ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Πολιτικές αντοχής πέρα των εκλογικών κύκλων

Συχνά μιλάμε για τις προκλήσεις του μέλλοντος τις οποίες η χώρα δεν πρέπει να χάσει. Οι προκλήσεις αυτές μπορεί να αφορούν οιοδήποτε θέμα, από την παιδεία μέχρι την περιφερειακή ανάπτυξη και από την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μέχρι την ενεργειακή αυτονομία της χώρας.

Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το βάθος χρόνου, δηλαδή η ανάγκη για πολιτικές που για να αποδώσουν θα πρέπει να εφαρμοσθούν με συνέπεια για πολλά έτη ή και για δεκαετίες. Και εκεί ξεκινούν τα προβλήματα, ειδικά για μία χώρα που έχει μάθει να σχεδιάζει στη βάση των εκλογικών κύκλων.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την παιδεία για την οποία γίνεται ιδιαίτερος λόγος τελευταία. Η αναβάθμιση της προϋποθέτει μία διαδρομή από «κάτω προς πάνω», δηλαδή από το Δημοτικό προς το Πανεπιστήμιο. Μία από τις πολλές προτεραιότητες αυτής της διαδρομής, είναι να καθορισθούν οι νέες απαιτήσεις για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για τις επόμενες δεκαετίες, λ.χ. νέες τεχνολογίες, ανάπτυξη δεξιοτήτων, τεχνητή νοημοσύνη, το ανοικτό σχολείο, ή και ακόμα το σχολείο που αποφασίζει από μόνο του προς ποια κατεύθυνση θα επεκτείνει τη διδακτέα ύλη.  Και αφού καθορισθούν οι προτεραιότητες αυτές, να συμφωνηθούν οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν και να εφαρμοσθούν για πολλά έτη στα Πανεπιστήμια ώστε οι απόφοιτοι του να μπορούν να ανταποκριθούν στις (νέες) απαιτήσεις της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 Σε ένα άλλο παράδειγμα, η προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτει για να είναι επιτυχή τα αποτελέσματα, μακροπρόθεσμες πολιτικές, μεταξύ άλλων για το χωρικό σχεδιασμό, τις πόλεις, τον τουρισμό, την ανθεκτικότητα των υποδομών, κ.α. Αντίστοιχα ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής, απαιτεί μια μακρά (μέχρι το «μακρινό» 2050) πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα, πορεία που συναντιέται με πλήθος πολιτικών όπως τη Νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική που θα επηρεάσει το εύρος και το είδος της αγροτικής ανάπτυξης, την ενεργειακή πολιτική κυρίως σε ότι αφορά στα βήματα για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων ή την πολιτική για τις πόλεις και τον πολεοδομικό σχεδιασμό.

Σε ένα τρίτο παράδειγμα, ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλά και άλλες διεθνείς εξελίξεις, ανέδειξαν το πρόβλημα των εκτενών – και άρα ευάλωτων - αλυσίδων εφοδιασμού δίνοντας χώρο στα «homeland economics» δηλαδή την επαναφορά παραγωγικών επενδύσεων εντός των Κρατών (βλ. τα προγράμματα πράσινης μετάβασης των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, κ.α.) αντί της εισαγωγής προϊόντων από άλλες αγορές.  Αν αυτή ήταν μία πολιτική που θα υιοθετούσε η Ελλάδα τουλάχιστον για κάποια αγαθά ή κλάδους, θα έπρεπε να είχε σοβαρή αντοχή στο χρόνο, για να μην έχει την τύχη πολιτικών που στο παρελθόν δεν απέδωσαν (βλ. Θράκη) παρά το γεγονός ότι δεν στερούνταν στρατηγικής σημασίας.

Πως θα ήταν δυνατό να διασφαλισθεί η αντοχή μακροπρόθεσμων πολιτικών πέρα από τους εκλογικούς κύκλους; Είναι μία λύση, η έγκριση και αναθεώρηση των πολιτικών αυτών από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία ή το πιο πιθανό θα ήταν η εργαλειοποίηση των διαδικασιών έγκρισης και αναθεώρησης από τα κόμματα στο πλαίσιο πολιτικών χειρισμών;

Θα είχε νόημα η υιοθέτηση δημοψηφισμάτων ως τεκμηριωτικής βάσης για την προώθηση μακροπρόθεσμων πολιτικών ή ενδέχεται να εξελιχθούν σε εργαλεία αποδοκιμασίας της εκάστοτε κυβέρνησης για λόγους που δεν θα συναρτώνται υποχρεωτικά με το θέμα του δημοψηφίσματος;

Θα ήταν ρεαλιστικό τα κόμματα να συναντηθούν σε μία κοινά διαμορφωμένη πολιτική ή το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν μία αποδυναμωμένη πολιτική λόγω των συμβιβασμών που θα απαιτούνταν για να γίνει η πολιτική κοινά αποδεκτή (όπως συχνά διαπιστώνεται στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανάγκη για την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας);

Κανένα από τα ερωτήματα δεν έχει σίγουρη απάντηση. Άλλωστε το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας δεν έχει ως παράδοση την πολιτική συμφωνία αλλά την επιβολή της άποψης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ακόμα και σε θέματα που όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να ξεπερνούν τους εκλογικούς κύκλους και άρα είναι εξαιρετικά πιθανό να συναντήσουν μία άλλη κυβερνητική πλειοψηφία.

Παρόλα αυτά αξίζει να αναζητηθεί ο κοινός τόπος, άλλωστε οι προκλήσεις είναι πλέον διαφορετικές και περισσότερο σύνθετες. Και αν υπάρχουν προκλήσεις που θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν σε ένα ή δύο εκλογικούς κύκλους (λ.χ. η τεχνολογική αναβάθμιση των σχολείων), αυτές που πραγματικά καθορίζουν το μέλλον μίας χώρας χρειάζονται μακροπρόθεσμες εθνικές πολιτικές που θα πρέπει να είναι συμφωνημένες, τουλάχιστον στους κύριους άξονες τους. Για να αντέξουν στο χρόνο και να επιτύχουν.

(*) Ο Κωνσταντίνος Καρτάλης είναι Καθηγητής ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή

 

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!