ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Πρόβλημα ή λύση;

Τον περασμένο Σεπτέμβριο ένα ρεπορτάζ των Financial Times αποκάλυπτε ότι η ελληνική κυβέρνηση- ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη υπό διεθνή πίεση για το φοβερό ναυάγιο στην Πύλο- σχεδίαζε να τακτοποιήσει (regularize) έως και 300.000 μετανάστες, «για να αντιμετωπίσει ελλείψεις στην αγορά εργασίας». Το ρεπορτάζ κατέγραφε την δραματική έλλειψη εργατικών χεριών στον πρωτογενή τομέα και τα κοινωνικά, υγειονομικά και οικονομικά προβλήματα που προκαλεί το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος αριθμός εργατών γης απασχολείται στην γκρίζα ζώνη της οικονομίας. Η είδηση προκάλεσε τις αναμενόμενες «πατριωτικές» αντιδράσεις και η κυβέρνηση ανέκρουσε πρύμναν. «Η κυβέρνηση δεν έχει καμία πρόθεση για ελληνοποιήσεις ή νομιμοποιήσεις», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και το σχέδιο μπήκε στο συρτάρι. Υπήρξαν και πάλι αντιδράσεις, από τον αγροτικό κόσμο ιδίως, αλλά δεν ήταν τόσο υψηλόφωνες, όσο των «πατριωτών»- αντιδράσεις.

Η ρύθμιση επανήλθε, λίγο πριν η Βουλή διακόψει για τα Χριστούγεννα, με μορφή τροπολογίας και με την φιλοδοξία της να περιορίζεται στην εφ’ άπαξ και με αυστηρές προϋποθέσεις τακτοποίηση περίπου 30.000 μεταναστών- ενώ τα αιτήματα προς το Υπουργείο Εργασίας για κάλυψη θέσεων με εργαζόμενους τρίτων χωρών, για την επόμενη διετία, ξεπερνούν τις 280.000 κι ενώ στην Ιταλία η Μελόνι, εκλεγμένη με την πιο αυστηρή αντί-μεταναστευτική ατζέντα, έχει ανακοινώσει 425.000 τέτοιες άδειες για εργαζόμενους από τρίτες χώρες στην επόμενη διετία.

Η τροπολογία μπορεί να άφησε εν πολλοίς άλυτο το πρόβλημα που ήθελε να ρυθμίσει, είχε όμως τρεις ενδιαφέρουσες πολιτικές συνέπειες. Αποκάλυψε, πρώτον, την ύπαρξη αλλά και τα όρια της δύναμης μιας «δεξιότερα της δεξιάς» συνιστώσας στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος. Προκάλεσε, δεύτερον, μια κοινοβουλευτική σύμπραξη που επέτρεψε στην τροπολογία να περάσει με πλειοψηφία σχεδόν 90%- πρωτοφανές για την πολωμένη ελληνική πολιτική σκηνή.  Πρωτοφανές, προπάντων, για μια Ευρώπη που βαδίζει προς τις ευρωεκλογές με το μεταναστευτικό να δηλητηριάζει την πολιτική ζωή και να φουσκώνει τα πανιά της αντί-ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, που διεκδικεί έως και να διπλασιάσει την δύναμή της. Έφερε, τέλος, στο φως το βαθύτερο πρόβλημα που ταλανίζει και αποσταθεροποιεί τις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, απέναντι στο οποίο, προφανώς, ούτε εμείς είμαστε «θωρακισμένοι».

Το πρόβλημα είναι ότι το μεταναστευτικό εξελίσσεται στο πιο οξύ, φλέγον και διχαστικό πολιτικό πρόβλημα σε όλες σχεδόν τις χώρες της Δύσης. Ο τρόπος που εντάσσεται στον πολιτικό ανταγωνισμό πολώνει την πολιτική και την κοινωνία. Και, εν τέλει, υπονομεύει την δημοκρατική συνοχή. Ο διάλογος ανάμεσα στις δύο πλευρές αυτής της διαμάχης- το ζήσαμε κι εδώ, στην πρόσφατη ελληνική εμπειρία- είναι στην πραγματικότητα ένας διάλογος κωφών, καθώς οι δύο πλευρές μιλούν διαφορετικές, ασύμβατες γλώσσες.

Η μία πλευρά βλέπει την μετανάστευση ως πρόβλημα- το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας! Και επικαλείται φόβους που είναι αεροστεγείς και αδιάβροχοι, ανέγγιχτοι από τα επιστημονικά και εμπειρικά δεδομένα που τους διαψεύδουν. Η άλλη πλευρά βλέπει την μετανάστευση ως λύση. Και επικαλείται στοιχεία και μελέτες που μετρούν τις ανάγκες της οικονομίας, τις δημογραφικές πιέσεις ή την συμβολή των μεταναστών στην αύξηση του ΑΕΠ. Αλλά η γλώσσα αυτή μοιάζει ακατανόητη, απροσπέλαστη στην άλλη πλευρά. Και ανάμεσα στην φοβική, «ταυτοτική» και την φιλελεύθερη πλευρά αυτής της διαμάχης- η τρίτη πλευρά, εκείνη που επικαλείται ηθικά, ανθρωπιστικά επιχειρήματα έχει τεθεί εκποδών- το χάσμα διευρύνεται. Γίνεται άβυσσος.

