ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Ο Ζακ Ντελόρ και οι ευρωεκλογές

Οι ευρωεκλογές- σύμφωνα με μια ωραία διατύπωση ενός Βρετανού ανταποκριτή στις Βρυξέλλες- παραμένουν εκλογές που «λίγοι αντιλαμβάνονται την σκοπιμότητά τους, για έναν θεσμό που λίγοι κατανοούν τον ρόλο του, μια διεθνής ψηφοφορία που αντιμετωπίζεται με εθνικούς πρωτίστως όρους, από ψηφοφόρους που τις βλέπουν κυρίως ως μια χαμηλού ρίσκου ευκαιρία να εκδηλώσουν την δυσαρέσκειά τους για προβλήματα που αντιμετωπίζουν στο εθνικό επίπεδο». Μα οι επικείμενες ευρωεκλογές του Ιουνίου είναι προφανώς κάτι παραπάνω από αυτό. Δεν είναι μόνο μια δοκιμασία για 27 κυβερνήσεις που πρέπει να υπερνικήσουν ένα κυρίαρχο ρεύμα δυσπιστίας απέναντι στους κυβερνώντες. Είναι μια κρίσιμη δοκιμασία για την Ευρώπη την ίδια.

Σύμφωνα με το ευρωβαρόμετρο του Δεκεμβρίου, το ενδιαφέρον για αυτές τις ευρωεκλογές είναι υψηλότερο παρά ποτέ και η πρόθεση συμμετοχής εμφανίζεται κατά 9 μονάδες υψηλότερη από ότι το 2019. Ένα 72% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι η συμμετοχή στην Ένωση έκανε καλό στην χώρα τους κι ένα 70% αναγνωρίζει ότι η Ένωση παίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή τους. Αλλά ένα 73% φοβάται ότι το επίπεδο ζωής τους θα επιδεινωθεί στο άμεσο μέλλον. Και ο φόβος σπρώχνει το εκλογικό εκκρεμές προς τα δεξιά. Οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν σημαντική άνοδο της ακροδεξιάς στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και ενίσχυση των δύο ακροδεξιών σχηματισμών στο ευρωκοινοβούλιο, η μία εκ των οποίων διεκδικεί την τρίτη θέση από τους κεντρώους του Renew, με τους Πράσινους να απειλούνται με καταβύθιση. Κι αν οι προβλέψεις επιβεβαιωθούν τον Ιούνιο, η Ευρώπη θα κινδυνεύσει. Όχι με διάλυση, μα με καθήλωση. Ακριβώς την στιγμή που χρειάζεται να κινηθεί πιο γρήγορα από ότι συνηθίζει.

Η αλήθεια είναι ότι το ακροδεξιό μπλοκ έχει υποστείλει την σημαία του ανοιχτού αντί-ευρωπαϊσμού, οι εκκλήσεις για μίμηση του Brexit δεν ακούγονται πια δυνατά. Αλλά η ατζέντα έχει μετατοπιστεί από το «ναι ή όχι στην Ευρώπη», στο «τι Ευρώπη». Η άνοδος των ακροδεξιών (και, προπάντων, η όλο και μεγαλύτερη διείσδυση και επιρροή των ιδεών τους στις γραμμές της κεντροδεξιάς, του ΕΛΚ) απειλεί να ματαιώσει την πράσινη ατζέντα στην Ευρώπη, να παγώσει κάθε συζήτηση περί διεύρυνσης, να παραλύσει κάθε σημαντική ευρωπαϊκή πολιτική πρωτοβουλία και να καταστήσει ακόμη πιο δυσλειτουργική την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Κι αυτό σε μια χρονιά κρίσιμη για την δημοκρατία στον κόσμο, λόγω του κινδύνου επιστροφής του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, που θα αλλάξει, αν συμβεί, ριζικά τις ισορροπίες, ιδίως στο εσωτερικό της Δύσης. Την Ευρώπη, απειλεί, έτσι, μια θανάσιμη στασιμότητα, την στιγμή ακριβώς που θα χρειαζόταν μια φυγή προς τα εμπρός και μια αναζωογόνηση της ξεχασμένης φιλοδοξίας για στρατηγική αυτονομία.

