (2015) Το επιχειρηματικό Κράτος, Κριτική.

[2]  Ελλάδα 3,7% του ΑΕΠ, ΗΠΑ 3,5%, Βρετανία 2,2%, Τουρκία 1,2% Αυστραλία και Γαλλία 1,9%, Ολλανδία και Νορβηγία 1,6%, Γερμανία, Δανία, Πορτογαλία 1,4%) World Bank 2022, Military expenditure as % of GDP

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!