Κάποιος είχε πει ότι να τοποθετείσαι υπέρ ή κατά της μετανάστευσης είναι σαν να δηλώνεις υπέρ ή κατά της βροχής ή του ανέμου. Με αυτήν την έννοια, η μετανάστευση δεν είναι ούτε πρόβλημα ούτε λύση. Μα αν η συζήτηση μπορούσε να μεταφερθεί στο έδαφος του ορθολογισμού, θα έβρισκε τουλάχιστον ένα τεράστιο σώμα επιστημονικών ερευνών που θα την προσγείωνε στην πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα έχει μελετηθεί συστηματικά η οικονομική διάσταση του πρώτου μεγάλου κύματος μετανάστευσης της δεκαετίας του 90 και έχει μετρηθεί η συμβολή της στην μεγέθυνση του ΑΕΠ, της τάξης του 3%. Ανάλογες και πολύ πιο συστηματικές μελέτες έχουν γίνει σε πολλές χώρες και πανεπιστήμια του κόσμου και τεκμηριώνουν ότι οι μετανάστες δεν παίρνουν τις δουλειές των ντόπιων, καλύπτουν κενές ή ανεπιθύμητες θέσεις εργασίας, δεν συμπιέζουν τους μισθούς των ήδη εργαζομένων, δεν αφαιρούν αλλά προσθέτουν εισόδημα (αφού και οι μετανάστες τρώνε, ψωνίζουν, κουρεύονται…), δεν αφαιρούν πόρους από το σύστημα κοινωνικής προστασίας (αφού οι εργαζόμενοι μετανάστες συμβάλουν στους πόρους αυτούς) και δεν υπονομεύουν την θέση των ντόπιων εργαζόμενων, αντίθετα συχνά διευκολύνουν την μετακίνησή τους προς καλύτερες θέσεις εργασίας.

Τι κρατά την συζήτηση, λοιπόν, τόσο μακριά από το έδαφος του ρεαλισμού; Ίσως ότι ο μετανάστης γίνεται το σύμβολο ενός βαθύτερου φόβου μας για έναν κόσμο που αλλάζει με τόσο γρήγορους πια ρυθμούς, που γίνεται τρομακτικός. Ο μετανάστης, που ζει δίπλα μας, στην γειτονιά μας, γίνεται η πιο χειροπιαστή ένδειξη, η προσωποποίηση όλων των συγκλονιστικών αλλαγών, της παγκοσμιοποίησης ή της ψηφιακής επανάστασης, που ένα σημαντικό μέρος των κοινωνιών μας νιώθει ως απειλή κοινωνικού αποκλεισμού. Κι όταν ο φόβος τρώει τα σωθικά, η λογική παραιτείται της προσπάθειας. Και οι λαϊκιστές βρίσκουν εύφλεκτη ύλη για την αντί-μεταναστευτική δημαγωγία τους.

Οι ΗΠΑ μας δίνουν ένα εύγλωττο παράδειγμα για το πως μπορεί να εξελιχθεί αυτό το ρήγμα. Αυτή η χώρα, που την έχτισαν και συνεχίζουν να την χτίζουν μετανάστες, ήταν η πρώτη όπου ο φόβος των μεταναστών, το φάντασμα των «ορδών βίαιων, παράνομων Μεξικανών», το οποίο επέσειε ο Τραμπ (εγγονός ενός Γερμανού μετανάστη ο ίδιος, όπως ο Στιβ Τζομπς ήταν γιος ενός μουσουλμάνου μετανάστη από την Συρία και ο Τζεφ Μπέζος πήρε το όνομά του από τον πατριό του, μετανάστη από την Κούβα) τροφοδότησε μια μεγάλη έφοδο εναντίον των θεσμών της δημοκρατίας (που απειλεί τώρα να επαναληφθεί). Η πρώτη χώρα όπου αποδείχθηκε πόσο εύκολα η διαμάχη για την μετανάστευση μπορεί να εξελιχθεί σε ρήξη που κόβει πολιτικά και πολιτιστικά μια χώρα στα δύο και παραλύει την λειτουργία της δημοκρατίας.

Αυτό είναι που πρέπει να προλάβουμε. Πρέπει να βρεθεί κοινή γλώσσα που να επιτρέπει την επικοινωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές της (πολιτιστικής μάλλον παρά πολιτικής) αβύσσου. Η τροπολογία πέρασε πράγματι με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να μας κάνει να υποτιμήσουμε τον κίνδυνο.

 

 

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!