Ας επωφεληθούμε, λοιπόν, από αυτήν την συζήτηση που ο θάνατος του Ζακ Ντελόρ έκανε να μισανοίξει. Για την ιδέα της Ευρώπης που εκείνος υπηρέτησε, την ιδέα μιας Ευρώπης που συνδυάζει ανταγωνιστικότητα, πολιτική συνεργασία και αλληλεγγύη. Και για την κληρονομιά που άφησε πίσω του. Κληρονομιά στην οποία δεν περιλαμβάνονται μόνον τα πολύ μεγάλα- η ενιαία αγορά, το κοινό νόμισμα και τα προγράμματα συνοχής. Αλλά και τα πιο απλά, όπως το πρόγραμμα Erasmus, που εκείνος καθιέρωσε το 1987 και το οποίο έχει δώσει σε πάνω από 14 εκατομμύρια φοιτητές και φοιτήτριες την ευκαιρία να πάρουν μια γεύση Ευρώπης κάνοντας ένα μέρος των σπουδών τους σε κάποιο πανεπιστήμιο μιας άλλης χώρας. Χειροπιαστή εφαρμογή της άποψής του, πως η ενοποίηση πρέπει να αποδεικνύει στην πράξη την χρησιμότητά της στην καθημερινή ζωή των πολιτών της Ευρώπης, για να κερδίζει την υποστήριξή τους.

Θα ήταν χρήσιμο, επίσης, να κρατήσουμε ζωντανή την ανάμνηση της μεθόδου διεύθυνσης των ευρωπαϊκών υποθέσεων, ισχυρά κοινοτικής, που ο Ντελόρ εφάρμοσε μα που δεν βρήκε έκτοτε μιμητές, αφού ποτέ, μετά το τέλος της θητείας του, οι πολιτικοί ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών δεν επέτρεψαν την ανάδειξη στην προεδρία της Κομισιόν μιας προσωπικότητας με ανάλογα ισχυρή φιλοδοξία και αντίστοιχο κύρος, που να τους οδηγεί και, ενίοτε, να τους επιβάλλεται, αντί να συμβιβάζεται με τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή των εθνικών τους συμφερόντων.

Όπως κάνει και η σημερινή χλωμή και άχρωμη ευρώ-ηγεσία.

Και θα ήταν επίσης χρήσιμο, ειδικά η δοκιμαζόμενη αριστερά και κεντροαριστερά να κρατήσει ζωντανή την ανάμνηση του πολιτικού του υποδείγματος- έστω και για να το αμφισβητήσει. Ο Ντελόρ εκπροσωπούσε δύο κεντρικές ιδέες για την αριστερά του 21ου αιώνα, την αριστερά δηλαδή που δεν ονειρεύεται την μεγάλη έφοδο, αλλά επιδιώκει με ρεαλισμό να βελτιώνει την ζωή των κοινωνικά αδύναμων με καθημερινές μάχες και καθημερινούς συμβιβασμούς.

Η μία, πως «ο σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός σε μία μόνον χώρα», πως ακόμη και το πιο μετριοπαθές πρόγραμμα σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης, που θέλει να συνδυάσει οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, δεν είναι εφικτό σε εθνικό επίπεδο, ούτε στις ισχυρότερες χώρες, παρά μόνον ευρωπαϊκό επίπεδο. Κι ότι η Ευρώπη μπορεί να διατηρήσει ζωντανό το πολύτιμο κοινωνικό μοντέλο της, απέναντι στον αδυσώπητο ανταγωνισμό των άλλων μεγάλων δυνάμεων, μόνον με την ισχύ που θα της δώσει η υπερεθνικότητά της.

Και η δεύτερη, πως η πολιτική, για να παίζει τον ρόλο της και να εμπνέει εμπιστοσύνη πρέπει να είναι άρρηκτα δεμένη με ένα ηθικό πρόταγμα, το οποίο να καθρεφτίζεται στο πρόσωπο των εκπροσώπων της, όπως στον ίδιο, κατά γενική ομολογία, καθρεφτιζόταν. Όπως έγραψε μια Γαλλίδα δημοσιογράφος, «ο θάνατος του Ντελόρ μας θύμισε πως υπήρξε μια εποχή όπου ήταν δυνατόν να θαυμάζεις έναν πολιτικό». Αναζητούνται μιμητές- τουλάχιστον ως προς αυτό.  

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!